| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53596 | υπο- & υπό- & υπ- & υφ- | η λόγια πρόθεση "υπό" ως πρόθημα∙ δηλώνει 1. θέση κάτω (από): υπό-γειο.|| Υπο-σέλιδο/~σημείωση. Υπό-τιτλος (βλ. πλαγιό-, υπέρ-).|| Υπο-γάστριο (βλ. επι-). 2. τμήμα συνόλου: υπο-ενότητα/~κατηγορία/~ομάδα.|| Υπο-έργο.|| (ειδικότ. παράρτημα) Yπο-κατάστημα/~σταθμός. 3. μικρότερη βαθμίδα σε ιεραρχία: υπο-διευθυντής. Υφ-υπουργός.|| Υπο-δεκανέας/~σμηναγός.|| (κατ' επέκτ.) Υπο-βάθμιση (βλ. ανα-)/~βιβασμός. 4. μικρό βαθμό: υπό-γλυκος (βλ. ημί-). Υφ-άλμυρος.|| (έλλειψη) Υπο-φωτισμός.|| (κατ' επέκτ.) Υπο-πληροφόρηση (βλ. παρα-).|| (ΙΑΤΡ., ανεπάρκεια ουσίας, μειωμένη λειτουργία) Υπο-βιταμίνωση (βλ. α-)/~γλυκαιμία. Υπο-γονιμότητα. 5. διακριτική, έμμεση ή κρυφή, παράνομη ενέργεια: υπο-βοηθώ/~στηρίζω.|| Yπο-κατάσταση (βλ. αντι-). Υπ-εκ-φεύγω.|| Υπο-κίνηση. Υπο-θάλπω/~πίπτω. 6. εξαναγκασμό, έλεγχο, εξάρτηση: υπο-χρεώνω.|| Υπο-ταγή. 7. κίνηση προς τα πίσω: υπο-χώρηση (βλ. οπισθο-).|| Υπ-αναχώρηση.|| Υπο-τροπή. 8. (σπανιότ.) επίταση: υπο-λείπομαι. [< αρχ. ὑπ(ο)-, αγγλ. under-, hyp(o)-, γαλλ. sous-] | |
| 53597 | υποαερισμός | [ὑποαερισμός] υ-πο-α-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση των πνευμονικών κυψελίδων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του οξυγόνου ή την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα ή και τα δύο: κυψελιδικός ~. Βλ. υπερκαπνία, υπόπνοια. ΑΝΤ. υπεραερισμός [< αγγλ. hypoventilation, 1932] | |
| 53598 | υποαλλεργικός | , ή, ό [ὑποαλλεργικός] υ-πο-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: που εμφανίζει μικρή πιθανότητα να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση: ~ή: επένδυση/κρέμα/σιλικόνη/σύνθεση. ~ό: γάλα/ύφασμα. ~ά: καλλυντικά. Πβ. αντιαλλεργικός. [< αγγλ. hypoallergenic, 1940, γαλλ. hypoallerg(én)ique, περ. 1970] | |
| 53599 | υποαλπικός | , ή, ό [ὑποαλπικός] υ-πο-αλ-πι-κός επίθ. & (σπάν.) υπαλπικός: ΓΕΩΓΡ. που βρίσκεται στους πρόποδες των Άλπεων: ~ή: ζώνη. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο από 1.501 -2.000 μ. ~ά: λιβάδια. [< γαλλ. subalpin] | |
| 53600 | υποαμείβεται | [ὑποαμείβεται] υ-πο-α-μεί-βε-ται ρ. {υποαμειβ-όμενος | κυρ. στον ενεστ.} & υπαμείβεται: κακοπληρώνεται: Πολλοί εργαζόμενοι υπεραπασχολούνται και ~ονται. ~όμενη: εργασία. ~όμενο: προσωπικό. | |
| 53601 | υποανάπτυκτος | , η, ο βλ. υπανάπτυκτος | |
| 53602 | υποανάπτυξη | βλ. υπανάπτυξη | |
| 53603 | υποαξία | [ὑποαξία] υ-πο-α-ξί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υπαξία: ΟΙΚΟΝ. υποτίμηση της αξίας ενός αγαθού που οφείλεται σε εξωγενείς κυρ. παράγοντες· ειδικότ. η οικονομική ζημία που προκύπτει από αυτή: κεφαλαιακή/λογιστική ~. ~ του χαρτοφυλακίου.|| Οι ~ες των τραπεζών. ~ες ύψους ... ευρώ. Βλ. χασούρα. ΑΝΤ. υπεραξία (1) [< γερμ. Minderwert] | |
| 53604 | υποαπασχόληση | [ὑποαπασχόληση] υ-πο-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν αξιοποιούνται επαρκώς από την αγορά εργασίας είτε γιατί δουλεύουν λιγότερο από το πλήρες ωράριο είτε γιατί η εργασία τους δεν ανταποκρίνεται στα προσόντα ή τις οικονομικές τους ανάγκες. Βλ. μερική απασχόληση. ΑΝΤ. υπεραπασχόληση (1) [< αγγλ. underemployment, 1909, γαλλ. sous-emploi, 1942] | |
| 53605 | υποαπασχολούμαι | [ὑποαπασχολοῦμαι] υ-πο-α-πα-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {υποαπασχολ-είται ...| -ούμενος, κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ. και παρατ.}: εργάζομαι λιγότερο από τον επιθυμητό χρόνο, το κανονικό ωράριο: Πολλοί νέοι πτυχιούχοι ~ούνται ή μένουν άνεργοι. ~ούμενο: εργατικό δυναμικό. | |
| 53606 | υποαποδίδει | [ὑποαποδίδει] υ-πο-α-πο-δί-δει ρ. (αμτβ.) {υποαπέδω-σε, υποαποδίδ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. αποδίδει λιγότερο από το αναμενόμενο: Η εγχώρια αγορά ~ έναντι των ξένων. Οι μετοχές ~ουν κατά ...%. ΑΝΤ. υπεραποδίδει | |
| 53607 | υποατομικός | , ή, ό [ὑποατομικός] υ-πο-α-το-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που έχει διαστάσεις μικρότερες από αυτές του ατόμου ή που σχετίζεται με τα συστατικά του: ~ά: σωματίδια (: ηλεκτρόνια, νετρόνια, πρωτόνια). Βλ. κυματομηχανική.|| ~ή: φυσική. Φαινόμενα που συμβαίνουν σε ~ή κλίμακα/~ό επίπεδο. [< αγγλ. subatomic, 1903, γαλλ. subatomique, 1903] | |
| 53608 | υποβαθμίζω | [ὑποβαθμίζω] υ-πο-βαθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {υποβάθμι-σε, υποβαθμί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, υποβαθμιζ-όμενος, υποβαθμι-σμένος, υποβαθμίζ-οντας}: προσδίδω μικρότερη σημασία σε πρόσωπο ή πράγμα, μειώνω την αξία του, το παρουσιάζω ως λιγότερο σημαντικό· κατ' επέκτ. οδηγώ σε πτώση της ποιότητας: Ο ρόλος του στην κυβέρνηση ~στηκε. Επιχείρησε να ~σει το γεγονός/επεισόδιο/ζήτημα/θέμα. Πβ. ευτελίζω, υποβιβάζω, υποτιμώ.|| Οι κλιματικές αλλαγές/οι ανεξέλεγκτες οικοδομικές δραστηριότητες ~ουν το περιβάλλον. ~σμένη: γειτονιά/πόλη/συνοικία (πβ. παρηκμασμένος). ~σμένο: αστικό κέντρο. Ραγδαία ~όμενη περιοχή. ΑΝΤ. αναβαθμίζω (1) [< γαλλ. dégrader, αγγλ. downgrade] | |
| 53609 | υποβάθμιση | [ὑποβάθμιση] υ-πο-βάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποβαθμίζω: ~ του ρόλου του διοικητικού συμβουλίου.|| ~ του ζητήματος/της σημασίας (των γεγονότων). ~ των πτυχίων/σπουδών. Πβ. ευτελισμός, υποτίμηση.|| ~ της (πολιτικής) ζωής/των συνθηκών (διαβίωσης). ΣΥΝ. μείωση (2), υποβιβασμός (2) ΑΝΤ. αναβάθμιση ● ΣΥΜΠΛ.: υποβάθμιση του (φυσικού) περιβάλλοντος: πρόκληση ρύπανσης ή άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. [< γαλλ. dégradation, αγγλ. degradation, downgrading] | |
| 53610 | υποβαθμιστικός | , ή, ό [ὑποβαθμιστικός] υ-πο-βαθ-μι-στι-κός επίθ.: που υποβιβάζει την αξία, τη σημασία ή την ποιότητα προσώπου ή πράγματος: ~ή: αντίληψη. ~ές: ενέργειες. ● επίρρ.: υποβαθμιστικά | |
| 53611 | υπόβαθρο | [ὑπόβαθρο] υ-πό-βα-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθρου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί στήριγμα, συνιστά προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη ή εξέλιξη προσώπου ή πράγματος: γλωσσικό/γνωστικό/εκπαιδευτικό/ιδεολογικό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό/πολιτιστικό/σταθερό/συναισθηματικό/τεχνολογικό/φιλοσοφικό/ψυχολογικό ~. Ορισμένα ψυχικά νοσήματα έχουν βιολογικό ~. Άνθρωπος με επιστημονικό/ηθικό/θεωρητικό/μορφωτικό ~ (πβ. βάσεις). Το μάθημα αποτελεί/παρέχει/προσφέρει το απαραίτητο/κατάλληλο ~ για τις μετέπειτα σπουδές. Διαθέτει ένα γερό/στερεό ~ στον χώρο της διαφήμισης. Πβ. υποδομή, υπόστρωμα. 2. φόντο: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστών. Αναπαραγωγή σε έγχρωμο ~. Πβ. μπακγκράουντ, ταπετσαρία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή τεχνητή βάση στήριξης: ~ του σπιτιού. Πβ. θεμέλιο, υποστήριγμα. 4. ΓΕΩΛ. σκληρό και στερεό πέτρωμα που βρίσκεται κάτω από χαλαρότερα ιζηματογενή πετρώματα: αλπικό/βραχώδες/γεωλογικό/κρυσταλλικό ~. 5. ΧΑΡΤΟΓΡ. σύνολο πληροφοριών που αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση συνήθ. ψηφιακού χάρτη: γεωγραφικό/γεωφυσικό/τοπογραφικό (: μορφολογία του εδάφους, υδρογραφικό δίκτυο, καθώς και δρόμοι ή κτίσματα)/χαρτογραφικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< αρχ. ὑπόβαθρον ‘υποστήριγμα’, γαλλ. substrat] | |
| 53613 | υπόβαση | [ὑπόβαση] υ-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φυσικό ή τεχνητό στρώμα το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη βάση οδοστρώματος, δαπέδου ή σιδηροδρομικής γραμμής: ~ από σκυρόδεμα. ~ πάχους ... εκατοστών. [< μτγν. ὑπόβασις 'βάση, υπόβαθρο'] | |
| 53614 | υποβαστάζω | [ὑποβαστάζω] υ-πο-βα-στά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. υποβασταζ-όμενος}: στηρίζω κάτι από κάτω· κατ' επέκτ. βοηθώ κάποιον να σταθεί ή να περπατήσει: Τη στέγη ~ουν δύο κίονες.|| Χτύπησε και βγήκε από τον αγώνα ~όμενος από τους συμπαίκτες του. Πβ. βαστώ.|| (μτφ.) Η ναυτιλία ~ει την οικονομία της χώρας. Πβ. υποστηρίζω. [< μτγν. ὑποβαστάζω] | |
| 53615 | υποβιβάζω | [ὑποβιβάζω] υ-πο-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {υποβίβα-σε, υποβιβά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υποβιβάζ-οντας, -όμενος, υποβιβα-σμένος} 1. υποβαθμίζω, αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι ως λιγότερο σημαντικό από ό,τι είναι· κατ' επέκτ. ταπεινώνω, εξευτελίζω: Τέτοιου είδους ενέργειες ~ουν την αξιοπρέπειά/τη νοημοσύνη/την προσωπικότητά μας. Η απόφαση ~ει το κύρος/τον ρόλο του. ΑΝΤ. ανυψώνω.|| Δεν θα ανεχτώ άλλο να με ~ει. ΣΥΝ. μειώνω (2), υποτιμώ (1) 2. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε κατώτερη θέση ή βαθμίδα σε σχέση με αυτή στην οποία βρίσκεται: Η ομάδα ~στηκε στη Β’ Εθνική. ΑΝΤ. προάγω (2), προβιβάζω [< αρχ. ὑποβιβάζω, γαλλ. rétrograder] | |
| 53616 | υποβιβασμός | [ὑποβιβασμός] υ-πο-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) & υποβίβαση (η) 1. τοποθέτηση ή μετάβαση σε χαμηλότερη θέση, σε κατώτερο επίπεδο: Η ομάδα αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του ~ού στη Β' Εθνική/βρίσκεται στη γραμμή/στη ζώνη/στα πρόθυρα του ~ού. ΑΝΤ. προβιβασμός.|| Ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με ~ό (ΑΝΤ. προαγωγή). ~ του δημοτικού σχολείου από τριθέσιο σε διθέσιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής εργαλείων/επικεφαλίδας.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Μετασχηματιστής/μετατροπέας ~ού τάσης. 2. μείωση της αξίας, της σπουδαιότητας: κοινωνικός ~. ~ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας/φύσης. Πβ. υποβάθμιση. ΣΥΝ. υποτίμηση (3) ΑΝΤ. ανύψωση (2) [< μτγν. ὑποβιβασμός, γαλλ. abaissement, rétrogradation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ