| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53566 | υπναγωγός | , ός, ό [ὑπναγωγός] υ-πνα-γω-γός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που φέρνει ύπνο: ~ά: χάπια. Βότανα με ~ό δράση. ΣΥΝ. υπνωτικός ● Ουσ.: υπναγωγά (τα): υπνωτικά φάρμακα: χρήση ~ών για την αϋπνία. [< γαλλ. hypnagogique, αγγλ. hypnagogic] | |
| 53567 | υπναλέος | , α, ο [ὑπναλέος] υ-πνα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. που νυστάζει εύκολα, που έχει συνεχώς διάθεση για ύπνο· κατ' επέκτ. νωθρός: Όσο είχε πυρετό, ήταν ~ και κακοδιάθετος. Βλ. κοιμισμένος, υπναράς.|| ~ο: βλέμμα. ~α αντίδραση στις προκλήσεις. ΣΥΝ. νυσταλέος (1) 2. (μτφ.) που προκαλεί ανία: Το ντέρμπι εξελίχθηκε σε έναν ~ο αγώνα χωρίς εκπλήξεις. Πβ. βαρετός. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: υπναλέα [< μτγν. ὑπναλέος] | |
| 53568 | υπναράς | [ὑπναράς] υ-πνα-ράς ουσ. (αρσ.) , υπναρού (η) (προφ.-επιτατ.): άτομο που του αρέσει πολύ να κοιμάται: Ξύπνα/σήκω επιτέλους, ~ού! Βλ. -αράς. | |
| 53569 | υπνηλία | [ὑπνηλία] υ-πνη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. το στάδιο ανάμεσα στην εγρήγορση και τον ύπνο: κατάσταση ~ας. Με έπιασε μια γλυκιά ~. Το βιβλίο ήταν βαρετό σε βαθμό ~ας. Το φάρμακο μου προκαλεί/φέρνει ~. ΣΥΝ. γλάρωμα 2. ΙΑΤΡ. έντονη αίσθηση νύστας σε ασυνήθιστες ώρες της ημέρας: ημερήσια/πρωινή/υπερβολική ~. Συμπτώματα/τάση ~ας. Πβ. νάρκη1. Βλ. υπερυπνία. [< μτγν. ὑπνηλία] | |
| 53570 | υπνικός | , ή, ό [ὑπνικός] υ-πνι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον ύπνο: ~ός: κύκλος (: διαδοχή των φάσεων του ύπνου)/σπασμός (πβ. υπναγωγικός). ~ή: παράλυση (= υπνοπαράλυση). ~ές: διαταραχές (= παραϋπνίες). ● ΣΥΜΠΛ.: υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1 [< αρχ. ὑπνικός 'ναρκωτικός, υπνωτικός'] | |
| 53571 | υπνοαπνοϊκός | , ή, ό [ὑπνοαπνοϊκός] υ-πνο-α-πνο-ϊ-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπνοαπνοϊκό σύνδρομο: ΙΑΤΡ. σύνδρομο υπνικής άπνοιας. | |
| 53572 | υπνοβασία | [ὑπνοβασία] υ-πνο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου κατά την οποία το άτομο, ενώ κοιμάται, περπατά ή εκτελεί άλλες κινήσεις που κάνει όταν είναι ξύπνιο, χωρίς να έχει συνείδηση των ενεργειών του: παιδική ~. Βλ. -βασία. [< γαλλ. somnambulisme] | |
| 53573 | υπνοβάτης | [ὑπνοβάτης] υ-πνο-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπνοβάτισσα}: πρόσωπο που υπνοβατεί. ΣΥΝ. νυχτοβάτης (1) [< γαλλ. somnambule] | |
| 53574 | υπνοβατικός | , ή, ό [ὑπνοβατικός] υ-πνο-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπνοβάτη: ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: υπνοβατικά [< γαλλ. somnambulique] | |
| 53575 | υπνοβατώ | [ὑπνοβατῶ] υ-πνο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {υπνοβατ-είς ... | υπνοβάτ-ησε, -ήσει, -ώντας} : είμαι σε κατάσταση υπνοβασίας. | |
| 53576 | υπνοδωμάτιο | [ὑπνοδωμάτιο] υ-πνο-δω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.): δωμάτιο που προορίζεται για ύπνο: άνετο/ευρύχωρο/κυρίως/παιδικό ~. Έπιπλα ~ου. Διαμέρισμα ενός ~ου/δύο ~ων. Βλ. μάστερ2. ΣΥΝ. κρεβατοκάμαρα (1) [< γερμ. Schlafzimmer] | |
| 53577 | υπνοθεραπεία | [ὑπνοθεραπεία] υ-πνο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος ψυχοθεραπείας που αξιοποιεί την ύπνωση: κλινική ~. Aπεξάρτηση από το κάπνισμα με ~. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. hypnothérapie, αγγλ. hypnotherapy] | |
| 53578 | υπνοθεραπευτής, υπνοθεραπεύτρια | [ὑπνοθεραπευτής] υ-πνο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτής/θεραπεύτρια που εφαρμόζει την υπνοθεραπεία. Πβ. υπνωτιστής. [< γαλλ. hypnotherapeute, 1908, αγγλ. hypnotherapist] | |
| 53579 | υπνολαλία | [ὑπνολαλία] υ-πνο-λα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου που εκδηλώνεται με παραμιλητό. Βλ. παραϋπνίες. [< γαλλ. somniloquie] | |
| 53580 | υπνοπαιδεία | [ὑπνοπαιδεία] υ-πνο-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.): μέθοδος μάθησης η οποία βασίζεται στο επαναλαμβανόμενο άκουσμα εγγραφών ήχου κατά τη διάρκεια του ύπνου: εκμάθηση ξένων γλωσσών με ~. Βλ. υπνωτισμός. [< αγγλ. hypnop(a)edia, 1932, γαλλ. hypnopédie] | |
| 53581 | υπνοπαράλυση | [ὑπνοπαράλυση] υ-πνο-πα-ρά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου η οποία εκδηλώνεται συνήθ. μετά το ξύπνημα και σπανιότ. στα αρχικά στάδια του ύπνου χαρακτηρίζεται από προσωρινή παράλυση του σώματος και αδυναμία για ομιλία ή οποιαδήποτε μυϊκή κίνηση. ΣΥΝ. υπνική παράλυση. Βλ. ναρκοληψία, παραϋπνίες. [< αγγλ. sleep paralysis] | |
| 53582 | ύπνος | [ὕπνος] ύ-πνος ουσ. (αρσ.) 1. περιοδική φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων και των ζώων κατά την οποία η συνείδηση υπολειτουργεί, οι μύες χαλαρώνουν, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή επιβραδύνονται και η ικανότητα αντίδρασης στα ερεθίσματα μειώνεται: ανεπαρκής/ανήσυχος/βαθύς/βαρύς/βραδινός/γλυκός/επαρκής/ήρεμος/μεσημεριανός (= σιέστα)/παρατεταμένος/πρωινός/σύντομος/τεχνητός (πβ. ύπνωση) ~. Απώλεια/προβλήματα/στέρηση ~ου. Δωμάτιο (= υπνοδωμάτιο)/εργαστήριο/μαξιλάρι/(κακή) στάση/στρώμα ~ου. Ρούχα (βλ. νυχτικό, πιτζάμα)/στάδια του ~ου. Ώρα για ~ο. Εν/σε ώρα ~ου. ~ με/χωρίς όνειρα. Παραμιλώ στον ~ο μου (πβ. υπνολαλία). Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση και ~ο. Χόρτασα ~ο. Πάμε/πέφτουμε για ~ο. Βρίσκεται σε κατάσταση ~ου. (προφ.) Έριξα έναν ~ο (: κοιμήθηκα πάρα πολύ ή/και πολύ καλά). Μόλις σηκώθηκα από τον ~ο (: μόλις ξύπνησα/σηκώθηκα από το κρεβάτι). (Για κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό, αλλά μη αναμενόμενο:) Ούτε στον ~ο του δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσο καλή δουλειά. 2. (μτφ.) αδράνεια ή νωθρότητα: Καιρός να ξυπνήσουμε/σηκωθούμε από τον ~ο μας (= να δραστηριοποιηθούμε). Πβ. λήθαργος. ● Υποκ.: υπνάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος ύπνος (μτφ.): θάνατος: Ο μοναχός κοιμήθηκε τον ~ο ~ο. Πβ. αιώνια ανάπαυση. Βλ. αιώνιο σκοτάδι., ασθένεια/νόσος του ύπνου: ΙΑΤΡ. τροπική λοιμώδης νόσος που μεταδίδεται με τσίμπημα από μύγα τσε τσε και μπορεί να είναι θανατηφόρα. Πβ. τρυπανοσωμίαση., ελαφρύς ύπνος βλ. ελαφρύς, παράδοξος ύπνος βλ. παράδοξος, υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος ● ΦΡ.: είμαι από τον ύπνο: δεν έχω συνέλθει ακόμα από τον ύπνο: ~ ~ και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μου λες., καλόν ύπνο(!): ευχή σε κάποιον που πάει για ύπνο. ΣΥΝ. όνειρα γλυκά!, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου 1. (μτφ.) για άνθρωπο που χαρακτηρίζεται από αφέλεια, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του και ειδικότ. τις ενέργειες εις βάρος του: Οι συνάδελφοί του συνωμοτούν για να τον διώξουν κι αυτός ~ ~. 2. κοιμάται βαθιά, ήρεμα: Αν και έχει τόση φασαρία, αυτός ~ ~ (= του καλού καιρού). [< γαλλ. dormir du sommeil du juste] , ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια (γνωμ.): για να τονιστεί η ευεργετική επίδραση του ύπνου κατά την παιδική ηλικία ή ειρων. για άνθρωπο που του αρέσει να κοιμάται πολύ., πιάνω (κάποιον) στον ύπνο (μτφ.): αιφνιδιάζω, βρίσκω κάποιον απροετοίμαστο: Ο ξαφνικός χιονιάς έπιασε τον κρατικό μηχανισμό ~. Οι παίκτες έπιασαν ~ την άμυνα των αντιπάλων και σκόραραν., στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; (προφ.-ειρων.): σε περίπτωση που κάτι το οποίο δεν ισχύει παρουσιάζεται ως πραγματικό ή όταν κάποια ενέργεια εκτελείται πολύ νωρίς το πρωί: Πώς και μου τηλεφωνείς πρωί πρωί, ~ με έβλεπες;, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) (ειρων.): για κάποιον που νυστάζει σε ασυνήθιστη ώρα ή ακατάλληλο μέρος ή που είναι νωθρός., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω, δεν μου κολλάει ύπνος βλ. κολλώ, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω [< αρχ. ὕπνος] | |
| 53583 | υπνόσακος | [ὑπνόσακος] υ-πνό-σα-κος ουσ. (αρσ.): ύφασμα ή πάπλωμα ραμμένο σε σχήμα σάκου, ο οποίος είναι κατάλληλος για ύπνο: Περάσαμε το βράδυ στην παραλία και κοιμηθήκαμε σε ~ους.|| Βρεφικός ~. ΣΥΝ. σλίπινγκ μπαγκ [< αγγλ. sleeping bag] | |
| 53584 | υπνοφόρος | , ος, ο [ὑπνοφόρος] υ-πνο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μήκων η υπνοφόρος βλ. μήκων [< μτγν. ὑπνοφόρος, γαλλ. somnifère] | |
| 53585 | υπνώνω | [ὑπνώνω] υ-πνώ-νω ρ. (μτβ.) {υπνώ-σει}: προκαλώ ύπνωση ή ναρκώνω: Ο κλέφτης προσπάθησε να τον ~σει με αναισθητικό σπρέι. Πβ. αναισθητοποιώ.|| (μτφ.) Η παραπληροφόρηση επιδιώκει να ~σει την κοινή γνώμη. Πβ. υπνωτίζω. [< αρχ. ὑπνῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ