Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54020-54040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53516υπερχοληστερολαιμία[ὑπερχοληστερολαιμία] υ-περ-χο-λη-στε-ρο-λαι-μί-α ουσ. (θηλ.) & υπερχοληστεριναιμία: ΙΑΤΡ. υπερβολικά υψηλή συγκέντρωση χοληστερόλης στο αίμα: οικογενής ~. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hypercholester(ol)(a)emia, γαλλ. hypercholestérolémie, 1912]
53517υπερχορδές[ὑπερχορδές] υ-περ-χορ-δές ουσ. (θηλ.) (οι): ΦΥΣ. υποθετικές μονοδιάστατες χορδές με ελάχιστο μήκος, από τις ταλαντώσεις των οποίων προκύπτουν τα θεμελιώδη σωματίδια της ύλης. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία των υπερχορδών: υπερσυμμετρική θεωρία των χορδών, η οποία αντιμετωπίζει κάθε στοιχειώδες σωματίδιο ως ταλάντωση μιας υπερχορδής σε συγκεκριμένη συχνότητα. [< αγγλ. superstring theory, 1982] [< αγγλ. superstring, 1975]
53518υπερχρεωμένος, η, ο [ὑπερχρεωμένος] υ-περ-χρε-ω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει χρεωθεί υπερβολικά: ~η: επιχείρηση/χώρα. ~ο: κράτος. ~οι: καταναλωτές. ~α: νοικοκυριά. Πολίτες ~οι στις τράπεζες. ΣΥΝ. καταχρεωμένος [< αγγλ. overindebted, γαλλ. surendetté, 1985]
53519υπερχρεώνω[ὑπερχρεώνω] υ-περ-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υπερχρέω-σε, υπερχρεώ-θηκε, -θεί, -μένος, υπερχρεών-οντας, κυρ. στο γ' πρόσ.} (επιτατ.) 1. (για προϊόν ή υπηρεσία) ορίζω πολύ υψηλή τιμή: Η μεταφορική εταιρεία ~ει τις υπερπόντιες μεταφορές. 2. επιβαρύνω με υπερβολικά μεγάλο χρέος: Οι δανεισμοί του κράτους ~ουν τους πολίτες. ~σε την πιστωτική της κάρτα με αλόγιστες αγορές. Πβ. καταχρεώνω. ● Παθ.: υπερχρεώνομαι: έχω υπερβολικά χρέη τα οποία συνήθ. αδυνατώ να εξοφλήσω: Πολλές επιχειρήσεις έχουν ~θεί στις τράπεζες.
53520υπερχρέωση[ὑπερχρέωση] υ-περ-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική χρέωση: ~ των επιχειρήσεων/νοικοκυριών. [< αγγλ. overindebtedness, γαλλ. surendettement, 1972]
53521υπερχρηματοδότηση[ὑπερχρηματοδότηση] υ-περ-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπερβολική, υπέρογκη χρηματοδότηση: ~ δημόσιων έργων. ΑΝΤ. υποχρηματοδότηση [< αγγλ. overfunding, 1963]
53522υπερχρήση[ὑπερχρήση] υ-περ-χρή-ση ουσ. (θηλ.) & υπέρχρηση (επιτατ.): υπερβολική χρήση: ~ κινητών τηλεφώνων. Κάνει ~ αντιβιοτικών (= κατάχρηση· πβ. υπερκατανάλωση).|| ~ των φυσικών πόρων (= υπερεκμετάλλευση).|| (ΙΑΤΡ.) Αθλητές/μουσικοί με σύνδρομα ~ης (: καταστάσεις όπως τραυματισμοί, κακώσεις ή συνεχείς πόνοι, οι οποίες οφείλονται σε υπερβολικές ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις). Βλ. επικονδυλ-, τενοντ-ίτιδα, κόπωση. [< αγγλ. overuse]
53523υπερχρονικός, ή, ό [ὑπερχρονικός] υ-περ-χρο-νι-κός επίθ.: που υπερβαίνει τον χρόνο, διαχρονικός: ~ά: σύμβολα. Θεσμοί με ~ό χαρακτήρα. Πβ. αιώνιος. Βλ. υπερτοπικός. [< αγγλ. supertemporal]
53524υπερχρονισμός[ὑπερχρονισμός] υ-περ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. αύξηση της συχνότητας χρονισμού του υλικού του υπολογιστή πάνω από τις εργαστηριακές ρυθμίσεις, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσής του, χωρίς να γίνει αναβάθμιση: ~ του επεξεργαστή/της κάρτας (γραφικών). [< αγγλ. overclocking]
53525υπερχρωμία[ὑπερχρωμία] υ-περ-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. τοπική ή γενική αύξηση του χρώματος κυρ. του δέρματος, η οποία οφείλεται στην παρουσία μεγάλης ποσότητας χρωστικής. Βλ. δερματοπάθεια. 2. αυξημένη περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Βλ. -χρωμία. [< 1: γαλλ. hyperchromie, 1901, 2: αγγλ. hyperchromia, 1931, γαλλ. hyperchromie, 1962]
53526υπερψηφίζω[ὑπερψηφίζω] υ-περ-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερψήφι-σε, υπερψηφί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπερψηφίζ-οντας}: δίνω θετική ψήφο, εγκρίνω: Η Βουλή ~σε το νομοσχέδιο/την τροπολογία. ~στηκε ο προϋπολογισμός/η σύμβαση (για την κατασκευή του έργου). ΣΥΝ. ψηφίζω (2) ΑΝΤ. καταψηφίζω
53527υπερψήφιση[ὑπερψήφιση] υ-περ-ψή-φι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερψηφίζω: ~ του νόμου/της πρότασης/της συνθήκης/του σχεδίου (αναδιάρθρωσης). Πβ. ψήφιση, ψήφος. ΑΝΤ. καταψήφιση
53528υπερώα[ὑπερῴα] υ-πε-ρώ-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ουρανίσκος: μαλ(θ)ακή (: το πίσω τμήμα, προς τον φάρυγγα)/σκληρή (: το μπροστινό τμήμα) ~. [< αρχ. ὑπερῴα]
53529υπερωικός, ή, ό [ὑπερωικός] υ-πε-ρω-ι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που παράγεται, όταν το πίσω μέρος της γλώσσας ακουμπά στο μαλακό τμήμα της υπερώας: ~ά: σύμφωνα/φωνήεντα. Βλ. ουρανικός.
53530υπερώιος, α, ο [ὑπερώιος] υ-πε-ρώ-ι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στην υπερώα: ~α: οστά. [< μτγν. ὑπερῷος]
53531υπερωκεάνιο[ὑπερωκεάνιο] υ-πε-ρω-κε-ά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: επιβατηγό πλοίο μεγάλων διαστάσεων το οποίο εκτελεί υπερπόντια ταξίδια: πολυτελές ~. [< γαλλ. transatlantique, 1870]
53532υπερωκεάνιος, α, ο [ὑπερωκεάνιος] υ-πε-ρω-κε-ά-νι-ος επίθ.: που διασχίζει τον ωκεανό ή γίνεται μέσω αυτού: ~ο: πλοίο. ~ες: πτήσεις.|| ~ο: ταξίδι. Βλ. υπερ-ατλαντικός, -πόντιος. [< μτγν. ὑπερωκεάνιος 'αυτός που βρίσκεται πέρα από τον Ωκεανό, τεράστιος', γαλλ. transocéanique, transatlantique]
53533υπερωνυμία[ὑπερωνυμία] υ-πε-ρω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σημασιολογική σχέση μεταξύ δύο λέξεων από τις οποίες η μία έχει ευρύτερη σημασία και εμπεριέχει την άλλη. Βλ. υπωνυμία, -ωνυμία. [< γαλλ. hyperonymie, αγγλ. hypernymy, 1971]
53534υπερώνυμο[ὑπερώνυμο] υ-πε-ρώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύμου}: ΓΛΩΣΣ. λέξη με ευρεία σημασία η οποία περιλαμβάνει άλλες με στενότερη σημασία: π.χ. η λέξη "ζώο" είναι ~ της λέξης "γάτα". Βλ. υπώνυμο. [< γαλλ. hyperonyme, περ. 1960, αγγλ. hypernym, 1971, πβ. μτγν. επίθ. ὑπερώνυμος 'άφατος, απερίγραπτος']
53535υπερώο[ὑπερῷο] υ-πε-ρώ-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) ΑΡΧΙΤ. 1. σοφίτα: διώροφο κτίριο με ~. 2. εξώστης συνήθ. θεάτρου ή κινηματογράφου: Η πλατεία γέμισε, αλλά στο ~ υπήρχαν κενές θέσεις. Πβ. γαλαρία. 3. γυναικωνίτης. [< αρχ. ὑπερῷον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.