| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53557 | υπηρέτηση | [ὑπηρέτηση] υ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) προσφορά υπηρεσιών, εργασία για την προώθηση αξίας, θεσμού ή σκοπού ή για την εξυπηρέτηση προσώπου: ~ της αλήθειας/των αναγκών (της αγοράς/κοινωνίας)/του δημοσίου συμφέροντος/των εθνικών θεμάτων/των στόχων. 2. εκπλήρωση: ~ της (στρατιωτικής) θητείας. Βλ. συν~. [< αρχ. ὑπηρέτησις] | |
| 53558 | υπηρετικός | , ή, ό [ὑπηρετικός] υ-πη-ρε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε υπηρέτη ή αρμόζει σε αυτόν: ~ή: στολή.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: συμπεριφορά (= δουλοπρεπής). ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρετικό προσωπικό: το σύνολο των υπηρετών και υπηρετριών σε ένα σπίτι. [< αρχ. ὑπηρετικός, γαλλ. gens de service] | |
| 53559 | υπηρέτρια | [ὑπηρέτρια] υ-πη-ρέ-τρι-α ουσ. (θηλ.): γυναίκα που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: νεαρή/πιστή ~ σε αρχοντικό. Πβ. παραδουλεύτρα, υπηρεσία. ΣΥΝ. οικιακή βοηθός ● Υποκ.: υπηρετριούλα (η) ● βλ. υπηρέτης [< μτγν. ὑπηρέτρια] | |
| 55570 | υπηρετώ | φρου-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο επιφορτισμένο με τη φύλαξη ή προστασία χώρου ή προσώπου: αστυνομικός/εξωτερικός/προσωπικός (πβ. σωματοφύλακας) ~. Ιδιωτικοί/πάνοπλοι ~οί. ~ των συνόρων/της τράπεζας/των φυλακών. Η στολή/το υπηρεσιακό περίστροφο του ~ού. ~οί στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη (βλ. εύζωνας). Πβ. φύλακας. Βλ. εθνο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στην πύλη. Πβ. σκοπός. 2. (μτφ.) υπερασπιστής, προστάτης: Το κράτος οφείλει να είναι ο ~ των δικαιωμάτων των πολιτών (πβ. υπέρμαχος). Ο φάρος στέκει άγρυπνος/ακοίμητος ~ στην είσοδο του λιμανιού. Τα φρούτα είναι ~οί της υγείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδικός φρουρός: πρόσωπο που υπηρετεί σε ειδική υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας με αποστολή τη φύλαξη ευπαθών στόχων, τη διενέργεια περιπολιών και τη συγκρότηση αποσπασμάτων για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων μορφών εγκληματικότητας., φρουρός λεμφαδένας βλ. λεμφαδένες [< 1: αρχ. φρουρός, γαλλ. garde] | |
| 53560 | υπηρετώ | [ὑπηρετῶ] υ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπηρετ-είς ... | υπηρέτ-ησα, -είται, -ηθεί, -ώντας} 1. προσφέρω υπηρεσίες, εργάζομαι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~εί το έθνος/το θέατρο/τους νόμους/την πατρίδα/το Σύνταγμα/το σύστημα/την τέχνη. ~ώντας υψηλά ιδανικά. Η τακτική που θα εφαρμόσουμε ~εί τους στόχους μας.|| Tον ~ησε πιστά από τη θέση του γραμματέα.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ούν τις πολιτικές σκοπιμότητες/τα συμφέροντα των αντιπάλων. Έχει την απαίτηση όλοι να τον ~ούν. Πβ. εξ~. 2. εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία: ~ησε στα σύνορα. 3. εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος ή ως στρατιωτικός: ~εί στο Δημόσιο/στη Μέση Εκπαίδευση/στο Ναυτικό/στην Πολεμική Αεροπορία/στο Υπουργείο (Παιδείας). ~ησε πέντε χρόνια σε ακριτική περιοχή. Σε ποιο σχολείο/τι θέση ~είς; ~εί στο γραφείο του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Βλ. συν~. [< 1: αρχ. ὑπηρετῶ 2,3: γαλλ. servir] | |
| 53561 | υπηρετών | , ούσα, ούν [ὑπηρετῶν] υ-πη-ρε-τών επίθ. {υπηρετ-ούντος, -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που υπηρετεί σε κάποια θέση: ~ούν: προσωπικό. ~ούντες: διευθυντές/εκπαιδευτικοί/στρατιώτες. ~ούντα: μέλη. Οι (μόνιμοι) ~ούντες υπάλληλοι (του Δημοσίου). Πρόγραμμα επιμόρφωσης ~ούντων καθηγητών. Η ~ούσα δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος. | |
| 53562 | υπήχθη | βλ. υπάγω | |
| 53563 | υπίατρος | [ὑπίατρος] υ-πί-α-τρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός γιατρός με βαθμό αντίστοιχο του υπολοχαγού. Βλ. -ίατρος. | |
| 53564 | υπίλαρχος | [ὑπίλαρχος] υ-πί-λαρ-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός των Τεθωρακισμένων με βαθμό αντίστοιχο του υπολοχαγού. Βλ. ανθ~. | |
| 53565 | υπναγωγικός | , ή, ό [ὑπναγωγικός] υ-πνα-γω-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που συμβαίνει στη φάση της υπνηλίας, αμέσως πριν από τον ύπνο, ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: σπασμός (: ακούσιο τίναγμα). ~ή: κατάσταση. ~ό: στάδιο. ~ές: παραισθήσεις/ψευδαισθήσεις. [< πβ. αγγλ. hypnagogic, γαλλ. hypnagogique , γερμ. hypnagogisch] | |
| 53566 | υπναγωγός | , ός, ό [ὑπναγωγός] υ-πνα-γω-γός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που φέρνει ύπνο: ~ά: χάπια. Βότανα με ~ό δράση. ΣΥΝ. υπνωτικός ● Ουσ.: υπναγωγά (τα): υπνωτικά φάρμακα: χρήση ~ών για την αϋπνία. [< γαλλ. hypnagogique, αγγλ. hypnagogic] | |
| 53567 | υπναλέος | , α, ο [ὑπναλέος] υ-πνα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. που νυστάζει εύκολα, που έχει συνεχώς διάθεση για ύπνο· κατ' επέκτ. νωθρός: Όσο είχε πυρετό, ήταν ~ και κακοδιάθετος. Βλ. κοιμισμένος, υπναράς.|| ~ο: βλέμμα. ~α αντίδραση στις προκλήσεις. ΣΥΝ. νυσταλέος (1) 2. (μτφ.) που προκαλεί ανία: Το ντέρμπι εξελίχθηκε σε έναν ~ο αγώνα χωρίς εκπλήξεις. Πβ. βαρετός. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: υπναλέα [< μτγν. ὑπναλέος] | |
| 53568 | υπναράς | [ὑπναράς] υ-πνα-ράς ουσ. (αρσ.) , υπναρού (η) (προφ.-επιτατ.): άτομο που του αρέσει πολύ να κοιμάται: Ξύπνα/σήκω επιτέλους, ~ού! Βλ. -αράς. | |
| 53569 | υπνηλία | [ὑπνηλία] υ-πνη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. το στάδιο ανάμεσα στην εγρήγορση και τον ύπνο: κατάσταση ~ας. Με έπιασε μια γλυκιά ~. Το βιβλίο ήταν βαρετό σε βαθμό ~ας. Το φάρμακο μου προκαλεί/φέρνει ~. ΣΥΝ. γλάρωμα 2. ΙΑΤΡ. έντονη αίσθηση νύστας σε ασυνήθιστες ώρες της ημέρας: ημερήσια/πρωινή/υπερβολική ~. Συμπτώματα/τάση ~ας. Πβ. νάρκη1. Βλ. υπερυπνία. [< μτγν. ὑπνηλία] | |
| 53570 | υπνικός | , ή, ό [ὑπνικός] υ-πνι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον ύπνο: ~ός: κύκλος (: διαδοχή των φάσεων του ύπνου)/σπασμός (πβ. υπναγωγικός). ~ή: παράλυση (= υπνοπαράλυση). ~ές: διαταραχές (= παραϋπνίες). ● ΣΥΜΠΛ.: υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1 [< αρχ. ὑπνικός 'ναρκωτικός, υπνωτικός'] | |
| 53571 | υπνοαπνοϊκός | , ή, ό [ὑπνοαπνοϊκός] υ-πνο-α-πνο-ϊ-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπνοαπνοϊκό σύνδρομο: ΙΑΤΡ. σύνδρομο υπνικής άπνοιας. | |
| 53572 | υπνοβασία | [ὑπνοβασία] υ-πνο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου κατά την οποία το άτομο, ενώ κοιμάται, περπατά ή εκτελεί άλλες κινήσεις που κάνει όταν είναι ξύπνιο, χωρίς να έχει συνείδηση των ενεργειών του: παιδική ~. Βλ. -βασία. [< γαλλ. somnambulisme] | |
| 53573 | υπνοβάτης | [ὑπνοβάτης] υ-πνο-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπνοβάτισσα}: πρόσωπο που υπνοβατεί. ΣΥΝ. νυχτοβάτης (1) [< γαλλ. somnambule] | |
| 53574 | υπνοβατικός | , ή, ό [ὑπνοβατικός] υ-πνο-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπνοβάτη: ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: υπνοβατικά [< γαλλ. somnambulique] | |
| 53575 | υπνοβατώ | [ὑπνοβατῶ] υ-πνο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {υπνοβατ-είς ... | υπνοβάτ-ησε, -ήσει, -ώντας} : είμαι σε κατάσταση υπνοβασίας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ