Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53980-54000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53487υπερυπουργείο[ὑπερυπουργεῖο] υ-πε-ρυ-πουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): υπουργείο με διευρυμένες αρμοδιότητες, στο οποίο εντάσσονται δύο ή περισσότερα επιμέρους υπουργεία.
53488υπερυπουργός[ὑπερυπουργός] υ-πε-ρυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος της κυβέρνησης που είναι επικεφαλής υπερυπουργείου.
53489υπερυψώνω[ὑπερυψώνω] υ-πε-ρυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερύψω-σε, υπερυψώ-θηκε, -μένος}: υψώνω κάτι σε ύψος μεγαλύτερο από κάτι άλλο ή πάνω από το συνηθισμένο ή κανονικό επίπεδο: Τμήμα του δαπέδου ~εται κατά μερικές βαθμίδες. ~μένο: ισόγειο/υπόγειο. [< μτγν. ὑπερυψῶ]
53490υπερύψωση[ὑπερύψωση] υ-πε-ρύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση πάνω από ένα ορισμένο ή συνηθισμένο επίπεδο: ~ του δρόμου/του ισογείου/της στάθμης (του νερού). [< πβ. μτγν. ὑπερύψωσις 'ανώτατη εξύψωση']
53491υπερφαγία[ὑπερφαγία] υ-περ-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διατροφική διαταραχή που συνίσταται στην ανεξέλεγκτη και γρήγορη κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να ακολουθεί πρόκληση εμετού, και η οποία συνοδεύεται από αίσθημα ενοχής: επεισοδιακή/νυχτερινή/παρορμητική/συναισθηματική/ψυχαναγκαστική ~. Επεισόδια ~ας. Πβ. βουλιμία, πολυφαγία. Βλ. ανορεξία, παχυσαρκία, -φαγία. [< γαλλ. hyperphagie, 1912, πβ. αγγλ. hyperphagia, 1941]
53492υπερφάγος[ὑπερφάγος] υ-περ-φά-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. άτομο που πάσχει από υπερφαγία. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. hyperphagique]
53493υπερφαλαγγίζω[ὑπερφαλαγγίζω] υ-περ-φα-λαγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερφαλάγγι-σε, υπερφαλαγγί-στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υπερφαλαγγίζ-οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. υπερκεράζω 1. (μτφ.) ξεπερνώ, παρακάμπτω: Η ομάδα ~σε την αντίσταση των αντιπάλων και πέρασε στον τελικό. Τα κέρδη ~στηκαν από τα έξοδα της εταιρείας. 2. ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) περικυκλώνω την παράταξη του εχθρού προωθώντας προς τα εμπρός το ένα ή και τα δύο άκρα της φάλαγγάς μου: Ο στρατός επιχείρησε να ~σει το ύψωμα. [< 2: αρχ. ὑπερφαλαγγῶ]
53494υπερφαλάγγιση[ὑπερφαλάγγιση] υ-περ-φα-λάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφαλαγγίζω: (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρικού στρατεύματος.|| (κυρ. μτφ.) ~ των εμποδίων (πβ. ξεπέρασμα, παράκαμψη, υπερκέραση). [< μτγν. ὑπερφαλάγγησις]
53086Υπερφεύγω

[ὑπεκφυγή] υ-πεκ-φυ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεκφεύγω: διάθεση/προσπάθεια ~ής. Πβ. ξεγλίστρημα.|| Άσε τις ~ές και πες μου την αλήθεια. Οφείλει να απαντήσει χωρίς ~ές (= περιστροφές). Βλ. μισόλογα. [< μτγν. ὑπεκφυγή ‘διαφυγή’, γαλλ. subterfuge]

53495υπερφίαλος, η, ο [ὑπερφίαλος] υ-περ-φί-α-λος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αλαζονεία ή (για πρόσ.) που φέρεται αλαζονικά: ~ος: εγωισμός. ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: εγώ. Πβ. υπεροπτικός. Βλ. μετριόφρων. ● επίρρ.: υπερφίαλα [< αρχ. ὑπερφίαλος]
53496υπερφιλελεύθερος, η, ο [ὑπερφιλελεύθερος] υ-περ-φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ φιλελεύθερος, που υποστηρίζει σε υπέρμετρο βαθμό την ιδέα της ελευθερίας ή του φιλελευθερισμού: ~ο: μοντέλο διακυβέρνησης.
53497υπερφιλόδοξος, η, ο [ὑπερφιλόδοξος] υ-περ-φι-λό-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ, υπερβολικά φιλόδοξος: ~ο: εγχείρημα/σχέδιο.|| (για πρόσ.) ~α: στελέχη.
53498υπερφορολόγηση[ὑπερφορολόγηση] υ-περ-φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): πολύ υψηλή φορολόγηση: ~ των μισθωτών/πολιτών. ~ των εισοδημάτων. Πβ. χαράτσωμα. [< αγγλ. overtaxation]
53499υπερφορολογώ[ὑπερφορολογῶ] υ-περ-φο-ρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υπερφορολογ-εί ... | υπερφορολογ-ήσει, -είται, -ηθεί, -ώντας}: επιβάλλω υψηλότερη φορολογία από αυτή που κρίνεται απαραίτητη ή δίκαιη: Το κράτος/η κυβέρνηση ~εί τα εισοδήματα των εργαζομένων. Πβ. χαρατσώνω. [< αγγλ. overtax]
53500υπερφορτίζω[ὑπερφορτίζω] υ-περ-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερφορτί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} 1. ΗΛΕΚΤΡ. τροφοδοτώ με υπερβολική ποσότητα ηλεκτρικού φορτίου: ~ την μπαταρία. 2. (μτφ.-επιτατ.) επιβαρύνω: Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ~εται με πληροφορίες. Το κλίμα μεταξύ τους ~στηκε (= εντάθηκε). [< 1: αγγλ. overcharge 2: γαλλ. surcharger]
53501υπερφόρτιση[ὑπερφόρτιση] υ-περ-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφορτίζω: ~ συσκευών. Πβ. υπερφόρτωση. Βλ. απο-, εκ-φόρτιση, υπέρταση. 2. έντονη σωματική ή/και συναισθηματική επιβάρυνση: ~ των αρθρώσεων/μυών. Η ~ και το άγχος της καθημερινότητας. [< 1: αγγλ. overcharge 2: γαλλ. surcharge]
53502υπερφορτώνω[ὑπερφορτώνω] υ-περ-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερφόρτω-σε, υπερφορτώ-σει, -θηκε, -μένος, υπερφορτών-οντας}: φορτώνω υπερβολικά: ~μένο: φορτηγό.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Το σύστημα ~θηκε από τις συνεχείς αναζητήσεις των χρηστών.|| (μτφ.) ~μένο: πρόγραμμα. [< μεσν. υπερφορτώνω]
53503υπερφόρτωση[ὑπερφόρτωση] υ-περ-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφορτώνω: ~ των οχημάτων.|| ~ των γραμμών (του τηλεφώνου)/του δικτύου/του συστήματος. ~ || ~ εργασίας/πληροφοριών (: του εγκεφάλου με πληροφορίες). Βλ. φόρτος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Βραχυκύκλωμα λόγω ~ης. Πβ. υπερφόρτιση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σιδήρου. Η αυξημένη πίεση προκαλεί ~ της καρδιάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ /συναρτήσεων/τελεστών. [< γαλλ. surcharge, αγγλ. overload]
53504υπερφρούτο[ὑπερφροῦτο] υ-περ-φρού-το ουσ. (ουδ.): φρούτο εξαιρετικά πλούσιο σε θρεπτικές και αντιοξειδωτικές ουσίες. Βλ. αχλαδόμηλο, γιούζου, υπερτροφή. [< αγγλ. superfruit, 2005]
53505υπερφυής, ής, ές [ὑπερφυής] υ-περ-φυ-ής επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. υπερφυσικός: ~ής: προσευχή (του Ιησού). ~ές: θαύμα/μυστήριο (της Θείας Ευχαριστίας). Το ~ές γεγονός της γέννησης/σύλληψης του Χριστού. Βλ. -φυής. [< αρχ. ὑπερφυής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.