| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53506 | υπερφυσικός | , ή, ό [ὑπερφυσικός] υ-περ-φυ-σι-κός επίθ. 1. που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της πραγματικότητας· κατ' επέκτ. ανεξήγητος: ~ός: κόσμος. ~ό: γεγονός (βλ. θαύμα)/ον/πλάσμα/χάρισμα. ~ές: δυνάμεις (πβ. ηράκλειος)/ιδιότητες/ικανότητες. ~ά: φαινόμενα. Βλ. μετα-, παρα-φυσικός.|| (ως ουσ.) Πιστεύει στο ~ό. ΣΥΝ. υπερκόσμιος (1) 2. (μτφ.) πελώριος: ~ό: μέγεθος. ~ές: διαστάσεις. ΣΥΝ. τεράστιος ● ΣΥΜΠΛ.: υπερφυσικός μπεμπές βλ. μπεμπές [< γαλλ. surnaturel] | |
| 53507 | υπερφωσφαταιμία | [ὑπερφωσφαταιμία] υ-περ-φω-σφα-ται-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση συγκέντρωσης φωσφόρου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υποφωσφαταιμία [< αγγλ. hyperphosphat(a)emia, 1926, γαλλ. hyperphosphatémie, γερμ. Hyperphosphatämie] | |
| 53508 | υπερφωτισμός | [ὑπερφωτισμός] υ-περ-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): υπερβολικός φωτισμός: ~ των αστικών κέντρων. Βλ. φωτορύπανση.|| ~ φωτογραφίας. ΑΝΤ. υποφωτισμός | |
| 53509 | υπερχειλίζει | [ὑπερχειλίζει] υ-περ-χει-λί-ζει ρ. (αμτβ.) {υπερχείλι-σε, υπερχειλί-σει, -στεί, -σμένος, υπερχειλίζ-οντας}: ξεχειλίζει: ~σε το ποτάμι/το ρέμα/το φράγμα/ο χείμαρρος από τις σφοδρές βροχοπτώσεις.|| (μτφ.) ~σμένη: χωματερή. ΣΥΝ. πλημμυρίζει (1) | |
| 53510 | υπερχείλιση | [ὑπερχείλιση] υ-περ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ξεχείλισμα: ~ του ποταμού/φράγματος/χειμάρρου. ~ των δεξαμενών. Πβ. πλημμύρισμα, υπερεκχείλιση.|| Πισίνα με ~ (: στην οποία η επιφάνεια του νερού και το επιχείλιο βρίσκονται στο ίδιο ύψος). 2. ΠΛΗΡΟΦ. η κατάσταση που προκύπτει όταν το αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πράξης δύο αριθμών υπερβαίνει σε πλήθος ψηφίων τη χωρητικότητα μιας θέσης μνήμης. [< 1: γαλλ. déversement 2: αγγλ. overflow, 1951] | |
| 53511 | υπερχειλιστής | [ὑπερχειλιστής] υ-περ-χει-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. κατασκευή, συνήθ. τμήμα φράγματος, η οποία επιτρέπει την παροχέτευση των πλημμυρικών νερών: ~ ασφαλείας. Πβ. εκχειλιστής. Βλ. εκκενωτής.[< γαλλ. déversoir] | |
| 53512 | υπερχλωρικός | , ή, ό [ὑπερχλωρικός] υ-περ-χλω-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερχλωρικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμο οξύ του χλωρίου, το οποίο περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα οξυγόνου από το χλωρικό οξύ και αποτελεί ισχυρό οξειδωτικό μέσο. [< γαλλ. perchlorique] | |
| 53513 | υπερχλωρίωση | [ὑπερχλωρίωση] υ-περ-χλω-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση της ποσότητας χλωρίου στο νερό: ~ του δικτύου ύδρευσης/πισίνας. | |
| 53514 | υπερχλωρυδρία | [ὑπερχλωρυδρία] υ-περ-χλω-ρυ-δρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη ποσότητα υδροχλωρικού οξέος στο γαστρικό υγρό, η οποία προκαλεί ναυτία, αίσθημα καψίματος, δυσφορία ή/και εμετό, κυρ. μετά από γεύματα. [< γαλλ. hyperchlorhydrie, αγγλ. hyperchlorhydria] | |
| 53515 | υπερχολερυθριναιμία | [ὑπερχολερυθριναιμία] υ-περ-χο-λε-ρυ-θρι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση της χολερυθρίνης στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hyperbilirubin(a)emia, 1923] | |
| 53516 | υπερχοληστερολαιμία | [ὑπερχοληστερολαιμία] υ-περ-χο-λη-στε-ρο-λαι-μί-α ουσ. (θηλ.) & υπερχοληστεριναιμία: ΙΑΤΡ. υπερβολικά υψηλή συγκέντρωση χοληστερόλης στο αίμα: οικογενής ~. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hypercholester(ol)(a)emia, γαλλ. hypercholestérolémie, 1912] | |
| 53517 | υπερχορδές | [ὑπερχορδές] υ-περ-χορ-δές ουσ. (θηλ.) (οι): ΦΥΣ. υποθετικές μονοδιάστατες χορδές με ελάχιστο μήκος, από τις ταλαντώσεις των οποίων προκύπτουν τα θεμελιώδη σωματίδια της ύλης. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία των υπερχορδών: υπερσυμμετρική θεωρία των χορδών, η οποία αντιμετωπίζει κάθε στοιχειώδες σωματίδιο ως ταλάντωση μιας υπερχορδής σε συγκεκριμένη συχνότητα. [< αγγλ. superstring theory, 1982] [< αγγλ. superstring, 1975] | |
| 53518 | υπερχρεωμένος | , η, ο [ὑπερχρεωμένος] υ-περ-χρε-ω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει χρεωθεί υπερβολικά: ~η: επιχείρηση/χώρα. ~ο: κράτος. ~οι: καταναλωτές. ~α: νοικοκυριά. Πολίτες ~οι στις τράπεζες. ΣΥΝ. καταχρεωμένος [< αγγλ. overindebted, γαλλ. surendetté, 1985] | |
| 53519 | υπερχρεώνω | [ὑπερχρεώνω] υ-περ-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερχρέω-σε, υπερχρεώ-θηκε, -θεί, -μένος, υπερχρεών-οντας, κυρ. στο γ' πρόσ.} (επιτατ.) 1. (για προϊόν ή υπηρεσία) ορίζω πολύ υψηλή τιμή: Η μεταφορική εταιρεία ~ει τις υπερπόντιες μεταφορές. 2. επιβαρύνω με υπερβολικά μεγάλο χρέος: Οι δανεισμοί του κράτους ~ουν τους πολίτες. ~σε την πιστωτική της κάρτα με αλόγιστες αγορές. Πβ. καταχρεώνω. ● Παθ.: υπερχρεώνομαι: έχω υπερβολικά χρέη τα οποία συνήθ. αδυνατώ να εξοφλήσω: Πολλές επιχειρήσεις έχουν ~θεί στις τράπεζες. | |
| 53520 | υπερχρέωση | [ὑπερχρέωση] υ-περ-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική χρέωση: ~ των επιχειρήσεων/νοικοκυριών. [< αγγλ. overindebtedness, γαλλ. surendettement, 1972] | |
| 53521 | υπερχρηματοδότηση | [ὑπερχρηματοδότηση] υ-περ-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπερβολική, υπέρογκη χρηματοδότηση: ~ δημόσιων έργων. ΑΝΤ. υποχρηματοδότηση [< αγγλ. overfunding, 1963] | |
| 53522 | υπερχρήση | [ὑπερχρήση] υ-περ-χρή-ση ουσ. (θηλ.) & υπέρχρηση (επιτατ.): υπερβολική χρήση: ~ κινητών τηλεφώνων. Κάνει ~ αντιβιοτικών (= κατάχρηση· πβ. υπερκατανάλωση).|| ~ των φυσικών πόρων (= υπερεκμετάλλευση).|| (ΙΑΤΡ.) Αθλητές/μουσικοί με σύνδρομα ~ης (: καταστάσεις όπως τραυματισμοί, κακώσεις ή συνεχείς πόνοι, οι οποίες οφείλονται σε υπερβολικές ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις). Βλ. επικονδυλ-, τενοντ-ίτιδα, κόπωση. [< αγγλ. overuse] | |
| 53523 | υπερχρονικός | , ή, ό [ὑπερχρονικός] υ-περ-χρο-νι-κός επίθ.: που υπερβαίνει τον χρόνο, διαχρονικός: ~ά: σύμβολα. Θεσμοί με ~ό χαρακτήρα. Πβ. αιώνιος. Βλ. υπερτοπικός. [< αγγλ. supertemporal] | |
| 53524 | υπερχρονισμός | [ὑπερχρονισμός] υ-περ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. αύξηση της συχνότητας χρονισμού του υλικού του υπολογιστή πάνω από τις εργαστηριακές ρυθμίσεις, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσής του, χωρίς να γίνει αναβάθμιση: ~ του επεξεργαστή/της κάρτας (γραφικών). [< αγγλ. overclocking] | |
| 53525 | υπερχρωμία | [ὑπερχρωμία] υ-περ-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. τοπική ή γενική αύξηση του χρώματος κυρ. του δέρματος, η οποία οφείλεται στην παρουσία μεγάλης ποσότητας χρωστικής. Βλ. δερματοπάθεια. 2. αυξημένη περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Βλ. -χρωμία. [< 1: γαλλ. hyperchromie, 1901, 2: αγγλ. hyperchromia, 1931, γαλλ. hyperchromie, 1962] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ