| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4460 | αντιεισήγηση | [ἀντιεισήγηση] α-ντι-ει-σή-γη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) αντεισήγηση: εισήγηση που αντιτίθεται σε άλλη. Πβ. αντιπρόταση. Βλ. αντεπιχείρημα. [< γαλλ. contre-proposition] | |
| 4461 | αντιεκκλησιαστικός | , ή, ό [ἀντιεκκλησιαστικός] α-ντι-εκ-κλη-σι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) αντεκκλησιαστικός: που στρέφεται εναντίον της Εκκλησίας: ~ή: προπαγάνδα. ~οί: κύκλοι. Βλ. αντι-κληρικός, -χριστιανικός. | |
| 4462 | αντιεκπαιδευτικός | , ή, ό [ἀντιεκπαιδευτικός] α-ντι-εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην εκπαίδευση ή και τους εκπαιδευτικούς: ~ή: πολιτική. [< αγγλ. antieducational] | |
| 4463 | αντιεκρηκτικός | , ή, ό [ἀντιεκρηκτικός] α-ντι-ε-κρη-κτι-κός επίθ. 1. που προλαμβάνει, εξουδετερώνει την έκρηξη: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισμός ασφαλείας. ΑΝΤ. εκρηκτικός (1) 2. που δεν εκρήγνυται (εύκολα): ~ός: φακός. Ηλεκτροκινητήρες/θερμοστάτες/φωτιστικό ~ού τύπου. [< γαλλ. antiexplosif, αγγλ. antiexplosive] | |
| 4464 | αντιεμβολιαστής | , αντιεμβολιάστρια [ἀντιεμβολιαστής] α-ντι-εμ-βο-λι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιεμβολιαστ-ών}: αυτός που αρνείται να κάνει εμβόλιο, αρνητής του εμβολίου κυρ. κατά του κορονοϊού. | |
| 4465 | αντιεμετικός | , ή, ό [ἀντιεμετικός] α-ντι-ε-με-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προλαμβάνει ή και σταματά τον εμετό: ~ό: χάπι. ΑΝΤ. εμετικός (2) ● Ουσ.: αντιεμετικό (το): ενν. φάρμακο: ~ για ανακούφιση από τη ναυτία. [< γαλλ. antiémétique, αγγλ. antiemetic] | |
| 4466 | αντιεμπλοκή | [ἀντιεμπλοκή] α-ντι-ε-μπλο-κή ουσ. (θηλ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύστημα αντιεμπλοκής (κατά την πέδηση) (ακρ. ABS): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρομηχανικό σύστημα των οχημάτων και των αεροσκαφών για την αποφυγή του μπλοκαρίσματος των τροχών κατά το φρενάρισμα. | |
| 4467 | αντιεμπορικός | , ή, ό [ἀντιεμπορικός] α-ντι-ε-μπο-ρι-κός επίθ.: που δεν φέρνει κέρδη, δεν πουλά και κατ' επέκτ. δεν σημειώνει οικονομική επιτυχία: ~ή: ταινία. ~ό: τραγούδι. ΑΝΤ. εμπορικός (2) [< αγγλ. uncommercial] | |
| 4468 | αντιεξουσιαστής | [ἀντιεξουσιαστής] α-ντι-ε-ξου-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) & αντεξουσιαστής: πρόσωπο που εναντιώνεται σε κάθε μορφή εξουσίας. | |
| 4469 | αντιεξουσιαστικός | , ή, ό [ἀντιεξουσιαστικός] α-ντι-ε-ξου-σι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) αντεξουσιαστικός: που αντιτίθεται σε κάθε εξουσία: ~ός: αγώνας/(αναρχικός) χώρος. ~ή: δράση/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ές: ομάδες. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. εξουσιαστικός | |
| 4470 | αντιεπαγγελματικός | , ή, ό [ἀντιεπαγγελματικός] α-ντι-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη επαγγελματισμού: ~ή: συμπεριφορά. Φέρθηκε με ~ό τρόπο. Ήταν ~ό εκ μέρους του να ... | |
| 4471 | αντιεπιληπτικός | , ή, ό [ἀντιεπιληπτικός] α-ντι-ε-πι-λη-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δρα ενάντια στην επιληψία: ~ή: αγωγή/θεραπεία. ~ό: φάρμακο. Πβ. αντισπασμωδικός. ΑΝΤ. επιληπτικός [< γαλλ. anticonvulsif, αγγλ. anticonvulsive] | |
| 4472 | αντιεπιστημονικός | , ή, ό [ἀντιεπιστημονικός] α-ντι-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ. & (σπανιότ.) αντεπιστημονικός: που αντιτίθεται στην επιστήμη ή δεν ακολουθεί τους νόμους της: ~ή: αντίληψη/μέθοδος. ~ό: συμπέρασμα. ~ές: θέσεις. ΑΝΤ. επιστημονικός ● επίρρ.: αντιεπιστημονικά [< αγγλ. anti-scientific, γαλλ. antiscientifique, ιταλ. antiscientifico] | |
| 4473 | αντιεργατικός | , ή, ό βλ. αντεργατικός | |
| 4474 | αντιερωτικός | , ή, ό [ἀντιερωτικός] α-ντι-ε-ρω-τι-κός επίθ.: που δεν έχει ή δεν εμπνέει ερωτισμό. Πβ. ανέραστος, αντισεξουαλικός. ΑΝΤ. ερωτικός (1) [< αγγλ. antierotic] | |
| 4475 | αντιευρωπαϊκός | , ή, ό [ἀντιευρωπαϊκός] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην Ευρώπη, στα συμφέροντα των κρατών της ή ειδικότ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: συνασπισμός. ~ή: πολιτική/στάση. ~ά: αισθήματα/συνθήματα. Πβ. αντικοινοτικός. Βλ. αντιαμερικανικός. ΑΝΤ. φιλοευρωπαϊκός ● επίρρ.: αντιευρωπαϊκά [< αγγλ. anti-European, 1948, γαλλ. anti-européen] | |
| 4476 | αντιευρωπαϊσμός | [ἀντιευρωπαϊσμός] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογική και πολιτική θέση αντίθετη στους στόχους της Ευρώπης και ειδικότ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλ. αντιαμερικανισμός. ΑΝΤ. ευρωπαϊσμός [< αγγλ. anti-Europeanism, γαλλ. anti-européanisme] | |
| 4477 | αντιευρωπαϊστής | [ἀντιευρωπαϊστής] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του αντιευρωπαϊσμού. ΑΝΤ. ευρωπαϊστής | |
| 4478 | αντιζηλία | [ἀντιζηλία] α-ντι-ζη-λί-α ουσ. (θηλ.): ανταγωνισμός και ζήλια ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή ομάδες, με κοινούς συνήθ. στόχους: επαγγελματική/ερωτική ~. Πολιτικές ~ες και κομματικές διαμάχες. Πβ. αντιπαλότητα, ζηλο-τυπία, -φθονία. [< μτγν. ἀντιζηλία] | |
| 4479 | αντίζηλος | , η, ο [ἀντίζηλος] α-ντί-ζη-λος επίθ.: που ανταγωνίζεται κάποιον άλλο, συνήθ. λόγω κοινών επιδώξεων: ~ες: ομάδες. Πβ. ανταγωνιστικός, αντίπαλος. ● Ουσ.: αντίζηλος (ο/η) {-ου (λόγ.) -ήλου | κ. θηλ. αντίζηλη}: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από αντιζηλία· ειδικότ. αντεραστής. [< μτγν. ἀντίζηλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ