| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53586 | ύπνωση | [ὕπνωση] ύ-πνω-ση ουσ. (θηλ.): κατάσταση βαθιάς χαλάρωσης που προκαλείται τεχνητά, κυρ. με υπνωτισμό, κατά την οποία ένα άτομο ανταποκρίνεται σε εξωτερικές υποδείξεις· πρόκληση μιας τέτοιας κατάστασης: διαισθητική/θεραπευτική/κλινική ~. Συνεδρία ~ης. Βλ. αυτοΰπνωση, υπνοθεραπεία, υποβολιμότητα.|| (μτφ.) ~ των συνειδήσεων. Πβ. αναισθητοποίηση, νάρκωση. ● ΦΡ.: εν υπνώσει (λόγ.) 1. (μτφ.) σε αδράνεια: είναι ~ ~ (= βρίσκονται σε ~). ~ ~ έργα. 2. σε κατάσταση ύπνωσης. [< μτγν. ὕπνωσις, γερμ. Hypnose, γαλλ. hypnose, αγγλ. hypnosis] | |
| 53587 | υπνωτήριο | [ὑπνωτήριο] υ-πνω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αίθουσα ύπνου πολλών συνήθ. ατόμων, χώρος διανυκτέρευσης: ~ αστέγων. Πβ. κοιτώνας.|| (μτφ.) Γειτονιές/προάστια-~α (: όπου κτίζονται αποκλειστικά κατοικίες και όχι καταστήματα). Βλ. -τήριο. [< πβ. μεσν. υπνωτήριον 'ουσία που φέρνει ύπνο', γαλλ. dortoir] | |
| 53588 | υπνωτίζω | [ὑπνωτίζω] υ-πνω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπνώτι-σε, υπνωτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπνωτίζ-οντας, -όμενος} 1. προκαλώ ύπνωση: Ο υπνοθεραπευτής την ~σε. ΣΥΝ. ναρκώνω (2), υπνώνω 2. (μτφ.) ασκώ μεγάλη επιρροή, γοητεύω· αποχαυνώνω: Άρωμα/βλέμμα που ~ει.|| Επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν και να ~σουν την κοινή γνώμη (πβ. (απο)κοιμίζω· ΑΝΤ. αφυπνίζω). ● Μτχ.: υπνωτισμένος , η, ο: που συμπεριφέρεται και ενεργεί νωχελικά, χωρίς ζωντάνια: Τον άκουγε/κοίταζε (σαν) ~. [< γαλλ. hypnotiser, αγγλ. hypnotize] | |
| 53589 | υπνωτικός | , ή, ό [ὑπνωτικός] υ-πνω-τι-κός επίθ.: που φέρνει ύπνο: ~ά: φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ΣΥΝ. υπναγωγός ● Ουσ.: υπνωτικό (το): ενν. χάπι: ισχυρό ~. [< αρχ. ὑπνωτικός, γαλλ. hypnotique, αγγλ. hypnotic] | |
| 53590 | υπνώτιση | [ὑπνώτιση] υ-πνώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπνωτίζω. | |
| 53591 | υπνωτισμός | [ὑπνωτισμός] υ-πνω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος ή πρακτική για την πρόκληση ύπνωσης: τεχνικές ~ού. Προσπάθησε να κόψει το κάπνισμα με ~ό. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hypnotisme, αγγλ. hypnotism] | |
| 53592 | υπνωτιστής | [ὑπνωτιστής] υ-πνω-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπνωτίστρια}: πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ύπνωση ως μέσο θεραπείας ή σπανιότ. ψυχαγωγίας. Πβ. υπνοθεραπευτής. [< γαλλ. hypnotiseur, αγγλ. hypnotist] | |
| 53593 | υπνωτιστικός | , ή, ό [ὑπνωτιστικός] υ-πνω-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπνωτισμό ή τον υπνωτιστή: ~ή: τεχνική.|| (μτφ.) ~ός: ρυθμός (= αργός, μακρόσυρτος). ~ή: δύναμη/μουσική/ομορφιά (: που μαγνητίζει, γοητεύει)/φωνή. ~ό: βλέμμα. ● επίρρ.: υπνωτιστικά | |
| 53594 | υπνώττει | [ὑπνώττει] υ-πνώτ-τει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): κοιμάται, μένει απαθής, αδιαφορεί. [< αρχ. ὑπνώσσω] | |
| 53595 | υπό | [ὑπό] υ-πό πρόθ. & υπ' (πριν από φωνήεν) & υφ' ((παλαιότ.) πριν από φωνήεν δασυνόμενης λέξης) (λόγ.) 1. (+ αιτ.) για το σημείο κάτω από το οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάτι· κατ' επέκτ. για να δηλωθεί εξάρτηση, υποταγή: ~ την επιφάνεια (του εδάφους/της θάλασσας).|| Άρθρο ~ (= με) τον τίτλο ...|| ~ την αρχηγία/εξουσία/επίβλεψη του ... Δρουν/ενεργούν ~ τις διαταγές του αρχηγού. Για χρόνια ζούσε ~ το καθεστώς του τρόμου. Μετά τον χωρισμό των γονιών της τέθηκε ~ την κηδεμονία της μητέρας της. 2. (+ αιτ.) (μτφ.) για να δηλωθεί κατάσταση ή ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κάτι: Η υπόθεση είναι ~ διερεύνηση/εκδίκαση/εξέταση/έρευνα. Ενεργεί ~ πίεση. Τελεί ~ κράτηση. Κτίριο ~ επισκευή/κατάληψη/κατάρρευση. ~ δοκιμή φάρμακο. Το ~ παρατήρηση αντικείμενο. ~ την απειλή/τον φόβο νέων συγκρούσεων. Το κόμμα είναι ~ διάλυση (: πρόκειται να διασπαστεί). Η αίτησή σας για δάνειο είναι ~ έγκριση/κρίση (= εξετάζεται). Το μέτωπο της φωτιάς τέθηκε ~ περιορισμό. Θα δεχτώ την πρότασή σου ~ προϋποθέσεις. Διέπραξε τον φόνο ~ την επήρεια αλκοόλ. Θα παρευρεθεί στη συγκέντρωση ~ (= με) την ιδιότητα του Υπουργού. Το Συμβούλιο έλαβε ~ σημείωση (= υπόψη) την έκθεση της Επιτροπής. 3. (ως επίρρ.) σε κατώτερη θέση, κάτω από την εξουσία κάποιου: Του δανείζει χρήματα για να τον έχει ~. 4. (+ γεν.) για να δηλωθεί το ποιητικό αίτιο: Θα τελεστεί Θεία Λειτουργία ~ του Μητροπολίτου ... ● ΦΡ.: υπό/κατά μία έννοια (λόγ.): εν μέρει, κατά κάποιο τρόπο: ~ ~, έχει δίκιο., (βρίσκομαι/είμαι) υπ' ατμόν βλ. ατμός, καλώ (κάποιον) στα όπλα βλ. όπλο, κάτω από τη/υπό (τη) σημαία βλ. σημαία, με (την) ευθύνη/(λόγ.) υπό την ευθύνη/υπ' ευθύνη (κάποιου) βλ. ευθύνη, με την ευρεία έννοια βλ. ευρύς, με την/υπό την προϋπόθεση βλ. προϋπόθεση, με/υπό εχεμύθεια βλ. εχεμύθεια, με/υπό όρους βλ. όρος, με/υπό τον όρο βλ. όρος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, σε απαγόρευση βλ. απαγόρευση, σε δοκιμασία βλ. δοκιμασία, στη/υπό τη σκιά βλ. σκιά, υπό (τον) έλεγχο βλ. έλεγχος, υπό αίρεση βλ. αίρεση, υπό αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, υπό ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, υπό γωνία βλ. γωνία, υπό διαμετακόμιση βλ. διαμετακόμιση, υπό διαμόρφωση βλ. διαμόρφωση, υπό διαπραγμάτευση βλ. διαπραγμάτευση, υπό διωγμό(ν) βλ. διωγμός, υπό κάλυψη βλ. κάλυψη, υπό κατασκευή(ν) βλ. κατασκευή, υπό μάλης βλ. μάλη1, υπό μορφή(ν) βλ. μορφή, υπό προθεσμία βλ. προθεσμία, υπό σκέψη βλ. σκέψη, υπό σκιά(ν) βλ. σκιά, υπό συζήτηση βλ. συζήτηση, υπό τα όμματα βλ. όμμα, υπό τη(ν) σκέπη(ν) βλ. σκέπη, υπό την αιγίδα βλ. αιγίδα, υπό την αίρεση βλ. αίρεση, υπό την προστασία (κάποιου) βλ. προστασία, υπό το βάρος βλ. βάρος, υπό το βλέμμα (κάποιου) βλ. βλέμμα, υπό το κράτος βλ. κράτος, υπό το μηδέν βλ. μηδέν, υπό το φως βλ. φως, υπό/σε στενή παρακολούθηση βλ. στενός [< αρχ. ὑπό] | |
| 53596 | υπο- & υπό- & υπ- & υφ- | η λόγια πρόθεση "υπό" ως πρόθημα∙ δηλώνει 1. θέση κάτω (από): υπό-γειο.|| Υπο-σέλιδο/~σημείωση. Υπό-τιτλος (βλ. πλαγιό-, υπέρ-).|| Υπο-γάστριο (βλ. επι-). 2. τμήμα συνόλου: υπο-ενότητα/~κατηγορία/~ομάδα.|| Υπο-έργο.|| (ειδικότ. παράρτημα) Yπο-κατάστημα/~σταθμός. 3. μικρότερη βαθμίδα σε ιεραρχία: υπο-διευθυντής. Υφ-υπουργός.|| Υπο-δεκανέας/~σμηναγός.|| (κατ' επέκτ.) Υπο-βάθμιση (βλ. ανα-)/~βιβασμός. 4. μικρό βαθμό: υπό-γλυκος (βλ. ημί-). Υφ-άλμυρος.|| (έλλειψη) Υπο-φωτισμός.|| (κατ' επέκτ.) Υπο-πληροφόρηση (βλ. παρα-).|| (ΙΑΤΡ., ανεπάρκεια ουσίας, μειωμένη λειτουργία) Υπο-βιταμίνωση (βλ. α-)/~γλυκαιμία. Υπο-γονιμότητα. 5. διακριτική, έμμεση ή κρυφή, παράνομη ενέργεια: υπο-βοηθώ/~στηρίζω.|| Yπο-κατάσταση (βλ. αντι-). Υπ-εκ-φεύγω.|| Υπο-κίνηση. Υπο-θάλπω/~πίπτω. 6. εξαναγκασμό, έλεγχο, εξάρτηση: υπο-χρεώνω.|| Υπο-ταγή. 7. κίνηση προς τα πίσω: υπο-χώρηση (βλ. οπισθο-).|| Υπ-αναχώρηση.|| Υπο-τροπή. 8. (σπανιότ.) επίταση: υπο-λείπομαι. [< αρχ. ὑπ(ο)-, αγγλ. under-, hyp(o)-, γαλλ. sous-] | |
| 53597 | υποαερισμός | [ὑποαερισμός] υ-πο-α-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση των πνευμονικών κυψελίδων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του οξυγόνου ή την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα ή και τα δύο: κυψελιδικός ~. Βλ. υπερκαπνία, υπόπνοια. ΑΝΤ. υπεραερισμός [< αγγλ. hypoventilation, 1932] | |
| 53598 | υποαλλεργικός | , ή, ό [ὑποαλλεργικός] υ-πο-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: που εμφανίζει μικρή πιθανότητα να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση: ~ή: επένδυση/κρέμα/σιλικόνη/σύνθεση. ~ό: γάλα/ύφασμα. ~ά: καλλυντικά. Πβ. αντιαλλεργικός. [< αγγλ. hypoallergenic, 1940, γαλλ. hypoallerg(én)ique, περ. 1970] | |
| 53599 | υποαλπικός | , ή, ό [ὑποαλπικός] υ-πο-αλ-πι-κός επίθ. & (σπάν.) υπαλπικός: ΓΕΩΓΡ. που βρίσκεται στους πρόποδες των Άλπεων: ~ή: ζώνη. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο από 1.501 -2.000 μ. ~ά: λιβάδια. [< γαλλ. subalpin] | |
| 53600 | υποαμείβεται | [ὑποαμείβεται] υ-πο-α-μεί-βε-ται ρ. {υποαμειβ-όμενος | κυρ. στον ενεστ.} & υπαμείβεται: κακοπληρώνεται: Πολλοί εργαζόμενοι υπεραπασχολούνται και ~ονται. ~όμενη: εργασία. ~όμενο: προσωπικό. | |
| 53601 | υποανάπτυκτος | , η, ο βλ. υπανάπτυκτος | |
| 53602 | υποανάπτυξη | βλ. υπανάπτυξη | |
| 53603 | υποαξία | [ὑποαξία] υ-πο-α-ξί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υπαξία: ΟΙΚΟΝ. υποτίμηση της αξίας ενός αγαθού που οφείλεται σε εξωγενείς κυρ. παράγοντες· ειδικότ. η οικονομική ζημία που προκύπτει από αυτή: κεφαλαιακή/λογιστική ~. ~ του χαρτοφυλακίου.|| Οι ~ες των τραπεζών. ~ες ύψους ... ευρώ. Βλ. χασούρα. ΑΝΤ. υπεραξία (1) [< γερμ. Minderwert] | |
| 53604 | υποαπασχόληση | [ὑποαπασχόληση] υ-πο-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν αξιοποιούνται επαρκώς από την αγορά εργασίας είτε γιατί δουλεύουν λιγότερο από το πλήρες ωράριο είτε γιατί η εργασία τους δεν ανταποκρίνεται στα προσόντα ή τις οικονομικές τους ανάγκες. Βλ. μερική απασχόληση. ΑΝΤ. υπεραπασχόληση (1) [< αγγλ. underemployment, 1909, γαλλ. sous-emploi, 1942] | |
| 53605 | υποαπασχολούμαι | [ὑποαπασχολοῦμαι] υ-πο-α-πα-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {υποαπασχολ-είται ...| -ούμενος, κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ. και παρατ.}: εργάζομαι λιγότερο από τον επιθυμητό χρόνο, το κανονικό ωράριο: Πολλοί νέοι πτυχιούχοι ~ούνται ή μένουν άνεργοι. ~ούμενο: εργατικό δυναμικό. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ