Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54080-54100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53576υπνοδωμάτιο[ὑπνοδωμάτιο] υ-πνο-δω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.): δωμάτιο που προορίζεται για ύπνο: άνετο/ευρύχωρο/κυρίως/παιδικό ~. Έπιπλα ~ου. Διαμέρισμα ενός ~ου/δύο ~ων. Βλ. μάστερ2. ΣΥΝ. κρεβατοκάμαρα (1) [< γερμ. Schlafzimmer]
53577υπνοθεραπεία[ὑπνοθεραπεία] υ-πνο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος ψυχοθεραπείας που αξιοποιεί την ύπνωση: κλινική ~. Aπεξάρτηση από το κάπνισμα με ~. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. hypnothérapie, αγγλ. hypnotherapy]
53578υπνοθεραπευτής, υπνοθεραπεύτρια[ὑπνοθεραπευτής] υ-πνο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτής/θεραπεύτρια που εφαρμόζει την υπνοθεραπεία. Πβ. υπνωτιστής. [< γαλλ. hypnotherapeute, 1908, αγγλ. hypnotherapist]
53579υπνολαλία[ὑπνολαλία] υ-πνο-λα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου που εκδηλώνεται με παραμιλητό. Βλ. παραϋπνίες. [< γαλλ. somniloquie]
53580υπνοπαιδεία[ὑπνοπαιδεία] υ-πνο-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.): μέθοδος μάθησης η οποία βασίζεται στο επαναλαμβανόμενο άκουσμα εγγραφών ήχου κατά τη διάρκεια του ύπνου: εκμάθηση ξένων γλωσσών με ~. Βλ. υπνωτισμός. [< αγγλ. hypnop(a)edia, 1932, γαλλ. hypnopédie]
53581υπνοπαράλυση[ὑπνοπαράλυση] υ-πνο-πα-ρά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του ύπνου η οποία εκδηλώνεται συνήθ. μετά το ξύπνημα και σπανιότ. στα αρχικά στάδια του ύπνου χαρακτηρίζεται από προσωρινή παράλυση του σώματος και αδυναμία για ομιλία ή οποιαδήποτε μυϊκή κίνηση. ΣΥΝ. υπνική παράλυση. Βλ. ναρκοληψία, παραϋπνίες. [< αγγλ. sleep paralysis]
53582ύπνος[ὕπνος] ύ-πνος ουσ. (αρσ.) 1. περιοδική φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων και των ζώων κατά την οποία η συνείδηση υπολειτουργεί, οι μύες χαλαρώνουν, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή επιβραδύνονται και η ικανότητα αντίδρασης στα ερεθίσματα μειώνεται: ανεπαρκής/ανήσυχος/βαθύς/βαρύς/βραδινός/γλυκός/επαρκής/ήρεμος/μεσημεριανός (= σιέστα)/παρατεταμένος/πρωινός/σύντομος/τεχνητός (πβ. ύπνωση) ~. Απώλεια/προβλήματα/στέρηση ~ου. Δωμάτιο (= υπνοδωμάτιο)/εργαστήριο/μαξιλάρι/(κακή) στάση/στρώμα ~ου. Ρούχα (βλ. νυχτικό, πιτζάμα)/στάδια του ~ου. Ώρα για ~ο. Εν/σε ώρα ~ου. ~ με/χωρίς όνειρα. Παραμιλώ στον ~ο μου (πβ. υπνολαλία). Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση και ~ο. Χόρτασα ~ο. Πάμε/πέφτουμε για ~ο. Βρίσκεται σε κατάσταση ~ου. (προφ.) Έριξα έναν ~ο (: κοιμήθηκα πάρα πολύ ή/και πολύ καλά). Μόλις σηκώθηκα από τον ~ο (: μόλις ξύπνησα/σηκώθηκα από το κρεβάτι). (Για κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό, αλλά μη αναμενόμενο:) Ούτε στον ~ο του δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσο καλή δουλειά. 2. (μτφ.) αδράνεια ή νωθρότητα: Καιρός να ξυπνήσουμε/σηκωθούμε από τον ~ο μας (= να δραστηριοποιηθούμε). Πβ. λήθαργος. ● Υποκ.: υπνάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος ύπνος (μτφ.): θάνατος: Ο μοναχός κοιμήθηκε τον ~ο ~ο. Πβ. αιώνια ανάπαυση. Βλ. αιώνιο σκοτάδι., ασθένεια/νόσος του ύπνου: ΙΑΤΡ. τροπική λοιμώδης νόσος που μεταδίδεται με τσίμπημα από μύγα τσε τσε και μπορεί να είναι θανατηφόρα. Πβ. τρυπανοσωμίαση., ελαφρύς ύπνος βλ. ελαφρύς, παράδοξος ύπνος βλ. παράδοξος, υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος ● ΦΡ.: είμαι από τον ύπνο: δεν έχω συνέλθει ακόμα από τον ύπνο: ~ ~ και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μου λες., καλόν ύπνο(!): ευχή σε κάποιον που πάει για ύπνο. ΣΥΝ. όνειρα γλυκά!, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου 1. (μτφ.) για άνθρωπο που χαρακτηρίζεται από αφέλεια, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του και ειδικότ. τις ενέργειες εις βάρος του: Οι συνάδελφοί του συνωμοτούν για να τον διώξουν κι αυτός ~ ~. 2. κοιμάται βαθιά, ήρεμα: Αν και έχει τόση φασαρία, αυτός ~ ~ (= του καλού καιρού). [< γαλλ. dormir du sommeil du juste] , ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια (γνωμ.): για να τονιστεί η ευεργετική επίδραση του ύπνου κατά την παιδική ηλικία ή ειρων. για άνθρωπο που του αρέσει να κοιμάται πολύ., πιάνω (κάποιον) στον ύπνο (μτφ.): αιφνιδιάζω, βρίσκω κάποιον απροετοίμαστο: Ο ξαφνικός χιονιάς έπιασε τον κρατικό μηχανισμό ~. Οι παίκτες έπιασαν ~ την άμυνα των αντιπάλων και σκόραραν., στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; (προφ.-ειρων.): σε περίπτωση που κάτι το οποίο δεν ισχύει παρουσιάζεται ως πραγματικό ή όταν κάποια ενέργεια εκτελείται πολύ νωρίς το πρωί: Πώς και μου τηλεφωνείς πρωί πρωί, ~ με έβλεπες;, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) (ειρων.): για κάποιον που νυστάζει σε ασυνήθιστη ώρα ή ακατάλληλο μέρος ή που είναι νωθρός., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω, δεν μου κολλάει ύπνος βλ. κολλώ, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω [< αρχ. ὕπνος]
53583υπνόσακος[ὑπνόσακος] υ-πνό-σα-κος ουσ. (αρσ.): ύφασμα ή πάπλωμα ραμμένο σε σχήμα σάκου, ο οποίος είναι κατάλληλος για ύπνο: Περάσαμε το βράδυ στην παραλία και κοιμηθήκαμε σε ~ους.|| Βρεφικός ~. ΣΥΝ. σλίπινγκ μπαγκ [< αγγλ. sleeping bag]
53584υπνοφόρος, ος, ο [ὑπνοφόρος] υ-πνο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μήκων η υπνοφόρος βλ. μήκων [< μτγν. ὑπνοφόρος, γαλλ. somnifère]
53585υπνώνω[ὑπνώνω] υ-πνώ-νω ρ. (μτβ.) {υπνώ-σει}: προκαλώ ύπνωση ή ναρκώνω: Ο κλέφτης προσπάθησε να τον ~σει με αναισθητικό σπρέι. Πβ. αναισθητοποιώ.|| (μτφ.) Η παραπληροφόρηση επιδιώκει να ~σει την κοινή γνώμη. Πβ. υπνωτίζω. [< αρχ. ὑπνῶ]
53586ύπνωση[ὕπνωση] ύ-πνω-ση ουσ. (θηλ.): κατάσταση βαθιάς χαλάρωσης που προκαλείται τεχνητά, κυρ. με υπνωτισμό, κατά την οποία ένα άτομο ανταποκρίνεται σε εξωτερικές υποδείξεις· πρόκληση μιας τέτοιας κατάστασης: διαισθητική/θεραπευτική/κλινική ~. Συνεδρία ~ης. Βλ. αυτοΰπνωση, υπνοθεραπεία, υποβολιμότητα.|| (μτφ.) ~ των συνειδήσεων. Πβ. αναισθητοποίηση, νάρκωση. ● ΦΡ.: εν υπνώσει (λόγ.) 1. (μτφ.) σε αδράνεια: είναι ~ ~ (= βρίσκονται σε ~). ~ ~ έργα. 2. σε κατάσταση ύπνωσης. [< μτγν. ὕπνωσις, γερμ. Hypnose, γαλλ. hypnose, αγγλ. hypnosis]
53587υπνωτήριο[ὑπνωτήριο] υ-πνω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αίθουσα ύπνου πολλών συνήθ. ατόμων, χώρος διανυκτέρευσης: ~ αστέγων. Πβ. κοιτώνας.|| (μτφ.) Γειτονιές/προάστια-~α (: όπου κτίζονται αποκλειστικά κατοικίες και όχι καταστήματα). Βλ. -τήριο. [< πβ. μεσν. υπνωτήριον 'ουσία που φέρνει ύπνο', γαλλ. dortoir]
53588υπνωτίζω[ὑπνωτίζω] υ-πνω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπνώτι-σε, υπνωτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπνωτίζ-οντας, -όμενος} 1. προκαλώ ύπνωση: Ο υπνοθεραπευτής την ~σε. ΣΥΝ. ναρκώνω (2), υπνώνω 2. (μτφ.) ασκώ μεγάλη επιρροή, γοητεύω· αποχαυνώνω: Άρωμα/βλέμμα που ~ει.|| Επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν και να ~σουν την κοινή γνώμη (πβ. (απο)κοιμίζω· ΑΝΤ. αφυπνίζω). ● Μτχ.: υπνωτισμένος , η, ο: που συμπεριφέρεται και ενεργεί νωχελικά, χωρίς ζωντάνια: Τον άκουγε/κοίταζε (σαν) ~. [< γαλλ. hypnotiser, αγγλ. hypnotize]
53589υπνωτικός, ή, ό [ὑπνωτικός] υ-πνω-τι-κός επίθ.: που φέρνει ύπνο: ~ά: φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ΣΥΝ. υπναγωγός ● Ουσ.: υπνωτικό (το): ενν. χάπι: ισχυρό ~. [< αρχ. ὑπνωτικός, γαλλ. hypnotique, αγγλ. hypnotic]
53590υπνώτιση[ὑπνώτιση] υ-πνώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπνωτίζω.
53591υπνωτισμός[ὑπνωτισμός] υ-πνω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος ή πρακτική για την πρόκληση ύπνωσης: τεχνικές ~ού. Προσπάθησε να κόψει το κάπνισμα με ~ό. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hypnotisme, αγγλ. hypnotism]
53592υπνωτιστής[ὑπνωτιστής] υ-πνω-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπνωτίστρια}: πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ύπνωση ως μέσο θεραπείας ή σπανιότ. ψυχαγωγίας. Πβ. υπνοθεραπευτής. [< γαλλ. hypnotiseur, αγγλ. hypnotist]
53593υπνωτιστικός, ή, ό [ὑπνωτιστικός] υ-πνω-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπνωτισμό ή τον υπνωτιστή: ~ή: τεχνική.|| (μτφ.) ~ός: ρυθμός (= αργός, μακρόσυρτος). ~ή: δύναμη/μουσική/ομορφιά (: που μαγνητίζει, γοητεύει)/φωνή. ~ό: βλέμμα. ● επίρρ.: υπνωτιστικά
53594υπνώττει[ὑπνώττει] υ-πνώτ-τει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): κοιμάται, μένει απαθής, αδιαφορεί. [< αρχ. ὑπνώσσω]
53595υπό[ὑπό] υ-πό πρόθ. & υπ' (πριν από φωνήεν) & υφ' ((παλαιότ.) πριν από φωνήεν δασυνόμενης λέξης) (λόγ.) 1. (+ αιτ.) για το σημείο κάτω από το οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάτι· κατ' επέκτ. για να δηλωθεί εξάρτηση, υποταγή: ~ την επιφάνεια (του εδάφους/της θάλασσας).|| Άρθρο ~ (= με) τον τίτλο ...|| ~ την αρχηγία/εξουσία/επίβλεψη του ... Δρουν/ενεργούν ~ τις διαταγές του αρχηγού. Για χρόνια ζούσε ~ το καθεστώς του τρόμου. Μετά τον χωρισμό των γονιών της τέθηκε ~ την κηδεμονία της μητέρας της. 2. (+ αιτ.) (μτφ.) για να δηλωθεί κατάσταση ή ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κάτι: Η υπόθεση είναι ~ διερεύνηση/εκδίκαση/εξέταση/έρευνα. Ενεργεί ~ πίεση. Τελεί ~ κράτηση. Κτίριο ~ επισκευή/κατάληψη/κατάρρευση. ~ δοκιμή φάρμακο. Το ~ παρατήρηση αντικείμενο. ~ την απειλή/τον φόβο νέων συγκρούσεων. Το κόμμα είναι ~ διάλυση (: πρόκειται να διασπαστεί). Η αίτησή σας για δάνειο είναι ~ έγκριση/κρίση (= εξετάζεται). Το μέτωπο της φωτιάς τέθηκε ~ περιορισμό. Θα δεχτώ την πρότασή σου ~ προϋποθέσεις. Διέπραξε τον φόνο ~ την επήρεια αλκοόλ. Θα παρευρεθεί στη συγκέντρωση ~ (= με) την ιδιότητα του Υπουργού. Το Συμβούλιο έλαβε ~ σημείωση (= υπόψη) την έκθεση της Επιτροπής. 3. (ως επίρρ.) σε κατώτερη θέση, κάτω από την εξουσία κάποιου: Του δανείζει χρήματα για να τον έχει ~. 4. (+ γεν.) για να δηλωθεί το ποιητικό αίτιο: Θα τελεστεί Θεία Λειτουργία ~ του Μητροπολίτου ... ● ΦΡ.: υπό/κατά μία έννοια (λόγ.): εν μέρει, κατά κάποιο τρόπο: ~ ~, έχει δίκιο., (βρίσκομαι/είμαι) υπ' ατμόν βλ. ατμός, καλώ (κάποιον) στα όπλα βλ. όπλο, κάτω από τη/υπό (τη) σημαία βλ. σημαία, με (την) ευθύνη/(λόγ.) υπό την ευθύνη/υπ' ευθύνη (κάποιου) βλ. ευθύνη, με την ευρεία έννοια βλ. ευρύς, με την/υπό την προϋπόθεση βλ. προϋπόθεση, με/υπό εχεμύθεια βλ. εχεμύθεια, με/υπό όρους βλ. όρος, με/υπό τον όρο βλ. όρος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, σε απαγόρευση βλ. απαγόρευση, σε δοκιμασία βλ. δοκιμασία, στη/υπό τη σκιά βλ. σκιά, υπό (τον) έλεγχο βλ. έλεγχος, υπό αίρεση βλ. αίρεση, υπό αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, υπό ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, υπό γωνία βλ. γωνία, υπό διαμετακόμιση βλ. διαμετακόμιση, υπό διαμόρφωση βλ. διαμόρφωση, υπό διαπραγμάτευση βλ. διαπραγμάτευση, υπό διωγμό(ν) βλ. διωγμός, υπό κάλυψη βλ. κάλυψη, υπό κατασκευή(ν) βλ. κατασκευή, υπό μάλης βλ. μάλη1, υπό μορφή(ν) βλ. μορφή, υπό προθεσμία βλ. προθεσμία, υπό σκέψη βλ. σκέψη, υπό σκιά(ν) βλ. σκιά, υπό συζήτηση βλ. συζήτηση, υπό τα όμματα βλ. όμμα, υπό τη(ν) σκέπη(ν) βλ. σκέπη, υπό την αιγίδα βλ. αιγίδα, υπό την αίρεση βλ. αίρεση, υπό την προστασία (κάποιου) βλ. προστασία, υπό το βάρος βλ. βάρος, υπό το βλέμμα (κάποιου) βλ. βλέμμα, υπό το κράτος βλ. κράτος, υπό το μηδέν βλ. μηδέν, υπό το φως βλ. φως, υπό/σε στενή παρακολούθηση βλ. στενός [< αρχ. ὑπό]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.