| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53477 | υπερτροφία | [ὑπερτροφία] υ-περ-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική συνήθ. αύξηση του όγκου ενός ιστού ή οργάνου λόγω αύξησης του μεγέθους των κυττάρων του: καλοήθης ~. ~ των αμυγδαλών/της καρδιάς/του προστάτη (= υπερπλασία). ~ αριστερής κοιλίας.|| Μυϊκή ~. Προπόνηση ~ας (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). ΑΝΤ. ατροφία (1) 2. (σπάν.) υπερσιτισμός. Πβ. πολυφαγία. [< γαλλ. hypertrophie, αγγλ. hypertrophy] | |
| 53478 | υπερτροφικός | , ή, ό [ὑπερτροφικός] υ-περ-τρο-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που εμφανίζει υπερτροφία: ~ή: μυοκαρδιοπάθεια. ~ές: αμυγδαλές/ουλές (βλ. χηλοειδές). ΑΝΤ. ατροφικός (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που έχει αναπτυχθεί υπερβολικά: ~ό: εγώ/κράτος. ΑΝΤ. ατροφικός (3) [< γαλλ. hypertrophique, αγγλ. hypertrophic] | |
| 53479 | υπερτροφοδότης | [ὑπερτροφοδότης] υ-περ-τρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. είδος υπερσυμπιεστή ο οποίος λαμβάνει κίνηση από έναν στρόβιλο που τροφοδοτείται με τα καυσαέρια του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Πβ. στροβιλοσυμπιεστής, τούρμπο. Βλ. -δότης. [< αγγλ. turbocharger, 1934] | |
| 53480 | υπερτροφοδότηση | [ὑπερτροφοδότηση] υ-περ-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανές) χρήση υπερτροφοδότη: διπλή ~. Σύστημα ~ης (βλ. κομπρέσορας). Βλ. -δότηση. | |
| 53481 | υπερτροφοδοτούμενος | , η, ο [ὑπερτροφοδοτούμενος] υ-περ-τρο-φο-δο-τού-με-νος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που διαθέτει υπερτροφοδότη: ~ος: κινητήρας. ~η: έκδοση (αυτοκινήτου). | |
| 53482 | υπερτυχερός | , ή, ό [ὑπερτυχερός] υ-περ-τυ-χε-ρός επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ τυχερός: ~ός: νικητής. ~ό: δελτίο (του λόττο).|| (ως ουσ.) Ο ~ της κλήρωσης/του πρωτοχρονιάτικου λαχείου. | |
| 53483 | υπέρυθρος | , η, ο [ὑπέρυθρος] υ-πέ-ρυ-θρος επίθ.: ΦΥΣ. που παράγει ή χρησιμοποιεί υπέρυθρη ακτινοβολία, σχετίζεται με αυτή ή παρουσιάζει ευαισθησία σε αυτή: ~ος: αισθητήρας/ανιχνευτής/προβολέας/φωτισμός. ~η: κάμερα/τεχνολογία/φασματοσκοπία/φωτογραφία. ~ο: θερμόμετρο/τηλεσκόπιο/τηλεχειριστήριο/φιλμ/φως.|| (ως ουσ.) Η περιοχή του ~ου. Θύρα ~ύθρων (ενν. ακτίνων). ● ΣΥΜΠΛ.: υπέρυθρη ακτινοβολία: ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται σε μήκος κύματος μεγαλύτερο από το ερυθρό του ορατού φάσματος, αλλά μικρότερο από αυτό των μικροκυμάτων. Βλ. υπεριώδης ακτινοβολία. [< αρχ. ὑπέρυθρος ΄κοκκινωπός΄, αγγλ. infrared, γαλλ. infrarouge] | |
| 53484 | υπερύμνητος | , ος/η, ο [ὑπερύμνητος] υ-πε-ρύ-μνη-τος επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού και της Παναγίας. Βλ. υπερένδοξος. [< μεσν. υπερύμνητος] | |
| 53485 | υπερυπνία | [ὑπερυπνία] υ-πε-ρυ-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από παθολογικά αυξημένη υπνηλία ή αφύσικα συχνές ή εκτεταμένες περιόδους ύπνου. Βλ. αϋπνία, ναρκοληψία. [< αγγλ. hypersomnia, γαλλ. hypersomnie, 1927 | |
| 53486 | υπερυπολογιστής | [ὑπερυπολογιστής] υ-πε-ρυ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής εξαιρετικά υψηλών δυνατοτήτων, ο οποίος αποτελείται από εκατοντάδες ή χιλιάδες επεξεργαστές και χρησιμοποιείται σε εργαστήρια κυρ. για επιστημονικούς υπολογισμούς ή πολύ απαιτητικές προσομοιώσεις: προσωπικός ~. [< αγγλ. supercomputer, 1968, γαλλ. supercalculateur, περ. 1985] | |
| 53487 | υπερυπουργείο | [ὑπερυπουργεῖο] υ-πε-ρυ-πουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): υπουργείο με διευρυμένες αρμοδιότητες, στο οποίο εντάσσονται δύο ή περισσότερα επιμέρους υπουργεία. | |
| 53488 | υπερυπουργός | [ὑπερυπουργός] υ-πε-ρυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος της κυβέρνησης που είναι επικεφαλής υπερυπουργείου. | |
| 53489 | υπερυψώνω | [ὑπερυψώνω] υ-πε-ρυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερύψω-σε, υπερυψώ-θηκε, -μένος}: υψώνω κάτι σε ύψος μεγαλύτερο από κάτι άλλο ή πάνω από το συνηθισμένο ή κανονικό επίπεδο: Τμήμα του δαπέδου ~εται κατά μερικές βαθμίδες. ~μένο: ισόγειο/υπόγειο. [< μτγν. ὑπερυψῶ] | |
| 53490 | υπερύψωση | [ὑπερύψωση] υ-πε-ρύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση πάνω από ένα ορισμένο ή συνηθισμένο επίπεδο: ~ του δρόμου/του ισογείου/της στάθμης (του νερού). [< πβ. μτγν. ὑπερύψωσις 'ανώτατη εξύψωση'] | |
| 53491 | υπερφαγία | [ὑπερφαγία] υ-περ-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διατροφική διαταραχή που συνίσταται στην ανεξέλεγκτη και γρήγορη κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να ακολουθεί πρόκληση εμετού, και η οποία συνοδεύεται από αίσθημα ενοχής: επεισοδιακή/νυχτερινή/παρορμητική/συναισθηματική/ψυχαναγκαστική ~. Επεισόδια ~ας. Πβ. βουλιμία, πολυφαγία. Βλ. ανορεξία, παχυσαρκία, -φαγία. [< γαλλ. hyperphagie, 1912, πβ. αγγλ. hyperphagia, 1941] | |
| 53492 | υπερφάγος | [ὑπερφάγος] υ-περ-φά-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. άτομο που πάσχει από υπερφαγία. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. hyperphagique] | |
| 53493 | υπερφαλαγγίζω | [ὑπερφαλαγγίζω] υ-περ-φα-λαγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερφαλάγγι-σε, υπερφαλαγγί-στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υπερφαλαγγίζ-οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. υπερκεράζω 1. (μτφ.) ξεπερνώ, παρακάμπτω: Η ομάδα ~σε την αντίσταση των αντιπάλων και πέρασε στον τελικό. Τα κέρδη ~στηκαν από τα έξοδα της εταιρείας. 2. ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) περικυκλώνω την παράταξη του εχθρού προωθώντας προς τα εμπρός το ένα ή και τα δύο άκρα της φάλαγγάς μου: Ο στρατός επιχείρησε να ~σει το ύψωμα. [< 2: αρχ. ὑπερφαλαγγῶ] | |
| 53494 | υπερφαλάγγιση | [ὑπερφαλάγγιση] υ-περ-φα-λάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφαλαγγίζω: (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρικού στρατεύματος.|| (κυρ. μτφ.) ~ των εμποδίων (πβ. ξεπέρασμα, παράκαμψη, υπερκέραση). [< μτγν. ὑπερφαλάγγησις] | |
| 53086 | Υπερφεύγω | [ὑπεκφυγή] υ-πεκ-φυ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεκφεύγω: διάθεση/προσπάθεια ~ής. Πβ. ξεγλίστρημα.|| Άσε τις ~ές και πες μου την αλήθεια. Οφείλει να απαντήσει χωρίς ~ές (= περιστροφές). Βλ. μισόλογα. [< μτγν. ὑπεκφυγή ‘διαφυγή’, γαλλ. subterfuge] | |
| 53495 | υπερφίαλος | , η, ο [ὑπερφίαλος] υ-περ-φί-α-λος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αλαζονεία ή (για πρόσ.) που φέρεται αλαζονικά: ~ος: εγωισμός. ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: εγώ. Πβ. υπεροπτικός. Βλ. μετριόφρων. ● επίρρ.: υπερφίαλα [< αρχ. ὑπερφίαλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ