Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54120-54140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53627υποβολιμαίος, α, ο [ὑποβολιμαῖος] υ-πο-βο-λι-μαί-ος επίθ. & (εσφαλμ.) υποβολιμιαίος (λόγ.): που γίνεται με υπόδειξη τρίτου, συνήθ. με σκοπό την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων: ~α: δημοσιεύματα. Το περιεχόμενο της επιστολής είναι κακόβουλο και ~ο. ● επίρρ.: υποβολιμαία [< αρχ. ὑποβολιμαῖος ‘που υποκαταστάθηκε κρυφά’]
53628υποβολιμότητα[ὑποβολιμότητα] υ-πο-βο-λι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΨΥΧΟΛ. η δυνατότητα του ατόμου να είναι περισσότερο δεκτικό στην υποβολή: Η ύπνωση χαρακτηρίζεται από αυξημένη ~. Βλ. -ότητα, υπνοθεραπεία, υπνωτισμός. [< γαλλ. suggestibilité]
53629υποβόσκει[ὑποβόσκει] υ-πο-βό-σκει ρ. (αμτβ.) {υπέβοσκε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση, αναπτύσσεται με κρυφό και συνήθ. ύπουλο τρόπο: ~ει (εσφαλμ. υποφώσκει) το μίσος. ~ουν εντάσεις/προβλήματα. ~ ο κίνδυνος να ... Για χρόνια υπέβοσκε διαμάχη ανάμεσά τους. Πβ. σοβεί, (υπο)λανθάνει, υφέρπει. [< πβ. μτγν. ὑποβόσκομαι 'καταβροχθίζω']
53630υποβόσκων, ουσα, ον [ὑποβόσκων] υ-πο-βό-σκων επίθ. (λόγ.): που υποβόσκει: ~ων: ερωτισμός.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ουσα: απειλή/θλίψη/κρίση/σύγκρουση. Πβ. (υπο)λανθάνων, υφέρπων.
53631υποβρυχιακός, ή, ό [ὑποβρυχιακός] υ-πο-βρυ-χι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με υποβρύχιο: ~ός: στόλος. ~ή: βάση.|| ~ή: άσκηση.
53632υποβρύχιο[ὑποβρύχιο] υ-πο-βρύ-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: πολεμικό κυρ. σκάφος το οποίο μπορεί να πλέει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και είναι συνήθ. εξοπλισμένο με τορπίλες: επανδρωμένο/πυρηνοκίνητο ~. Καθέλκυση/περισκόπιο του ~ίου. ~ τσέπης.|| Τουριστικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βανίλια υποβρύχιο & (προφ.) βανίλια & υποβρύχιο: κουτάλι με ποσότητα βανίλιας, που σερβίρεται σε ποτήρι με κρύο νερό ως γλυκό. [< γαλλ. sous-marin, 1895, submersible, 1899]
53633υποβρύχιος, α, ο [ὑποβρύχιος] υ-πο-βρύ-χι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ή που είναι κατάλληλος για χρήση κάτω από το νερό: ~ος: κόσμος. ~ο: καλώδιο/ρομπότ/σκάφος. ~ες: αντλίες γεωτρήσεων/σπηλιές.|| ~α: αλιεία/(αρχαιολογική) έρευνα/διασύνδεση (των νησιών)/δραστηριότητα/κάμερα/φωτογραφία. ~ο: κολύμπι/ψάρεμα. ~ες: λήψεις. Μονάδα ~ων αποστολών (του Λιμενικού Σώματος). Σχολή ~ων καταδύσεων.|| ~ος: εξοπλισμός/φακός. ~α: θήκη. ΣΥΝ. υποθαλάσσιος ● επίρρ.: υποβρύχια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: υποβρύχιες καταστροφές: ΣΤΡΑΤ. επιχειρήσεις που εκτελούνται κάτω από την επιφάνεια του νερού, όπως καταστροφές πλοίων ή τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών· συνεκδ. οι ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις που αναλαμβάνουν τέτοιες επιχειρήσεις: Μονάδα (ακρ. ΜΥΚ)/Ομάδα (ακρ. ΟΥΚ) ~ων ~ών. Βλ. βατραχάνθρωπος., ενάλια αρχαιολογία βλ. ενάλιος [< αρχ. ὑποβρύχιος, γαλλ. sous-marin, αγγλ. submarine]
53634υπόγα[ὑπόγα] υ-πό-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): υπόγειο: σκοτεινή ~.|| Συχνάζουν σε μια ~ με ζωντανή μουσική. Βλ. κουτούκι.|| Πέρασε όλο το βράδυ στην ~ της Ασφάλειας. Πβ. κρατητήριο, μπουντρούμι, φυλακή.
53635υπογάστριο[ὑπογάστριο] υ-πο-γά-στρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ. η κοιλιακή περιοχή κάτω από τον ομφαλό: άλγος ~ίου. Επιθέματα στο ~. Βλ. επιγάστριο. ● ΣΥΜΠΛ.: το (μαλακό) υπογάστριο (μτφ.): ευάλωτο τμήμα, ευαίσθητο σημείο: γροθιά στο ~ ~ της κοινωνίας. [< αρχ. ὑπογάστριον, αγγλ. hypogastrium, γαλλ. hypogastre]
53636υπογάστριος, α, ο [ὑπογάστριος] υ-πο-γά-στρι-ος επίθ. & (σπάν.) υπογαστρικός, ή, ό: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται στο υπογάστριο ή σχετίζεται με αυτό: ~ος: πόνος. Βλ. (επι)γαστρικός. [< μτγν. ὑπογάστριος, γαλλ. hypogastrique, αγγλ. hypogastric]
53637υπογεγραμμένη[ὑπογεγραμμένη] υ-πο-γε-γραμ-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στην αρχαία Ελληνική) το μικρό γιώτα των διφθόγγων αι, ηι, ωι, το οποίο γραφόταν κάτω από τα φωνήεντα α, η και ω: π.χ. ᾄδω, ἀποθνῄσκω, ᾠδή. [< νεολατ. iota subscriptum]
53638υπογεγραμμένος, η, ο [ὑπογεγραμμένος] υ-πο-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει υπογραφεί: ~η: δήλωση/σύμβαση. ~ο: αντίγραφο (της αίτησης)/αντίτυπο (του βιβλίου)/έντυπο/προσύμφωνο/συμβόλαιο. Βεβαίωση ~η από τον εργοδότη. Πβ. ενυπόγραφος.|| (ως ουσ., στερεότυπη έκφραση σε έγγραφο:) Ο/η (κάτωθι) ~ος/~η βεβαιώνω/δηλώνω ότι ... (= υπογράφων). Πβ. υποφαινόμενος. ΑΝΤ. ανυπόγραφος [< μτγν. ὑπογεγραμμένος, γαλλ. signé]
53639υπόγειο[ὑπόγειο] υ-πό-γει-ο ουσ. (ουδ.) {υπογεί-ου}: τμήμα κατοικίας ή άλλου οικοδομήματος το οποίο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της γης: ανήλιαγο/πλημμυρισμένο/σκοτεινό/υγρό ~. Το ~ του καταστήματος/της πολυκατοικίας. Βλ. κατώγι, μπουντρούμι, -γειος, ημι~. ● Υποκ.: υπογειάκι (το) [< μτγν. ὑπόγειον, αγγλ. hypogeum]
53640υπογειοποίηση[ὑπογειοποίηση] υ-πο-γει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται, κατασκευάζεται ή διέρχεται κάτω από τη γη: ~ των γραμμών (του τρένου/υψηλής τάσης)/των δικτύων (της ΔΕΗ)/της λεωφόρου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. υπογείωση
53641υπογειοποιώ[ὑπογειοποιῶ] υ-πο-γει-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υπογειοποι-εί ... | υπογειοποι-ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: κατασκευάζω ή κάνω κάτι να περάσει κάτω από τη γη: Η σιδηροδρομική γραμμή θα ~ηθεί (= υπογειωθεί) σε μεγάλο μήκος. ~ημένη: σύνδεση (των δύο λεωφόρων). ~ημένο: τμήμα (του αυτοκινητόδρομου). Βλ. -ποιώ.
53642υπόγειος, α, ο [ὑπόγειος] υ-πό-γει-ος επίθ. 1. που βρίσκεται ή συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια της γης: ~ος: αγωγός/θάλαμος/πλούτος/ποταμός. ~α: αίθουσα/αποθήκη/βλάστηση/κρύπτη/σύνδεση. ~ο: γκαράζ/διαμέρισμα/δίκτυο/καλώδιο/καταφύγιο/πάρκινγκ/τούνελ (= ~α σήραγγα). ~ες: δεξαμενές (υγρών καυσίμων)/στοές/σωληνώσεις. ~α: έργα/νερά. Ψυχρό ~ο ρεύμα. Βλ. ημι~, ισόγειος.|| ~α: πυρηνική δοκιμή/έκρηξη. Βλ. -γειος. ΑΝΤ. επίγειος (1), υπέργειος 2. (μτφ.) που γίνεται με κρυφό και συνήθ. δόλιο τρόπο: ~α: συμφωνία/συνεργασία. ~ες: διαδρομές (του μαύρου χρήματος)/διεργασίες/ενέργειες/συναλλαγές. Προσπαθεί να τον βλάψει με ~ους τρόπους. Πβ. μουλωχτός, ύπουλος, υποχθόνιος. ● επίρρ.: υπόγεια & (λόγ.) -είως ● ΣΥΜΠΛ.: υπόγειος σιδηρόδρομος & (προφ.) υπόγειος: μετρό. , υπόγεια διάβαση βλ. διάβαση [< αρχ. ὑπόγειος, γαλλ. hypogé, αγγλ. underground]
53643υπογείτης[ὑπογείτης] υ-πο-γεί-της ουσ. (αρσ.): τεχνικός υπόγειων αγωγών, στοών (ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας, μεταλλείων): ~ες στα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ. Βλ. εναερίτης.
53644υπογειώνεται[ὑπογειώνεται] υ-πο-γει-ώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {υπογειω-θεί}: υπογειοποιείται: Αποφασίστηκε να ~θεί το δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή.
53645υπογείωση[ὑπογείωση] υ-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπογειοποίηση.
53646υπογένειο[ὑπογένειο] υ-πο-γέ-νει-ο ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.) : κοντό γένι, συνήθ. στην άκρη του πιγουνιού. Πβ. μούσι. [< μεσν. υπογένειον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.