| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 37651 | -παθής | , ής, ές {-παθούς | -παθείς (ουδ. -παθή)} (λόγ.) επίθημα επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. υποφέρει, έχει πληγεί ή πάσχει από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (για πρόσ., συνήθ. ως ουσ., αρσ. κ. θηλ.) αναξιο~. Πβ. -παθών.|| (ειδικότ.) Πλημμυρο~/πυρο~/σεισμο~. Πβ. -πληκτος.|| Καρδιο~/καρκινο~. 2. έχει συγκεκριμένη ιδιότητα σε έντονο συνήθ. βαθμό: (για πρόσ., ως επίθ.) α~/εγω~/εμ~/ηττο~/μυστικo~.|| Eυ~. 3. προκαλεί ορισμένα συναισθήματα: (ως επίθ., για πρόσ.) αντι~/συμ~.|| Ηδυ~. | |
| 37657 | -παθητικός | , ή, ό: β' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο υφίσταται μία κατάσταση ή προκαλεί συγκεκριμένα συναισθήματα: τηλε~.|| (σπανιότ. ουσιαστικοπ., για ειδικό θεραπευτή) Ο/η ομοιο~/οστεο~.|| Aντι~/συμ~. Πβ. -παθής. | |
| 37730 | -παιδο | (προφ.): β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε ιδιότητα παιδιού ή νεαρού ενηλίκου, κυρ. άνδρα: διαβολό~/τρελό~.|| (μειωτ.) Aλητό~/βουτυρό~ (= βουτυρομπεμπές)/βρομό~/(υβριστ.) κωλό~/παλιό~. Bλ. -γύναικο, -θήλυκο.|| Εργατό~/πλουσιό~/φτωχό~/χωριατό~. Λεβεντό~/νοικοκυρό~/ομορφό~. | |
| 38096 | -πανο | : επίθημα με τη σημασία του πανιού: ασφαλτό~/κουρελό~/κωλό~/λαδό~/ξεσκονό~/πιατό~/ποτηρό~/σιδερό~/σμυριδό~/τεντό~/υαλό~. | |
| 38311 | -παραγωγή | : το ουσιαστικό παραγωγή ως β' συνθετικό με αναφορά σε συγκεκριμένο προϊόν ή είδος: βαμβακο~/γαλακτο~/ελαιο~/ιχθυο~/καπνο~/σπορο~/σταφιδο~.|| Βιβλιο~. | |
| 38315 | -παραγωγικός | , ή, ό: το επίθετο παραγωγικός ως β' συνθετικό: γαλακτο~/πετρελαιο~. Πβ. -παραγωγός2. | |
| 38323 | -παραγωγός1 | (λόγ.): β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται σε μεγάλο συνήθ. παραγωγό προϊόντος: βαμβακο~/ελαιο~/ντοματο~/πατατο~/ροδακινο~/σιτο~/σταφιδο~/φρουτο~. | |
| 38324 | -παραγωγός2 | , ός, ό: το λόγιο επίθετο παραγωγός ως β' συνθετικό: καπνο~/οινο~.|| Hλεκτρο~. Πβ. -παραγωγικός. | |
| 39158 | -πατέρας | {συνήθ. στον πληθ.} λεξικό επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει πρόσωπο που 1. (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.) εμφανίζεται ως προστάτης: αγροτο~/αθλητο~/διαιτητο~/εθνο~/εργατο~/μαθητο~/φοιτητο~. 2. χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση ή ιδιότητα: κρασο~.|| Ψυχο~. | |
| 39190 | -πατος | , η, ο (λαϊκό) β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση ορισμένου αριθμού 1. ορόφων: τετρά-πατο σπίτι. Πβ. -ώροφος. 2. βάσεων, επιπέδων: δί-πατη βαλίτσα.|| Tρί-πατη τούρτα. | |
| 40573 | -πιτα | : β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε πίτα, αλμυρή ή γλυκιά: αλευρο~/ζυμαρό~/κασερό~/κασό~/κιμαδό~/κοτό~/κουρκουτό~/κρεατό~/κρεμμυδό~/λαχανό~/λουκανικό~/μανιταρό~/μαραθό~/παστουρμαδό~/πατατό~/πρασό~/σαρικό~/σπανακό~/(ζαμπονο/σπανακο)τυρό~/στριφτό~/τραχανό~/χορτό~.|| Γαλατό~/γιαουρτό~/καρυδό~/λεμονό~/μελό~/μηλό~/μουστό~/πορτοκαλό~/σοκολατό~/ταχινό~/χαλβαδό~.|| Κολοκυθό~/μυζηθρό~.|| Βασιλό~/φανουρό~.|| Ζαχαρό~. | |
| 40710 | -πλασία | επίθημα με αναφορά σε 1. ΙΑΤΡ. μόρφωμα ή ανώμαλη συνήθ., ανάπτυξη: νεο~. Δυσ~/υπερ~/υπο~. 2. (μτφ.) δημιουργία, νοητική κατασκευή: γλωσσο~/λεξι~/μυθο~. | |
| 40711 | -πλάσια | & (λόγ.) -ίως: επίθημα για τον σχηματισμό επιρρημάτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται το προσδιοριζόμενο: Του επέστρεψε τα χρήματα δι~ (= στο διπλάσιο). | |
| 40712 | -πλασιάζω | : επίθημα για τον σχηματισμό ρημάτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται κάτι: δι~/τρι~/δεκα~.|| Πολλα~. | |
| 40713 | -πλασιασμός | : επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται κάτι: δι~/τρι~/τετρα~.|| Πολλα~. | |
| 40716 | -πλάσιος | , α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται το προσδιοριζόμενο, συγκρινόμενο με άλλο: τετρα~/πεντα~.|| Πολλα~.|| (ως ουδ. ουσ.) Το δι-/δεκα-πλάσιο. | |
| 40718 | -πλασμα | β' συνθετικό που δηλώνει 1. ΒΙΟΛ. ουσία ή συστατικό που σχετίζεται με το κύτταρο: εκτό~/κυτταρό~/πρωτό~/σαρκό~/σπογγό~/υαλό~. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παρασιτικό μικροοργανισμό, κυρ. βακτήριο: μυκό~/ουρεό~/τοξό~. 3. δημιούργημα, σκεύασμα: νεο~. Πρό~.|| Κατά~. | |
| 40734 | -πλαστική | το ουσιαστικό πλαστική ως β' συνθετικό με αναφορά 1. σε τέχνη ή τεχνική μορφοποίησης μαλακής ύλης: αγγειο~/κηρο~.|| Zαχαρο~. 2. στην επανορθωτική, αισθητική χειρουργική: αρθρο~/βραχιονο~/ρινο~/ωτο~. | |
| 40890 | -πλευρος | , η/ος, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει τον αριθμό των πλευρών γεωμετρικού σχήματος ή τη σχέση των πλευρών μεταξύ τους: (σε συνδυασμό με απόλ. αριθμητ.) τετρά~.|| Πολύ~. Bλ. -εδρος.|| (μτφ.) Mονό~.|| Iσό~.|| (ως ουσ.) Τρί-πλευρο. | |
| 40923 | -πληκτος | , η, ο (λόγ.) επίθημα επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο, συνήθ. πρόσωπο 1. έχει πληγεί από ό,τι εκφράζει το θέμα: (συνήθ. ως ουσ.) Οι θεομηνιό-πληκτοι/πλημμυρό~/πυρό~/σεισμό~. Πβ. -παθής.|| (ως επίθ.) Oι πυρό-πληκτες περιοχές. 2. (αρνητ. συνυποδ.) χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη εμμονή: αρχαιό-πληκτος/προγονό~ (πβ. -λάτρης).|| (μειωτ.) Τηλεορασό-πληκτος (βλ. -φιλος)/φαντασιό~ (πβ. -κόπος). Πβ. -ληπτος, -μανής. | |