| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53617 | υποβιταμίνωση | [ὑποβιταμίνωση] υ-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προκαλείται από την έλλειψη μίας ή περισσοτέρων βιταμινών στον οργανισμό. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. hypovitaminose, 1955, αγγλ. hypovitaminosis, 1923] | |
| 53618 | υποβλέπω | [ὑποβλέπω] υ-πο-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): αντιμετωπίζω κάποιον με καχυποψία ή φθόνο· κατ' επέκτ. επιδιώκω να αποκτήσω συνήθ. με αθέμιτο τρόπο κάτι που έχει εκείνος: Στη δουλειά ~ουν ο ένας τον άλλον. Πβ. ζηλεύω. Βλ. υπονομεύω, υποσκάπτω.|| Λήφθηκαν αυστηρά μέτρα εναντίον όσων ~ουν τη δημόσια γη/περιουσία. Πβ. βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι, επιβουλεύομαι, εποφθαλμιώ, καλοβλέπω, λοξοκοιτάζω. [< αρχ. ὑποβλέπω] | |
| 53619 | υποβλητικός | , ή, ό [ὑποβλητικός] υ-πο-βλη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί, εμπνέει έντονα συναισθήματα ή ανώτερες σκέψεις: ~ός: ήχος/φωτισμός. ~ή: ατμόσφαιρα/αφήγηση/μουσική/περιγραφή/φωνή. ~ό: κλίμα (κατάνυξης/μυστηρίου/συγκίνησης)/τοπίο/ύφος. Ο ~ χώρος του θεάτρου/του μοναστηριού. Η πρωινή ομίχλη δημιούργησε ένα ~ό σκηνικό. Βλ. εντυπωσιακός. ● επίρρ.: υποβλητικά | |
| 53620 | υποβλητικότητα | [ὑποβλητικότητα] υ-πο-βλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του υποβλητικού: ~ της ατμόσφαιρας/του τοπίου/του χώρου. Βλ. -ότητα. 2. ΨΥΧΟΛ. δεκτικότητα στην υποβολή, κυρ. ως αποτέλεσμα ύπνωσης ή επίδρασης ναρκωτικών ουσιών. [< 2: γαλλ. suggestibilité] | |
| 53622 | υποβοηθητικός | , ή, ό [ὑποβοηθητικός] υ-πο-βο-η-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που υποβοηθά: ~ός: παράγοντας/ρόλος. ~ό: εργαλείο/στοιχείο. Οι σημειώσεις έχουν ~ό χαρακτήρα στην κατανόηση του κειμένου. Πβ. διευκολυντ-, ενισχυτ-ικός. ● επίρρ.: υποβοηθητικά [< γαλλ. assisté] | |
| 53623 | υποβοηθώ | [ὑποβοηθῶ] υ-πο-βο-η-θώ ρ. (μτβ.) {υποβοηθ-ά κ. -εί ... | υποβοήθ-ησα, -ήσει, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} & υποβοηθάω (λόγ.): βοηθώ με έμμεσο ή συμπληρωματικό τρόπο: Η βιβλιογραφία θα ~ήσει τους μαθητές στην εργασία τους. Σκοπός του οργανισμού είναι να ~ήσει (= ενισχύσει) το ερευνητικό έργο του πανεπιστημίου. Πβ. διευκολύνω, συνεπικουρώ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούμενη: αναπαραγωγή/αναπαραγωγική τεχνολογία (πβ. εξωσωματική γονιμοποίηση, σπερματέγχυση)/αναπνοή. [< μτγν. υποβοηθῶ, γαλλ. assister] | |
| 53624 | υποβολέας | [ὑποβολέας] υ-πο-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {υποβολ-είς} (λόγ.) 1. ΘΕΑΤΡ. υπάλληλος που υπαγορεύει με χαμηλή φωνή το κείμενο στους ηθοποιούς ή ερμηνευτές την ώρα της παράστασης, χωρίς να τον βλέπουν οι θεατές, για να τους διευκολύνει κυρ. όταν ξεχνούν τα λόγια τους. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άτομο που υποδεικνύει σε κάποιον τι να πει ή πώς να σκεφτεί: Μίλα ελεύθερα, δεν χρειάζεσαι ~α. [< μτγν. ὑποβολεύς, γαλλ. souffleur] | |
| 53625 | υποβολείο | [ὑποβολεῖο] υ-πο-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. μικρός κρυφός χώρος στο προσκήνιο, ο οποίος προορίζεται για τον υποβολέα. [< γαλλ. trou du souffleur] | |
| 53626 | υποβολή | [ὑποβολή] υ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαδικασία κατά την οποία κατατίθεται κάτι σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία συνήθ. για κρίση ή έγκριση: ηλεκτρονική ~. ~ αναφοράς/βιογραφικού σημειώματος/(φορολογικής) δήλωσης/δικαιολογητικών/εισήγησης/έκθεσης/ένστασης/ερωτήματος/συγκεντρωτικών καταστάσεων/μήνυσης/νομοσχεδίου/παραίτησης/παραπόνων/προσφοράς/πρότασης/υπομνήματος/υποψηφιότητας. ~ εργασιών/θεμάτων. Δικαίωμα/έντυπο/ημερομηνία/παράταση/προθεσμία/πρόσκληση ~ής αιτήσεων. Βλ. συν~. ΣΥΝ. κατάθεση (2) 2. (λόγ.) κατάσταση κατά την οποία αναγκάζεται κάποιος να υποστεί κάτι συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: ~ σε δοκιμασία/έλεγχο/θεραπεία. 3. ΨΥΧΟΛ. έμμεσος επηρεασμός κάποιου ώστε να αποδεχτεί άποψη ή ιδέα, χωρίς χρήση επιχειρημάτων ή άσκηση πίεσης και χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται την επιρροή που δέχεται: υπνωτική ~. Βλ. αυθ~, υπνοθεραπεία. 4. ΝΟΜ. παράνομη υποκατάσταση προσώπου ή αντικειμένου: ~ τέκνου (: εμφάνιση ξένου παιδιού ως φυσικού). ● ΦΡ.: καθ’ υποβολή(ν) (επίσ.): μετά από υπαγόρευση ή υπόδειξη κάποιου: Η επιστολή γράφτηκε ~ ~. [< αρχ. ὑποβολή, γαλλ. action de soumettre, suggestion] | |
| 53627 | υποβολιμαίος | , α, ο [ὑποβολιμαῖος] υ-πο-βο-λι-μαί-ος επίθ. & (εσφαλμ.) υποβολιμιαίος (λόγ.): που γίνεται με υπόδειξη τρίτου, συνήθ. με σκοπό την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων: ~α: δημοσιεύματα. Το περιεχόμενο της επιστολής είναι κακόβουλο και ~ο. ● επίρρ.: υποβολιμαία [< αρχ. ὑποβολιμαῖος ‘που υποκαταστάθηκε κρυφά’] | |
| 53628 | υποβολιμότητα | [ὑποβολιμότητα] υ-πο-βο-λι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΨΥΧΟΛ. η δυνατότητα του ατόμου να είναι περισσότερο δεκτικό στην υποβολή: Η ύπνωση χαρακτηρίζεται από αυξημένη ~. Βλ. -ότητα, υπνοθεραπεία, υπνωτισμός. [< γαλλ. suggestibilité] | |
| 53629 | υποβόσκει | [ὑποβόσκει] υ-πο-βό-σκει ρ. (αμτβ.) {υπέβοσκε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση, αναπτύσσεται με κρυφό και συνήθ. ύπουλο τρόπο: ~ει (εσφαλμ. υποφώσκει) το μίσος. ~ουν εντάσεις/προβλήματα. ~ ο κίνδυνος να ... Για χρόνια υπέβοσκε διαμάχη ανάμεσά τους. Πβ. σοβεί, (υπο)λανθάνει, υφέρπει. [< πβ. μτγν. ὑποβόσκομαι 'καταβροχθίζω'] | |
| 53630 | υποβόσκων | , ουσα, ον [ὑποβόσκων] υ-πο-βό-σκων επίθ. (λόγ.): που υποβόσκει: ~ων: ερωτισμός.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ουσα: απειλή/θλίψη/κρίση/σύγκρουση. Πβ. (υπο)λανθάνων, υφέρπων. | |
| 53631 | υποβρυχιακός | , ή, ό [ὑποβρυχιακός] υ-πο-βρυ-χι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με υποβρύχιο: ~ός: στόλος. ~ή: βάση.|| ~ή: άσκηση. | |
| 53632 | υποβρύχιο | [ὑποβρύχιο] υ-πο-βρύ-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: πολεμικό κυρ. σκάφος το οποίο μπορεί να πλέει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και είναι συνήθ. εξοπλισμένο με τορπίλες: επανδρωμένο/πυρηνοκίνητο ~. Καθέλκυση/περισκόπιο του ~ίου. ~ τσέπης.|| Τουριστικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βανίλια υποβρύχιο & (προφ.) βανίλια & υποβρύχιο: κουτάλι με ποσότητα βανίλιας, που σερβίρεται σε ποτήρι με κρύο νερό ως γλυκό. [< γαλλ. sous-marin, 1895, submersible, 1899] | |
| 53633 | υποβρύχιος | , α, ο [ὑποβρύχιος] υ-πο-βρύ-χι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ή που είναι κατάλληλος για χρήση κάτω από το νερό: ~ος: κόσμος. ~ο: καλώδιο/ρομπότ/σκάφος. ~ες: αντλίες γεωτρήσεων/σπηλιές.|| ~α: αλιεία/(αρχαιολογική) έρευνα/διασύνδεση (των νησιών)/δραστηριότητα/κάμερα/φωτογραφία. ~ο: κολύμπι/ψάρεμα. ~ες: λήψεις. Μονάδα ~ων αποστολών (του Λιμενικού Σώματος). Σχολή ~ων καταδύσεων.|| ~ος: εξοπλισμός/φακός. ~α: θήκη. ΣΥΝ. υποθαλάσσιος ● επίρρ.: υποβρύχια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: υποβρύχιες καταστροφές: ΣΤΡΑΤ. επιχειρήσεις που εκτελούνται κάτω από την επιφάνεια του νερού, όπως καταστροφές πλοίων ή τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών· συνεκδ. οι ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις που αναλαμβάνουν τέτοιες επιχειρήσεις: Μονάδα (ακρ. ΜΥΚ)/Ομάδα (ακρ. ΟΥΚ) ~ων ~ών. Βλ. βατραχάνθρωπος., ενάλια αρχαιολογία βλ. ενάλιος [< αρχ. ὑποβρύχιος, γαλλ. sous-marin, αγγλ. submarine] | |
| 53634 | υπόγα | [ὑπόγα] υ-πό-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): υπόγειο: σκοτεινή ~.|| Συχνάζουν σε μια ~ με ζωντανή μουσική. Βλ. κουτούκι.|| Πέρασε όλο το βράδυ στην ~ της Ασφάλειας. Πβ. κρατητήριο, μπουντρούμι, φυλακή. | |
| 53635 | υπογάστριο | [ὑπογάστριο] υ-πο-γά-στρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ. η κοιλιακή περιοχή κάτω από τον ομφαλό: άλγος ~ίου. Επιθέματα στο ~. Βλ. επιγάστριο. ● ΣΥΜΠΛ.: το (μαλακό) υπογάστριο (μτφ.): ευάλωτο τμήμα, ευαίσθητο σημείο: γροθιά στο ~ ~ της κοινωνίας. [< αρχ. ὑπογάστριον, αγγλ. hypogastrium, γαλλ. hypogastre] | |
| 53636 | υπογάστριος | , α, ο [ὑπογάστριος] υ-πο-γά-στρι-ος επίθ. & (σπάν.) υπογαστρικός, ή, ό: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται στο υπογάστριο ή σχετίζεται με αυτό: ~ος: πόνος. Βλ. (επι)γαστρικός. [< μτγν. ὑπογάστριος, γαλλ. hypogastrique, αγγλ. hypogastric] | |
| 53637 | υπογεγραμμένη | [ὑπογεγραμμένη] υ-πο-γε-γραμ-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στην αρχαία Ελληνική) το μικρό γιώτα των διφθόγγων αι, ηι, ωι, το οποίο γραφόταν κάτω από τα φωνήεντα α, η και ω: π.χ. ᾄδω, ἀποθνῄσκω, ᾠδή. [< νεολατ. iota subscriptum] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ