| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53496 | υπερφιλελεύθερος | , η, ο [ὑπερφιλελεύθερος] υ-περ-φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ φιλελεύθερος, που υποστηρίζει σε υπέρμετρο βαθμό την ιδέα της ελευθερίας ή του φιλελευθερισμού: ~ο: μοντέλο διακυβέρνησης. | |
| 53497 | υπερφιλόδοξος | , η, ο [ὑπερφιλόδοξος] υ-περ-φι-λό-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ, υπερβολικά φιλόδοξος: ~ο: εγχείρημα/σχέδιο.|| (για πρόσ.) ~α: στελέχη. | |
| 53498 | υπερφορολόγηση | [ὑπερφορολόγηση] υ-περ-φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): πολύ υψηλή φορολόγηση: ~ των μισθωτών/πολιτών. ~ των εισοδημάτων. Πβ. χαράτσωμα. [< αγγλ. overtaxation] | |
| 53499 | υπερφορολογώ | [ὑπερφορολογῶ] υ-περ-φο-ρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υπερφορολογ-εί ... | υπερφορολογ-ήσει, -είται, -ηθεί, -ώντας}: επιβάλλω υψηλότερη φορολογία από αυτή που κρίνεται απαραίτητη ή δίκαιη: Το κράτος/η κυβέρνηση ~εί τα εισοδήματα των εργαζομένων. Πβ. χαρατσώνω. [< αγγλ. overtax] | |
| 53500 | υπερφορτίζω | [ὑπερφορτίζω] υ-περ-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερφορτί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} 1. ΗΛΕΚΤΡ. τροφοδοτώ με υπερβολική ποσότητα ηλεκτρικού φορτίου: ~ την μπαταρία. 2. (μτφ.-επιτατ.) επιβαρύνω: Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ~εται με πληροφορίες. Το κλίμα μεταξύ τους ~στηκε (= εντάθηκε). [< 1: αγγλ. overcharge 2: γαλλ. surcharger] | |
| 53501 | υπερφόρτιση | [ὑπερφόρτιση] υ-περ-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφορτίζω: ~ συσκευών. Πβ. υπερφόρτωση. Βλ. απο-, εκ-φόρτιση, υπέρταση. 2. έντονη σωματική ή/και συναισθηματική επιβάρυνση: ~ των αρθρώσεων/μυών. Η ~ και το άγχος της καθημερινότητας. [< 1: αγγλ. overcharge 2: γαλλ. surcharge] | |
| 53502 | υπερφορτώνω | [ὑπερφορτώνω] υ-περ-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερφόρτω-σε, υπερφορτώ-σει, -θηκε, -μένος, υπερφορτών-οντας}: φορτώνω υπερβολικά: ~μένο: φορτηγό.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Το σύστημα ~θηκε από τις συνεχείς αναζητήσεις των χρηστών.|| (μτφ.) ~μένο: πρόγραμμα. [< μεσν. υπερφορτώνω] | |
| 53503 | υπερφόρτωση | [ὑπερφόρτωση] υ-περ-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερφορτώνω: ~ των οχημάτων.|| ~ των γραμμών (του τηλεφώνου)/του δικτύου/του συστήματος. ~ || ~ εργασίας/πληροφοριών (: του εγκεφάλου με πληροφορίες). Βλ. φόρτος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Βραχυκύκλωμα λόγω ~ης. Πβ. υπερφόρτιση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σιδήρου. Η αυξημένη πίεση προκαλεί ~ της καρδιάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ /συναρτήσεων/τελεστών. [< γαλλ. surcharge, αγγλ. overload] | |
| 53504 | υπερφρούτο | [ὑπερφροῦτο] υ-περ-φρού-το ουσ. (ουδ.): φρούτο εξαιρετικά πλούσιο σε θρεπτικές και αντιοξειδωτικές ουσίες. Βλ. αχλαδόμηλο, γιούζου, υπερτροφή. [< αγγλ. superfruit, 2005] | |
| 53505 | υπερφυής | , ής, ές [ὑπερφυής] υ-περ-φυ-ής επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. υπερφυσικός: ~ής: προσευχή (του Ιησού). ~ές: θαύμα/μυστήριο (της Θείας Ευχαριστίας). Το ~ές γεγονός της γέννησης/σύλληψης του Χριστού. Βλ. -φυής. [< αρχ. ὑπερφυής] | |
| 53506 | υπερφυσικός | , ή, ό [ὑπερφυσικός] υ-περ-φυ-σι-κός επίθ. 1. που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της πραγματικότητας· κατ' επέκτ. ανεξήγητος: ~ός: κόσμος. ~ό: γεγονός (βλ. θαύμα)/ον/πλάσμα/χάρισμα. ~ές: δυνάμεις (πβ. ηράκλειος)/ιδιότητες/ικανότητες. ~ά: φαινόμενα. Βλ. μετα-, παρα-φυσικός.|| (ως ουσ.) Πιστεύει στο ~ό. ΣΥΝ. υπερκόσμιος (1) 2. (μτφ.) πελώριος: ~ό: μέγεθος. ~ές: διαστάσεις. ΣΥΝ. τεράστιος ● ΣΥΜΠΛ.: υπερφυσικός μπεμπές βλ. μπεμπές [< γαλλ. surnaturel] | |
| 53507 | υπερφωσφαταιμία | [ὑπερφωσφαταιμία] υ-περ-φω-σφα-ται-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση συγκέντρωσης φωσφόρου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υποφωσφαταιμία [< αγγλ. hyperphosphat(a)emia, 1926, γαλλ. hyperphosphatémie, γερμ. Hyperphosphatämie] | |
| 53508 | υπερφωτισμός | [ὑπερφωτισμός] υ-περ-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): υπερβολικός φωτισμός: ~ των αστικών κέντρων. Βλ. φωτορύπανση.|| ~ φωτογραφίας. ΑΝΤ. υποφωτισμός | |
| 53509 | υπερχειλίζει | [ὑπερχειλίζει] υ-περ-χει-λί-ζει ρ. (αμτβ.) {υπερχείλι-σε, υπερχειλί-σει, -στεί, -σμένος, υπερχειλίζ-οντας}: ξεχειλίζει: ~σε το ποτάμι/το ρέμα/το φράγμα/ο χείμαρρος από τις σφοδρές βροχοπτώσεις.|| (μτφ.) ~σμένη: χωματερή. ΣΥΝ. πλημμυρίζει (1) | |
| 53510 | υπερχείλιση | [ὑπερχείλιση] υ-περ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ξεχείλισμα: ~ του ποταμού/φράγματος/χειμάρρου. ~ των δεξαμενών. Πβ. πλημμύρισμα, υπερεκχείλιση.|| Πισίνα με ~ (: στην οποία η επιφάνεια του νερού και το επιχείλιο βρίσκονται στο ίδιο ύψος). 2. ΠΛΗΡΟΦ. η κατάσταση που προκύπτει όταν το αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πράξης δύο αριθμών υπερβαίνει σε πλήθος ψηφίων τη χωρητικότητα μιας θέσης μνήμης. [< 1: γαλλ. déversement 2: αγγλ. overflow, 1951] | |
| 53511 | υπερχειλιστής | [ὑπερχειλιστής] υ-περ-χει-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. κατασκευή, συνήθ. τμήμα φράγματος, η οποία επιτρέπει την παροχέτευση των πλημμυρικών νερών: ~ ασφαλείας. Πβ. εκχειλιστής. Βλ. εκκενωτής.[< γαλλ. déversoir] | |
| 53512 | υπερχλωρικός | , ή, ό [ὑπερχλωρικός] υ-περ-χλω-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερχλωρικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμο οξύ του χλωρίου, το οποίο περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα οξυγόνου από το χλωρικό οξύ και αποτελεί ισχυρό οξειδωτικό μέσο. [< γαλλ. perchlorique] | |
| 53513 | υπερχλωρίωση | [ὑπερχλωρίωση] υ-περ-χλω-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση της ποσότητας χλωρίου στο νερό: ~ του δικτύου ύδρευσης/πισίνας. | |
| 53514 | υπερχλωρυδρία | [ὑπερχλωρυδρία] υ-περ-χλω-ρυ-δρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη ποσότητα υδροχλωρικού οξέος στο γαστρικό υγρό, η οποία προκαλεί ναυτία, αίσθημα καψίματος, δυσφορία ή/και εμετό, κυρ. μετά από γεύματα. [< γαλλ. hyperchlorhydrie, αγγλ. hyperchlorhydria] | |
| 53515 | υπερχολερυθριναιμία | [ὑπερχολερυθριναιμία] υ-περ-χο-λε-ρυ-θρι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση της χολερυθρίνης στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hyperbilirubin(a)emia, 1923] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ