| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4453 | αντιδρόμηση | [ἀντιδρόμηση] α-ντι-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): αλλαγή της κατεύθυνσης κυκλοφορίας ενός δρόμου για τα οχήματα: ~ της οδού ... Βλ. αμφι-, μονο-, πεζο-δρόμηση. | |
| 4454 | αντιδρώ | [ἀντιδρῶ] α-ντι-δρώ ρ. (αμτβ.) {αντιδρ-άς ... | αντέδρα-σα, αντιδρά-σει, μτχ. (λόγ.) αντιδρών, -ώσα, -ών, αντιδρ-ώντας} 1. ενεργώ ή συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο εξαιτίας γεγονότος, πράξης, κατάστασης, ερεθίσματος: ~σε αποφασιστικά/βίαια/δυναμικά/θετικά/σπασμωδικά. Τους άκουγε χωρίς να ~σει. Πβ. αντενεργώ, απαντώ.|| (ΙΑΤΡ.) Ο εγκέφαλος/το σώμα του δεν ~ά (: για ασθενή σε κώμα). Ο άρρωστος ~σε θετικά στην αγωγή. Πβ. ανταποκρίνομαι. ΑΝΤ. ανέχομαι 2. εναντιώνομαι, αντιτίθεμαι σε κάτι: Έχουν εξαγγείλει απεργία, ~ώντας στα νέα μέτρα. ~ούν κατά (ή εναντίον) του πολέμου. Πβ. διαμαρτύρομαι, δυσανασχετώ. ● αντιδρά: ΧΗΜ. υποβάλλεται σε χημική αντίδραση: Το υδρογόνο ~ με (το) οξυγόνο και δίνει νερό. ~ών: μείγμα/σώμα. ~ώσες: ουσίες/πρώτες ύλες.|| (ΙΑΤΡ.) C-~ώσα πρωτεΐνη (: ακρ. CRP, δηλωτική φλεγμονωδών καταστάσεων, όταν ανιχνευθεί στον ορό αίματος). [< αρχ. ἀντιδρῶ ‘ενεργώ εναντίον, ανταποδίδω’, γαλλ. réagir] | |
| 4455 | αντιδυτικός | , ή, ό [ἀντιδυτικός] α-ντι-δυ-τι-κός επίθ.: που εχθρεύεται τη Δύση, τους δυτικούς ή ειδικότ. τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: ~ή: πολιτική/στάση. ~ό: πνεύμα. ~ές: διαδηλώσεις. Βλ. αντι-αμερικανικός, -ευρωπαϊκός.|| ~ά και αντιπαπικά αισθήματα. ΑΝΤ. φιλοδυτικός [< αγγλ. anti-western, 1949] | |
| 4456 | αντίδωρο | [ἀντίδωρο] α-ντί-δω-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αντίδερο 1. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι αγιασμένου άρτου που μοιράζεται στο εκκλησίασμα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Βλ. αρτοκλασία, λειτουργιά, πρόσφορο. 2. (μτφ.-λόγ.) ανταπόδοση δώρου: ~ αγάπης. [< μεσν. αντίδωρον] | |
| 4457 | αντιεθνικιστής | [ἀντιεθνικιστής] α-ντι-ε-θνι-κι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εναντιώνεται ιδεολογικά στον εθνικισμό: αντιρατσιστής και ~. Πβ. διεθνιστής. ΑΝΤ. εθνικιστής, σοβινιστής, σοβινίστρια | |
| 4458 | αντιεθνικιστικός | , ή, ό [ἀντιεθνικιστικός] α-ντι-ε-θνι-κι-στι-κός επίθ.: που είναι αντίθετος στον εθνικισμό. ΑΝΤ. εθνικιστικός, σοβινιστικός ● επίρρ.: αντιεθνικιστικά | |
| 4459 | αντιεισαγγελέας | [ἀντιεισαγγελέας] α-ντι-ει-σαγ-γε-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) αντεισαγγελέας & (λόγ.) αντιεισαγγελεύς: ΝΟΜ. ανώτερος δικαστικός λειτουργός που αναπληρώνει τον εισαγγελέα ή έχει τα ίδια καθήκοντα με αυτόν: ~ του Αρείου Πάγου (βλ. Αρεοπαγίτης)/εφετών/πρωτοδικών. | |
| 4460 | αντιεισήγηση | [ἀντιεισήγηση] α-ντι-ει-σή-γη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) αντεισήγηση: εισήγηση που αντιτίθεται σε άλλη. Πβ. αντιπρόταση. Βλ. αντεπιχείρημα. [< γαλλ. contre-proposition] | |
| 4461 | αντιεκκλησιαστικός | , ή, ό [ἀντιεκκλησιαστικός] α-ντι-εκ-κλη-σι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) αντεκκλησιαστικός: που στρέφεται εναντίον της Εκκλησίας: ~ή: προπαγάνδα. ~οί: κύκλοι. Βλ. αντι-κληρικός, -χριστιανικός. | |
| 4462 | αντιεκπαιδευτικός | , ή, ό [ἀντιεκπαιδευτικός] α-ντι-εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην εκπαίδευση ή και τους εκπαιδευτικούς: ~ή: πολιτική. [< αγγλ. antieducational] | |
| 4463 | αντιεκρηκτικός | , ή, ό [ἀντιεκρηκτικός] α-ντι-ε-κρη-κτι-κός επίθ. 1. που προλαμβάνει, εξουδετερώνει την έκρηξη: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισμός ασφαλείας. ΑΝΤ. εκρηκτικός (1) 2. που δεν εκρήγνυται (εύκολα): ~ός: φακός. Ηλεκτροκινητήρες/θερμοστάτες/φωτιστικό ~ού τύπου. [< γαλλ. antiexplosif, αγγλ. antiexplosive] | |
| 4464 | αντιεμβολιαστής | , αντιεμβολιάστρια [ἀντιεμβολιαστής] α-ντι-εμ-βο-λι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιεμβολιαστ-ών}: αυτός που αρνείται να κάνει εμβόλιο, αρνητής του εμβολίου κυρ. κατά του κορονοϊού. | |
| 4465 | αντιεμετικός | , ή, ό [ἀντιεμετικός] α-ντι-ε-με-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προλαμβάνει ή και σταματά τον εμετό: ~ό: χάπι. ΑΝΤ. εμετικός (2) ● Ουσ.: αντιεμετικό (το): ενν. φάρμακο: ~ για ανακούφιση από τη ναυτία. [< γαλλ. antiémétique, αγγλ. antiemetic] | |
| 4466 | αντιεμπλοκή | [ἀντιεμπλοκή] α-ντι-ε-μπλο-κή ουσ. (θηλ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύστημα αντιεμπλοκής (κατά την πέδηση) (ακρ. ABS): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρομηχανικό σύστημα των οχημάτων και των αεροσκαφών για την αποφυγή του μπλοκαρίσματος των τροχών κατά το φρενάρισμα. | |
| 4467 | αντιεμπορικός | , ή, ό [ἀντιεμπορικός] α-ντι-ε-μπο-ρι-κός επίθ.: που δεν φέρνει κέρδη, δεν πουλά και κατ' επέκτ. δεν σημειώνει οικονομική επιτυχία: ~ή: ταινία. ~ό: τραγούδι. ΑΝΤ. εμπορικός (2) [< αγγλ. uncommercial] | |
| 4468 | αντιεξουσιαστής | [ἀντιεξουσιαστής] α-ντι-ε-ξου-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) & αντεξουσιαστής: πρόσωπο που εναντιώνεται σε κάθε μορφή εξουσίας. | |
| 4469 | αντιεξουσιαστικός | , ή, ό [ἀντιεξουσιαστικός] α-ντι-ε-ξου-σι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) αντεξουσιαστικός: που αντιτίθεται σε κάθε εξουσία: ~ός: αγώνας/(αναρχικός) χώρος. ~ή: δράση/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ές: ομάδες. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. εξουσιαστικός | |
| 4470 | αντιεπαγγελματικός | , ή, ό [ἀντιεπαγγελματικός] α-ντι-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη επαγγελματισμού: ~ή: συμπεριφορά. Φέρθηκε με ~ό τρόπο. Ήταν ~ό εκ μέρους του να ... | |
| 4471 | αντιεπιληπτικός | , ή, ό [ἀντιεπιληπτικός] α-ντι-ε-πι-λη-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δρα ενάντια στην επιληψία: ~ή: αγωγή/θεραπεία. ~ό: φάρμακο. Πβ. αντισπασμωδικός. ΑΝΤ. επιληπτικός [< γαλλ. anticonvulsif, αγγλ. anticonvulsive] | |
| 4472 | αντιεπιστημονικός | , ή, ό [ἀντιεπιστημονικός] α-ντι-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ. & (σπανιότ.) αντεπιστημονικός: που αντιτίθεται στην επιστήμη ή δεν ακολουθεί τους νόμους της: ~ή: αντίληψη/μέθοδος. ~ό: συμπέρασμα. ~ές: θέσεις. ΑΝΤ. επιστημονικός ● επίρρ.: αντιεπιστημονικά [< αγγλ. anti-scientific, γαλλ. antiscientifique, ιταλ. antiscientifico] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ