| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53547 | υπεύθυνος | , η, ο [ὑπεύθυνος] υ-πεύ-θυ-νος επίθ./ουσ. {(ως ουσ. λόγ.) υπευθ-ύνου} 1. που έχει επιφορτιστεί με κάποια ευθύνη και ειδικότ. με την οργάνωση και τον έλεγχο ή τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή έργου: ~ος: εκδότης/καθηγητής/λογιστής/προϊστάμενος/συντονιστής/υπάλληλος/φορέας. (κατ' επέκτ.) ~η: θέση/υπηρεσία (= αρμόδια). ~ο: πόστο.|| (ως ουσ.) Ο ~ ασφαλείας/βιβλιοθήκης/δημοσίων σχέσεων/διαφήμισης/(της) διοργάνωσης/επικοινωνίας/εργαστηρίου/της ιστοσελίδας/λογιστηρίου/μηχανογράφησης/παραγωγής/προγράμματος/σπουδών/του τομέα (πολιτισμού)/Τύπου/ύλης (εφημερίδας/περιοδικού). Ακαδημαϊκός/επιστημονικός ~. Για παράπονα απευθυνθείτε στον ~ο του (υπο)καταστήματος. Σε καθιστώ ~ο για οτιδήποτε συμβεί όσο λείπω. 2. που ευθύνεται για κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, υπαίτιος: Τον θεώρησε ~ο για το ατύχημα του γιου της. Είσαι ~ για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί.|| (ως ουσ.) Συνελήφθησαν οι ~οι των επεισοδίων. Οι ~οι θα πρέπει να λογοδοτήσουν. Πβ. αίτιος, ένοχος, πρόξενος2, φταίχτης. Βλ. συν~. ΑΝΤ. ανεύθυνος (2), ανυπαίτιος 3. (για κάτι) που γίνεται ή (για κάποιον) που ενεργεί με αίσθημα ευθύνης: ~η: αντιμετώπιση/απάντηση/γνώμη/δουλειά/ενημέρωση/εργασία/συμπεριφορά.|| ~ος: επαγγελματίας. ~ο: άτομο. Είχαμε έγκυρη πληροφόρηση από ~α χείλη (: από αρμόδιους για το ζήτημα, συνήθ. από επίσημη Αρχή). Πβ. ευσυνείδητος, συνεπής.|| Καθένας είναι ~ για τις επιλογές/πράξεις του. ΑΝΤ. ανεύθυνος (1) ● επίρρ.: υπεύθυνα & (λόγ.) υπευθύνως ● ΣΥΜΠΛ.: αστικώς υπεύθυνος: ΝΟΜ. πρόσωπο που υποχρεώνεται από τον νόμο να καταβάλει αποζημίωση για πράξη ή παράλειψη στον πολιτικό ενάγοντα., υπεύθυνη δήλωση βλ. δήλωση ● ΦΡ.: κατά παντός υπευθύνου: ΝΟΜ. εναντίον καθενός που φέρει ευθύνη για κάτι: καταγγελία/μέτρα/μήνυση/ποινική δίωξη ~ ~. [< 1,2: γαλλ. responsable 3: αρχ. ὑπεύθυνος] | |
| 53548 | υπευθυνότητα | [ὑπευθυνότητα] υ-πευ-θυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συναίσθηση ευθύνης: επαγγελματική/εταιρική/κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική ~. Αίσθημα/έλλειψη/επίδειξη/πνεύμα ~ας. Η αρχή της ~ας. Πβ. ευσυνειδησία, συνέπεια. ΑΝΤ. ανευθυνότητα 2. ανάληψη ευθύνης: ο ρόλος και οι ~ες του επιθεωρητή. Η κατασκευαστική εταιρεία έχει την ~ για την ανέγερση του σχολείου. Βλ. -ότητα, συν~, υπαιτιότητα. [< γαλλ. responsabilité] | |
| 53549 | υπέχω | [ὑπέχω] υ-πέ-χω (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. υπείχε} (επίσ.): έχω, φέρω: Το κατάστημα δεν ~ει ευθύνη (= δεν ευθύνεται) για τυχόν απώλεια των προσωπικών σας αντικειμένων. Η εταιρεία ~ει υποχρέωση ελέγχου τιμών.|| (λόγ., + γεν.) ~ει στρατιωτικής υποχρέωσης. [< αρχ. ὑπέχω ‘υποβαστάζω, λογοδοτώ, αναλαμβάνω την υποχρέωση’] | |
| 53550 | υπήγαγα | βλ. υπάγω | |
| 53551 | υπήκοος | [ὑπήκοος] υ-πή-κο-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {υπηκό-ου | -ων}: ΝΟΜ. φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους: Έλληνας/κοινοτικός (χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/ξένος ~. Κοινωνική ένταξη ~ων τρίτων χωρών (στην ελληνική επικράτεια). [< αρχ. ὑπήκοος ‘υποτελής, υποτεταγμένος’] | |
| 53552 | υπηκοότητα | [ὑπηκοότητα] υ-πη-κο-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο δεσμός ενός ατόμου με το κράτος του οποίου είναι μέλος: διπλή/εθνική/ελληνική/ευρωπαϊκή ~. Απέκτησε/πήρε την αμερικανική ~. Άλλαξε ~.|| Ψηφιακή ~. Βλ. εθνικότητα, ιθαγένεια, πολιτειότητα, -ότητα. [< γερμ. Staatsangehörigkeit, Untertänigkeit] | |
| 53553 | υπήνεμος | , η, ο [ὑπήνεμος] υ-πή-νε-μος επίθ. (λόγ.): απάνεμος. Πβ. σταβέντο. ΣΥΝ. απάγκιος ΑΝΤ. προσήνεμος [< αρχ. ὑπήνεμος] | |
| 53554 | υπηρεσία | [ὑπηρεσία] υ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εργασία που ανατίθεται σε δημόσιο συνήθ. υπάλληλο ή στρατιωτικό και ο χρόνος που διαρκεί: ~ γραφείου. Αναλαμβάνω/εκτελώ ~. Άρνηση ~ας.|| Βρίσκεται/είναι/τίθεται εκτός ~ας (: απολύεται ή απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του). Απαγορεύεται η εγκατάλειψη του πόστου σας εν/σε ώρα ~ας. (λόγ.) Σκοτώθηκαν εν ~.|| Αξιωματικός/λοχίας/υπάλληλος ~ας (: που αναλαμβάνει την εκτέλεση μιας εργασίας ανά τακτά διαστήματα και για ορισμένο χρόνο).|| Έχει έξι χρόνια ~ σε τράπεζα. Πβ. προϋπηρεσία.|| Συντάξιμη ~. Αποσύρθηκε από την ενεργό ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ένοπλη ~. Ελεύθερος ~ας. 2. (συνεκδ.) τομέας ή κλάδος, συνήθ. με ιεραρχική οργάνωση, που είναι επιφορτισμένος με συγκεκριμένο έργο: αρμόδια/διοικητική/ιατρική/νομική/νοσηλευτική/οικονομική/συμβουλευτική/ταμειακή/τελωνειακή/τεχνική/υγειονομική ~. Δημόσιες ~ες (απασχόλησης). ~ ασφαλείας/βιβλιοθήκης/διαμεσολάβησης/διαχείρισης/εκδόσεων/επικοινωνίας/(τηλεφωνικού) καταλόγου/Τύπου/υγείας/χαρτογράφησης. Γραφεία και ~ες του δήμου/κράτους/οργανισμού/πανεπιστημίου/υπουργείου. Διάρθρωση/λειτουργία/οργάνωση της ~ας. Ο προϊστάμενος/το προσωπικό της ~ας. Πβ. Αρχή.|| (σε επωνυμίες κρατικών ~ών, με κεφαλ. Υ) ~ Πολιτικής Αεροπορίας (ακρ. ΥΠΑ). Γεωγραφική ~ Στρατού (ακρ. ΓΥΣ). Μεταφραστική ~ του Υπουργείου Εξωτερικών. Υδρογραφική ~ του Πολεμικού Ναυτικού. Eθνική ~ Πληροφοριών (ακρ. EYΠ). 3. το σύνολο των παροχών που προσφέρει μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/νόμιμη/ταχυδρομική/τηλεφωνική ~. Δωρεάν ~ ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων. Έλεγχος/κατάσταση/ποιότητα/χρεώση ~ών. Οι ~ες του ξενοδοχείου είναι άψογες. Βλ. τηλεϋπηρεσίες. 4. προσφορά, συνήθ. χωρίς αντάλλαγμα, υπηρέτηση σκοπού: Του απένειμαν παράσημο για τις εξαίρετες/πολύτιμες ~ες του στο έθνος.|| Η επιστήμη (τίθεται) στην ~ των ανθρώπων. Έθεσε τον εαυτό του στην ~ του Θεού/του κοινωνικού συνόλου/της πατρίδας. Πβ. διακονία. 5. (συνεκδ.-κυρ. παλαιότ.) υπηρέτης ή υπηρετικό προσωπικό: δωμάτιο/είσοδος/σκάλα/στολή ~ας. Πβ. οικιακή βοηθός, παραδουλεύτρα. ● υπηρεσίες (οι): μη υλικά αγαθά που προσφέρονται από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και συγκροτούν τον τριτογενή τομέα παραγωγής. ● ΣΥΜΠΛ.: καλές υπηρεσίες: ΠΟΛΙΤ. διπλωματική παρέμβαση τρίτου προσώπου ή κράτους για την ειρηνική επίλυση διαφορών., κινητές υπηρεσίες: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που προσφέρει ένα κινητό τηλέφωνο στον χρήστη εκτός από τις υπηρεσίες φωνής και γραπτών μηνυμάτων: ~ ~ δεδομένων. [< αγγλ. mobile services] , κοινωνικές υπηρεσίες: παροχές που δίνονται από ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς για την οικονομική, ψυχολογική ή πνευματική στήριξη των μελών μιας κοινωνίας· συνεκδ. οι αντίστοιχοι φορείς: ~ ~ του δήμου/κοινής ωφέλειας. [< αγγλ. social services] , υπηρεσία μιας στάσης: εταιρεία ή γραφείο που προσφέρει γρήγορα και άμεσα ποικιλία υπηρεσιών στους πελάτες, όπως συμβουλές, πληροφόρηση ή χορήγηση βεβαιώσεων και δικαιολογητικών. [< αγγλ. one-stop shop] , υπηρεσία υπαίθρου (επίσ.): αγροτικό: γιατρός υπόχρεος ~ας ~., (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία βλ. μετεωρολογικός, ανάληψη υπηρεσίας βλ. ανάληψη, Αρχαιολογική Υπηρεσία βλ. αρχαιολογικός, αστυκτηνιατρική υπηρεσία βλ. αστυκτηνιατρικός, δελτίο παροχής υπηρεσιών βλ. δελτίο, διατεταγμένη υπηρεσία βλ. διατάσσω, Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία βλ. εθελοντικός, καθολική υπηρεσία βλ. καθολικός, μυστικές υπηρεσίες βλ. μυστικός, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, στολή υπηρεσίας βλ. στολή, υπηρεσία δωματίου βλ. δωμάτιο ● ΦΡ.: είμαι/έχω υπηρεσία: είναι η σειρά μου να εκτελέσω μια εργασία, η οποία ανατίθεται συνήθ. διαδοχικά σε άτομα ανά τακτά χρονικά διαστήματα., εξέρχομαι της υπηρεσίας (επίσ.): φεύγω, αποχωρώ από δημόσια υπηρεσία, κυρ. λόγω συνταξιοδότησης: Ο Νόμος ισχύει για όσους υπαλλήλους ~ονται ~ από ... [< 1,2,3: γαλλ. service 4: αρχ. ὑπηρεσία 5: γαλλ. femme de service] | |
| 53555 | υπηρεσιακός | , ή, ό [ὑπηρεσιακός] υ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ. 1. που ανήκει σε συγκεκριμένη υπηρεσία ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: μηχανισμός/φάκελος. ~ή: άδεια/αλληλογραφία/αποστολή/γλώσσα/εξέλιξη/επιτροπή/θέση/ιδιότητα/μονάδα/σύσκεψη. ~ό: αυτοκίνητο/όπλο (αστυνομικού)/όχημα/σημείωμα/ταξίδι. ~οί: λόγοι/παράγοντες. ~ές: ανάγκες. ~ά: έγγραφα/θέματα. Διαβουλεύσεις σε ~ό επίπεδο. Βλ. ενδοϋπηρεσιακός, εξω~, προϋπηρεσιακός.|| ~ό: ύφος (= σοβαρό, τυπικό). 2. που ασκεί προσωρινά τα καθήκοντά του: ~ός: πρόεδρος/προπονητής/τεχνικός (αθλητικής ομάδας)/(υφ)υπουργός. ● επίρρ.: υπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρεσιακή έκθεση: έκθεση αξιολόγησης δημοσίου υπαλλήλου, η οποία συντάσσεται από τον προϊστάμενό του σε τακτά χρονικά διαστήματα., υπηρεσιακή κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. διορισμένη κυβέρνηση η οποία συγκροτείται προσωρινά, κατά κανόνα από μη πολιτικά πρόσωπα, με αποκλειστικό έργο τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών., υπηρεσιακό συμβούλιο: συμβούλιο με αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί και να αποφασίζει σχετικά με κάθε μεταβολή της κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων: Ανώτατο Περιφερειακό ~ ~ (Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης)., εκπαιδευτική άδεια βλ. άδεια, υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός βλ. πρωθυπουργός | |
| 53556 | υπηρέτης | [ὑπηρέτης] υ-πη-ρέ-της ουσ. (αρσ.) 1. άνδρας που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: αφοσιωμένος/πιστός/προσωπικός ~. Οικιακοί ~ες. Πβ. υπηρεσία. Βλ. κύριος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ ελαφρού οπλισμού (: ειδικότητα του Πεζικού). 2. (μτφ.) αυτός που ενεργεί με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια για το γενικό καλό, για την προώθηση μιας αξίας ή την εκπλήρωση ενός σκοπού: ~ της αλήθειας/της δικαιοσύνης. Ακούραστος/γνήσιος/σεμνός ~ του λόγου/της τέχνης.|| (κατ' επέκτ.) Το κράτος ως ~ του λαού/των πολιτών.|| ~ του Θεού. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσωπο ή θεσμό) αυτός που είναι χειραγωγούμενος: ~ του ιμπεριαλισμού/των συμφερόντων του κεφαλαίου. 4. ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. ὑπηρέτης ‘κωπηλάτης, εργάτης, βοηθός’ 4: αγγλ. server, 1972] | |
| 53557 | υπηρέτηση | [ὑπηρέτηση] υ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) προσφορά υπηρεσιών, εργασία για την προώθηση αξίας, θεσμού ή σκοπού ή για την εξυπηρέτηση προσώπου: ~ της αλήθειας/των αναγκών (της αγοράς/κοινωνίας)/του δημοσίου συμφέροντος/των εθνικών θεμάτων/των στόχων. 2. εκπλήρωση: ~ της (στρατιωτικής) θητείας. Βλ. συν~. [< αρχ. ὑπηρέτησις] | |
| 53558 | υπηρετικός | , ή, ό [ὑπηρετικός] υ-πη-ρε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε υπηρέτη ή αρμόζει σε αυτόν: ~ή: στολή.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: συμπεριφορά (= δουλοπρεπής). ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρετικό προσωπικό: το σύνολο των υπηρετών και υπηρετριών σε ένα σπίτι. [< αρχ. ὑπηρετικός, γαλλ. gens de service] | |
| 53559 | υπηρέτρια | [ὑπηρέτρια] υ-πη-ρέ-τρι-α ουσ. (θηλ.): γυναίκα που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: νεαρή/πιστή ~ σε αρχοντικό. Πβ. παραδουλεύτρα, υπηρεσία. ΣΥΝ. οικιακή βοηθός ● Υποκ.: υπηρετριούλα (η) ● βλ. υπηρέτης [< μτγν. ὑπηρέτρια] | |
| 55570 | υπηρετώ | φρου-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο επιφορτισμένο με τη φύλαξη ή προστασία χώρου ή προσώπου: αστυνομικός/εξωτερικός/προσωπικός (πβ. σωματοφύλακας) ~. Ιδιωτικοί/πάνοπλοι ~οί. ~ των συνόρων/της τράπεζας/των φυλακών. Η στολή/το υπηρεσιακό περίστροφο του ~ού. ~οί στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη (βλ. εύζωνας). Πβ. φύλακας. Βλ. εθνο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στην πύλη. Πβ. σκοπός. 2. (μτφ.) υπερασπιστής, προστάτης: Το κράτος οφείλει να είναι ο ~ των δικαιωμάτων των πολιτών (πβ. υπέρμαχος). Ο φάρος στέκει άγρυπνος/ακοίμητος ~ στην είσοδο του λιμανιού. Τα φρούτα είναι ~οί της υγείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδικός φρουρός: πρόσωπο που υπηρετεί σε ειδική υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας με αποστολή τη φύλαξη ευπαθών στόχων, τη διενέργεια περιπολιών και τη συγκρότηση αποσπασμάτων για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων μορφών εγκληματικότητας., φρουρός λεμφαδένας βλ. λεμφαδένες [< 1: αρχ. φρουρός, γαλλ. garde] | |
| 53560 | υπηρετώ | [ὑπηρετῶ] υ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπηρετ-είς ... | υπηρέτ-ησα, -είται, -ηθεί, -ώντας} 1. προσφέρω υπηρεσίες, εργάζομαι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~εί το έθνος/το θέατρο/τους νόμους/την πατρίδα/το Σύνταγμα/το σύστημα/την τέχνη. ~ώντας υψηλά ιδανικά. Η τακτική που θα εφαρμόσουμε ~εί τους στόχους μας.|| Tον ~ησε πιστά από τη θέση του γραμματέα.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ούν τις πολιτικές σκοπιμότητες/τα συμφέροντα των αντιπάλων. Έχει την απαίτηση όλοι να τον ~ούν. Πβ. εξ~. 2. εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία: ~ησε στα σύνορα. 3. εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος ή ως στρατιωτικός: ~εί στο Δημόσιο/στη Μέση Εκπαίδευση/στο Ναυτικό/στην Πολεμική Αεροπορία/στο Υπουργείο (Παιδείας). ~ησε πέντε χρόνια σε ακριτική περιοχή. Σε ποιο σχολείο/τι θέση ~είς; ~εί στο γραφείο του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Βλ. συν~. [< 1: αρχ. ὑπηρετῶ 2,3: γαλλ. servir] | |
| 53561 | υπηρετών | , ούσα, ούν [ὑπηρετῶν] υ-πη-ρε-τών επίθ. {υπηρετ-ούντος, -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που υπηρετεί σε κάποια θέση: ~ούν: προσωπικό. ~ούντες: διευθυντές/εκπαιδευτικοί/στρατιώτες. ~ούντα: μέλη. Οι (μόνιμοι) ~ούντες υπάλληλοι (του Δημοσίου). Πρόγραμμα επιμόρφωσης ~ούντων καθηγητών. Η ~ούσα δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος. | |
| 53562 | υπήχθη | βλ. υπάγω | |
| 53563 | υπίατρος | [ὑπίατρος] υ-πί-α-τρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός γιατρός με βαθμό αντίστοιχο του υπολοχαγού. Βλ. -ίατρος. | |
| 53564 | υπίλαρχος | [ὑπίλαρχος] υ-πί-λαρ-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός των Τεθωρακισμένων με βαθμό αντίστοιχο του υπολοχαγού. Βλ. ανθ~. | |
| 53565 | υπναγωγικός | , ή, ό [ὑπναγωγικός] υ-πνα-γω-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που συμβαίνει στη φάση της υπνηλίας, αμέσως πριν από τον ύπνο, ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: σπασμός (: ακούσιο τίναγμα). ~ή: κατάσταση. ~ό: στάδιο. ~ές: παραισθήσεις/ψευδαισθήσεις. [< πβ. αγγλ. hypnagogic, γαλλ. hypnagogique , γερμ. hypnagogisch] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ