Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54100-54120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53606υποαποδίδει[ὑποαποδίδει] υ-πο-α-πο-δί-δει ρ. (αμτβ.) {υποαπέδω-σε, υποαποδίδ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. αποδίδει λιγότερο από το αναμενόμενο: Η εγχώρια αγορά ~ έναντι των ξένων. Οι μετοχές ~ουν κατά ...%. ΑΝΤ. υπεραποδίδει
53607υποατομικός, ή, ό [ὑποατομικός] υ-πο-α-το-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που έχει διαστάσεις μικρότερες από αυτές του ατόμου ή που σχετίζεται με τα συστατικά του: ~ά: σωματίδια (: ηλεκτρόνια, νετρόνια, πρωτόνια). Βλ. κυματομηχανική.|| ~ή: φυσική. Φαινόμενα που συμβαίνουν σε ~ή κλίμακα/~ό επίπεδο. [< αγγλ. subatomic, 1903, γαλλ. subatomique, 1903]
53608υποβαθμίζω[ὑποβαθμίζω] υ-πο-βαθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {υποβάθμι-σε, υποβαθμί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, υποβαθμιζ-όμενος, υποβαθμι-σμένος, υποβαθμίζ-οντας}: προσδίδω μικρότερη σημασία σε πρόσωπο ή πράγμα, μειώνω την αξία του, το παρουσιάζω ως λιγότερο σημαντικό· κατ' επέκτ. οδηγώ σε πτώση της ποιότητας: Ο ρόλος του στην κυβέρνηση ~στηκε. Επιχείρησε να ~σει το γεγονός/επεισόδιο/ζήτημα/θέμα. Πβ. ευτελίζω, υποβιβάζω, υποτιμώ.|| Οι κλιματικές αλλαγές/οι ανεξέλεγκτες οικοδομικές δραστηριότητες ~ουν το περιβάλλον. ~σμένη: γειτονιά/πόλη/συνοικία (πβ. παρηκμασμένος). ~σμένο: αστικό κέντρο. Ραγδαία ~όμενη περιοχή. ΑΝΤ. αναβαθμίζω (1) [< γαλλ. dégrader, αγγλ. downgrade]
53609υποβάθμιση[ὑποβάθμιση] υ-πο-βάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποβαθμίζω: ~ του ρόλου του διοικητικού συμβουλίου.|| ~ του ζητήματος/της σημασίας (των γεγονότων). ~ των πτυχίων/σπουδών. Πβ. ευτελισμός, υποτίμηση.|| ~ της (πολιτικής) ζωής/των συνθηκών (διαβίωσης). ΣΥΝ. μείωση (2), υποβιβασμός (2) ΑΝΤ. αναβάθμιση ● ΣΥΜΠΛ.: υποβάθμιση του (φυσικού) περιβάλλοντος: πρόκληση ρύπανσης ή άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. [< γαλλ. dégradation, αγγλ. degradation, downgrading]
53610υποβαθμιστικός, ή, ό [ὑποβαθμιστικός] υ-πο-βαθ-μι-στι-κός επίθ.: που υποβιβάζει την αξία, τη σημασία ή την ποιότητα προσώπου ή πράγματος: ~ή: αντίληψη. ~ές: ενέργειες. ● επίρρ.: υποβαθμιστικά
53611υπόβαθρο[ὑπόβαθρο] υ-πό-βα-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθρου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί στήριγμα, συνιστά προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη ή εξέλιξη προσώπου ή πράγματος: γλωσσικό/γνωστικό/εκπαιδευτικό/ιδεολογικό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό/πολιτιστικό/σταθερό/συναισθηματικό/τεχνολογικό/φιλοσοφικό/ψυχολογικό ~. Ορισμένα ψυχικά νοσήματα έχουν βιολογικό ~. Άνθρωπος με επιστημονικό/ηθικό/θεωρητικό/μορφωτικό ~ (πβ. βάσεις). Το μάθημα αποτελεί/παρέχει/προσφέρει το απαραίτητο/κατάλληλο ~ για τις μετέπειτα σπουδές. Διαθέτει ένα γερό/στερεό ~ στον χώρο της διαφήμισης. Πβ. υποδομή, υπόστρωμα. 2. φόντο: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστών. Αναπαραγωγή σε έγχρωμο ~. Πβ. μπακγκράουντ, ταπετσαρία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή τεχνητή βάση στήριξης: ~ του σπιτιού. Πβ. θεμέλιο, υποστήριγμα. 4. ΓΕΩΛ. σκληρό και στερεό πέτρωμα που βρίσκεται κάτω από χαλαρότερα ιζηματογενή πετρώματα: αλπικό/βραχώδες/γεωλογικό/κρυσταλλικό ~. 5. ΧΑΡΤΟΓΡ. σύνολο πληροφοριών που αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση συνήθ. ψηφιακού χάρτη: γεωγραφικό/γεωφυσικό/τοπογραφικό (: μορφολογία του εδάφους, υδρογραφικό δίκτυο, καθώς και δρόμοι ή κτίσματα)/χαρτογραφικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< αρχ. ὑπόβαθρον ‘υποστήριγμα’, γαλλ. substrat]
53612υποβάλλομαι

[ὑποβάλλω] υ-πο-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. υπέβαλλα, αόρ. υπέβαλα (προφ.) υπόβαλα, υποβάλω, υποβλή-θηκε (λόγ. υπεβλήθη ..., μτχ. υποβαλλ-όμενος, υποβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, υποβάλλ-οντας, -όμενος} 1. καταθέτω κάτι για έγκριση, αποδοχή, κρίση συνήθ. σε αρμόδιο πρόσωπο ή Αρχή: ~ αίτηση (διαζυγίου)/αναφορά/τα (απαραίτητα) δικαιολογητικά/εισήγηση/έκθεση/ένσταση/μήνυση/πρόταση/σχέδιο/υπόμνημα/υποψηφιότητα/φορολογική δήλωση. Μπορεί να υποβάλει (εσφαλμ. υποβάλλει) αίτημα. Υπέβαλε την παραίτησή του/τα χαρτιά του (για διορισμό). Βλ. συν~.|| Η βουλευτής υπέβαλε ερώτηση στον αρμόδιο υπουργό για το θέμα ... Πβ. θέτω. ΑΝΤ. αποσύρω (1) || Συχνά ~όμενες ερωτήσεις. Βλ. FAQ. 2. (+ σε) κάνω κάποιον να υποστεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: ~θηκε σε αλκοτέστ/ανάκριση/βασανιστήρια/δίαιτα/έλεγχο/έξοδα/θυσίες. Πβ. αναγκάζω, υποχρεώνω.|| (ΙΑΤΡ.) ~θηκε σε (= έκανε) αιμοκάθαρση/θεραπεία/χειρουργική επέμβαση. 3. υπαγορεύω ή προκαλώ σε κάποιον σκέψη, συναίσθημα ή επιθυμία, συνήθ. με επιδέξιο τρόπο: Ποιος σου υπέβαλε (= έβαλε) την ιδέα να χωρίσεις; Πβ. επηρεάζω, πείθω, υποδεικνύω.|| Το τοπίο σε ~ει (= είναι υποβλητικό). Πβ. εμπνέω. ● ΦΡ.: υποβάλλω τα σέβη μου (σε κάποιον) (επίσ.): τυπική μορφή χαιρετισμού σε αξιοσέβαστο ή επίσημο πρόσωπο. [< γαλλ. présenter ses respects à quelqu'un] [< αρχ. ὑποβάλλω, γαλλ. soumettre]

53613υπόβαση[ὑπόβαση] υ-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φυσικό ή τεχνητό στρώμα το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη βάση οδοστρώματος, δαπέδου ή σιδηροδρομικής γραμμής: ~ από σκυρόδεμα. ~ πάχους ... εκατοστών. [< μτγν. ὑπόβασις 'βάση, υπόβαθρο']
53614υποβαστάζω[ὑποβαστάζω] υ-πο-βα-στά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. υποβασταζ-όμενος}: στηρίζω κάτι από κάτω· κατ' επέκτ. βοηθώ κάποιον να σταθεί ή να περπατήσει: Τη στέγη ~ουν δύο κίονες.|| Χτύπησε και βγήκε από τον αγώνα ~όμενος από τους συμπαίκτες του. Πβ. βαστώ.|| (μτφ.) Η ναυτιλία ~ει την οικονομία της χώρας. Πβ. υποστηρίζω. [< μτγν. ὑποβαστάζω]
53615υποβιβάζω[ὑποβιβάζω] υ-πο-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {υποβίβα-σε, υποβιβά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υποβιβάζ-οντας, -όμενος, υποβιβα-σμένος} 1. υποβαθμίζω, αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι ως λιγότερο σημαντικό από ό,τι είναι· κατ' επέκτ. ταπεινώνω, εξευτελίζω: Τέτοιου είδους ενέργειες ~ουν την αξιοπρέπειά/τη νοημοσύνη/την προσωπικότητά μας. Η απόφαση ~ει το κύρος/τον ρόλο του. ΑΝΤ. ανυψώνω.|| Δεν θα ανεχτώ άλλο να με ~ει. ΣΥΝ. μειώνω (2), υποτιμώ (1) 2. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε κατώτερη θέση ή βαθμίδα σε σχέση με αυτή στην οποία βρίσκεται: Η ομάδα ~στηκε στη Β’ Εθνική. ΑΝΤ. προάγω (2), προβιβάζω [< αρχ. ὑποβιβάζω, γαλλ. rétrograder]
53616υποβιβασμός[ὑποβιβασμός] υ-πο-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) & υποβίβαση (η) 1. τοποθέτηση ή μετάβαση σε χαμηλότερη θέση, σε κατώτερο επίπεδο: Η ομάδα αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του ~ού στη Β' Εθνική/βρίσκεται στη γραμμή/στη ζώνη/στα πρόθυρα του ~ού. ΑΝΤ. προβιβασμός.|| Ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με ~ό (ΑΝΤ. προαγωγή). ~ του δημοτικού σχολείου από τριθέσιο σε διθέσιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής εργαλείων/επικεφαλίδας.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Μετασχηματιστής/μετατροπέας ~ού τάσης. 2. μείωση της αξίας, της σπουδαιότητας: κοινωνικός ~. ~ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας/φύσης. Πβ. υποβάθμιση. ΣΥΝ. υποτίμηση (3) ΑΝΤ. ανύψωση (2) [< μτγν. ὑποβιβασμός, γαλλ. abaissement, rétrogradation]
53617υποβιταμίνωση[ὑποβιταμίνωση] υ-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προκαλείται από την έλλειψη μίας ή περισσοτέρων βιταμινών στον οργανισμό. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. hypovitaminose, 1955, αγγλ. hypovitaminosis, 1923]
53618υποβλέπω[ὑποβλέπω] υ-πο-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): αντιμετωπίζω κάποιον με καχυποψία ή φθόνο· κατ' επέκτ. επιδιώκω να αποκτήσω συνήθ. με αθέμιτο τρόπο κάτι που έχει εκείνος: Στη δουλειά ~ουν ο ένας τον άλλον. Πβ. ζηλεύω. Βλ. υπονομεύω, υποσκάπτω.|| Λήφθηκαν αυστηρά μέτρα εναντίον όσων ~ουν τη δημόσια γη/περιουσία. Πβ. βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι, επιβουλεύομαι, εποφθαλμιώ, καλοβλέπω, λοξοκοιτάζω. [< αρχ. ὑποβλέπω]
53619υποβλητικός, ή, ό [ὑποβλητικός] υ-πο-βλη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί, εμπνέει έντονα συναισθήματα ή ανώτερες σκέψεις: ~ός: ήχος/φωτισμός. ~ή: ατμόσφαιρα/αφήγηση/μουσική/περιγραφή/φωνή. ~ό: κλίμα (κατάνυξης/μυστηρίου/συγκίνησης)/τοπίο/ύφος. Ο ~ χώρος του θεάτρου/του μοναστηριού. Η πρωινή ομίχλη δημιούργησε ένα ~ό σκηνικό. Βλ. εντυπωσιακός. ● επίρρ.: υποβλητικά
53620υποβλητικότητα[ὑποβλητικότητα] υ-πο-βλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του υποβλητικού: ~ της ατμόσφαιρας/του τοπίου/του χώρου. Βλ. -ότητα. 2. ΨΥΧΟΛ. δεκτικότητα στην υποβολή, κυρ. ως αποτέλεσμα ύπνωσης ή επίδρασης ναρκωτικών ουσιών. [< 2: γαλλ. suggestibilité]
53622υποβοηθητικός, ή, ό [ὑποβοηθητικός] υ-πο-βο-η-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που υποβοηθά: ~ός: παράγοντας/ρόλος. ~ό: εργαλείο/στοιχείο. Οι σημειώσεις έχουν ~ό χαρακτήρα στην κατανόηση του κειμένου. Πβ. διευκολυντ-, ενισχυτ-ικός. ● επίρρ.: υποβοηθητικά [< γαλλ. assisté]
53623υποβοηθώ[ὑποβοηθῶ] υ-πο-βο-η-θώ ρ. (μτβ.) {υποβοηθ-ά κ. -εί ... | υποβοήθ-ησα, -ήσει, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} & υποβοηθάω (λόγ.): βοηθώ με έμμεσο ή συμπληρωματικό τρόπο: Η βιβλιογραφία θα ~ήσει τους μαθητές στην εργασία τους. Σκοπός του οργανισμού είναι να ~ήσει (= ενισχύσει) το ερευνητικό έργο του πανεπιστημίου. Πβ. διευκολύνω, συνεπικουρώ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούμενη: αναπαραγωγή/αναπαραγωγική τεχνολογία (πβ. εξωσωματική γονιμοποίηση, σπερματέγχυση)/αναπνοή. [< μτγν. υποβοηθῶ, γαλλ. assister]
53624υποβολέας[ὑποβολέας] υ-πο-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {υποβολ-είς} (λόγ.) 1. ΘΕΑΤΡ. υπάλληλος που υπαγορεύει με χαμηλή φωνή το κείμενο στους ηθοποιούς ή ερμηνευτές την ώρα της παράστασης, χωρίς να τον βλέπουν οι θεατές, για να τους διευκολύνει κυρ. όταν ξεχνούν τα λόγια τους. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άτομο που υποδεικνύει σε κάποιον τι να πει ή πώς να σκεφτεί: Μίλα ελεύθερα, δεν χρειάζεσαι ~α. [< μτγν. ὑποβολεύς, γαλλ. souffleur]
53625υποβολείο[ὑποβολεῖο] υ-πο-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. μικρός κρυφός χώρος στο προσκήνιο, ο οποίος προορίζεται για τον υποβολέα. [< γαλλ. trou du souffleur]
53626υποβολή[ὑποβολή] υ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαδικασία κατά την οποία κατατίθεται κάτι σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία συνήθ. για κρίση ή έγκριση: ηλεκτρονική ~. ~ αναφοράς/βιογραφικού σημειώματος/(φορολογικής) δήλωσης/δικαιολογητικών/εισήγησης/έκθεσης/ένστασης/ερωτήματος/συγκεντρωτικών καταστάσεων/μήνυσης/νομοσχεδίου/παραίτησης/παραπόνων/προσφοράς/πρότασης/υπομνήματος/υποψηφιότητας. ~ εργασιών/θεμάτων. Δικαίωμα/έντυπο/ημερομηνία/παράταση/προθεσμία/πρόσκληση ~ής αιτήσεων. Βλ. συν~. ΣΥΝ. κατάθεση (2) 2. (λόγ.) κατάσταση κατά την οποία αναγκάζεται κάποιος να υποστεί κάτι συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: ~ σε δοκιμασία/έλεγχο/θεραπεία. 3. ΨΥΧΟΛ. έμμεσος επηρεασμός κάποιου ώστε να αποδεχτεί άποψη ή ιδέα, χωρίς χρήση επιχειρημάτων ή άσκηση πίεσης και χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται την επιρροή που δέχεται: υπνωτική ~. Βλ. αυθ~, υπνοθεραπεία. 4. ΝΟΜ. παράνομη υποκατάσταση προσώπου ή αντικειμένου: ~ τέκνου (: εμφάνιση ξένου παιδιού ως φυσικού). ● ΦΡ.: καθ’ υποβολή(ν) (επίσ.): μετά από υπαγόρευση ή υπόδειξη κάποιου: Η επιστολή γράφτηκε ~ ~. [< αρχ. ὑποβολή, γαλλ. action de soumettre, suggestion]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.