Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54140-54160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53647υπογεννητικότητα[ὑπογεννητικότητα] υ-πο-γεν-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. πτώση του δείκτη των γεννήσεων μιας χώρας κάτω από τα φυσιολογικά ή επιθυμητά όρια. Βλ. γήρανση πληθυσμού, -ότητα. ΑΝΤ. υπεργεννητικότητα [< γαλλ. dénatalité, 1918]
53648υπογένος[ὑπογένος] υ-πο-γέ-νος ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από το είδος και κάτω από το γένος. [< νεολατ. subgenus]
53649υπογλυκαιμία[ὑπογλυκαιμία] υ-πο-γλυ-και-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, κυρ. ως επιπλοκή αντιδιαβητικής θεραπείας: μεταγευματική/νυχτερινή ~. Επεισόδια/κρίσεις ~ας.|| Παθαίνει συχνές ~ες. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπεργλυκαιμία [< γαλλ. hypoglycémie, 1908, αγγλ. hypoglycemia, γερμ. Hypoglykämie]
53650υπογλυκαιμικός, ή, ό [ὑπογλυκαιμικός] υ-πο-γλυ-και-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπογλυκαιμία: ~ή: δράση/κρίση. ~ό: επεισόδιο/κώμα/σοκ.|| ~ά: φάρμακα.|| (ως ουσ.) Είναι ~ (: πάσχει από υπογλυκαιμία). ΑΝΤ. υπεργλυκαιμικός [< αγγλ. hypoglycemic, γαλλ. hypoglycémique, γερμ. hypoglykämisch]
53651υπόγλυκος, η, ο [ὑπόγλυκος] υ-πό-γλυ-κος επίθ. (λόγ.): ελαφρά γλυκός: τυρί με ~η γεύση. Πβ. γλυκούτσικος, ημίγλυκος. Βλ. υπόπικρος. [< πβ. αρχ. ὑπόγλυκυς]
53652υπογλώσσιος, α, ο [ὑπογλώσσιος] υ-πο-γλώσ-σι-ος επίθ.: που είναι ή τοποθετείται κάτω από τη γλώσσα: (ΑΝΑΤ.) ~ος: αδένας. ~ο: νεύρο.|| ~α: δισκία. ● Ουσ.: υπογλώσσιο (το): ενν. χάπι. ● επίρρ.: υπογλωσσίως (λόγ.) [< αρχ. ὑπογλώσσιος, γαλλ. hypoglosse, αγγλ. hypoglossal]
53653υπογνάθιος, α, ο [ὑπογνάθιος] υ-πο-γνά-θι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την κάτω γνάθο: ~ος: (σιελογόνος) αδένας. ~α: χώρα.|| (ως ουσ.) Κολάρο με ~ο. [< γαλλ. sous-maxillaire]
53654υπογοναδισμός[ὑπογοναδισμός] υ-πο-γο-να-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπολειτουργία των γεννητικών αδένων που προκαλεί καθυστέρηση της σωματικής αύξησης και της σεξουαλικής ωρίμανσης: ανδρικός ~ (: χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης). Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hypogonadism, 1918, γαλλ. hypogonadisme]
53655υπογόνιμος, η, ο [ὑπογόνιμος] υ-πο-γό-νι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει μειωμένη γονιμότητα: ~α: ζευγάρια. Βλ. στείρος. [< αγγλ. subfertile, 1954]
53656υπογονιμότητα[ὑπογονιμότητα] υ-πο-γο-νι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ικανότητα αναπαραγωγής: ανδρική/γυναικεία ~. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση, στειρότητα. [< αγγλ. subfertility, 1948, γαλλ. hypofertilité]
53657υπογούφερ[ὑπογοῦφερ] υ-πο-γού-φερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαμπγούφερ: ΤΕΧΝΟΛ. ηχείο που αναπαράγει πολύ χαμηλές ηχητικές συχνότητες μπάσων: ενεργό/παθητικό ~. [< αγγλ. subwoofer, 1975]
53658υπογραμμίζω[ὑπογραμμίζω] υ-πο-γραμ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {υπογράμμι-σα, υπογραμμί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπογραμμίζ-οντας, -όμενος} 1. τραβώ γραμμή κάτω από μία ή περισσότερες λέξεις: Υπογραμμίστε όλα τα επιρρήματα του κειμένου. Καθώς διαβάζεις το μάθημα, να ~εις τα κύρια σημεία. Βλ. κυκλώνω. 2. (μτφ.) επισημαίνω, τονίζω με έμφαση: Ο αρμόδιος υπουργός ~σε την ανάγκη (εξεύρεσης λύσης)/τις δυσκολίες (του εγχειρήματος)/τον κίνδυνο (αποτυχίας). ~σε (= εξήρε) τη σημασία της κοινής δράσης για ... Πβ. υπερτονίζω. [< γαλλ. souligner]
53659υπογράμμιση[ὑπογράμμιση] υ-πο-γράμ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπογραμμίζω: διπλή/έντονη/κόκκινη ~. Μαρκαδόρος ~ης (= υπογραμμιστής).|| (μτφ.) ~ της αξίας/σημασίας (μιας απόφασης). Απαραίτητη είναι η ~ του γεγονότος ότι ... Πβ. επισήμανση, τονισμός. [< γαλλ. soulignage]
53660υπογραμμιστής[ὑπογραμμιστής] υ-πο-γραμ-μι-στής ουσ. (αρσ.): μαρκαδόρος συνήθ. με φωσφοριζέ χρώμα, ο οποίος χρησιμεύει για την υπογράμμιση ή το μαρκάρισμα σημαντικών λέξεων ή τμημάτων ενός κειμένου. Πβ. μαρκαδόρος υπογράμμισης. [< αγγλ. highlighter, 1963, γαλλ. surligneur, 1985]
53661υπογραμμός[ὑπογραμμός] υ-πο-γραμ-μός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τύπος και υπογραμμός: χαρακτηρισμός προσώπου που αποτελεί πρότυπο μίμησης: Στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, είναι πάντα ~ ~ (= άψογος, συνεπής). [< μτγν. ὑπογραμμός]
53662υπογραφή[ὑπογραφή] υ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ιδιόχειρη και συνήθ. συντομευμένη αναγραφή του ονοματεπώνυμου: δυσανάγνωστη/καλλιτεχνική/χαρακτηριστική ~. Πλαστογράφηση της ~ής. Απαιτείται η ~ (του κηδεμόνα). Κείμενο χωρίς ~ (= ανυπόγραφο). Το έγγραφο δεν προωθείται χωρίς την ~ του αρμόδιου υπαλλήλου. Οι γονείς μαζεύουν/συγκεντρώνουν ~ές για την κατασκευή σχολείου στην περιοχή (: ως μέσο άσκησης πίεσης στην πολιτεία). Πβ. τζίφρα.|| (εμφατ.) Δεν ξέρει (ούτε) την ~ του να βάλει (: είναι εντελώς αγράμματος).|| (μτφ.) Προϊόντα/ρούχα με ~ (: από γνωστό σχεδιαστή ή επώνυμη μάρκα, πβ. σινιέ).|| (μτφ.) Τιμώ την ~ μου (: είμαι συνεπής σε κάτι για το οποίο έχω δεσμευτεί). 2. (κατ' επέκτ.) επικύρωση εγγράφου ή συμφωνίας: ~ ανακωχής/ειρήνης/πρωτοκόλλου/σύμβασης/συμβολαίου/συνεργασίας/συνθήκης. Δικαίωμα ~ής. Η υπουργική απόφαση είναι έτοιμη προς ~. Kαθυστερεί η ~ για τη δημοπράτηση του έργου. Βλ. προσ~, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή: ΠΛΗΡΟΦ. το ισοδύναμο της ιδιόχειρης υπογραφής, το οποίο παρέχει εγγύηση για την αυθεντικότητα του περιεχομένου μηνυμάτων ή εγγράφων που διακινούνται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital/electronic signature, 1976] , το γνήσιο(ν) της υπογραφής βλ. γνήσιος ● ΦΡ.: βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι): συμφωνώ, εγκρίνω κάτι ή εγγυώμαι προσωπικά για κάποιον: Για την τιμιότητά του βάζω εγώ ~. Πβ. προσυπογράφω., πέφτουν (οι) υπογραφές (προφ.): συνάπτεται και επικυρώνεται συμφωνία: ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. Χτες το βράδυ έπεσαν ~ με τον νέο παίκτη της ομάδας. [< 1: μτγν. ὑπογραφή, 2: γαλλ. signature]
53663υπογράφω[ὑπογράφω] υ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {υπέγρα-ψα (προφ.) υπόγρα-ψα, υπογρά-ψει, υπογρά-φηκε (προφ.) -φτηκε (λόγ. υπεγράφ-η, -ησαν, μτχ. υπογραφ-είς, -είσα, -έν), -φεί (προφ.) -φτεί, υπογράφ-οντας, -όμενος, υπογρα-μμένος (συχνότ. λόγ.) υπογεγραμμένος} 1. βάζω υπογραφή: ~ την αίτηση/τη δήλωση/το έγγραφο/την επιταγή. Η γιαγιά μου είναι αγράμματη και ~ει με σταυρό. Ο πίνακας είναι υπογεγραμμένος από τον καλλιτέχνη. (προστ.) Υπόγραψε (εσφαλμ.: υπέγραψε) εδώ.|| (επίσ.) Ο ~όμενος ... δηλώνω υπεύθυνα ότι ...|| Ο συγγραφέας ~ει τα βιβλία του με το πραγματικό του όνομα/με ψευδώνυμο.|| Το άρθρο/την επιστολή/το κείμενο ~ει γνωστός δημοσιογράφος. Πβ. συντάσσω.|| Θα μετανιώσει για τη συμπεριφορά του, αυτό σ(ου) το ~ (: σε διαβεβαιώνω). 2. (κατ' επέκτ.) αποδέχομαι επίσημα, εγκρίνω ή επικυρώνω την ισχύ συμφωνίας με την υπογραφή μου: Τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ~ψαν συμφωνητικό/συνεργασία. Η εταιρεία ~ψε σύμβαση για την κατασκευή του έργου. Ο διεθνής άσος ~ψε (συμβόλαιο) με την/στην ομάδα μας.|| ~ψε την απόφαση (του συμβουλίου)/τη διαμαρτυρία. Βλ. προσ~, συν~.|| Οι δύο χώρες ~ψαν ανακωχή/εκεχειρία. Η κυβέρνηση ~ψε το πρωτόκολλο/τη συνθήκη ...|| (ειρων.-εμφατ.) ~ψε φαρδιά πλατιά την πρόταση για αύξηση του ωραρίου. ● ΦΡ.: υπογράφω και με τα δυο χέρια & υπογράφω με χέρια και με πόδια (προφ.-εμφατ.): υπογράφω χωρίς ενδοιασμούς· κατ' επέκτ. συμφωνώ ανεπιφύλακτα., υπογράφω με το αίμα μου: πεθαίνω για έναν σκοπό, μια αξία: Οι πρώτοι Χριστιανοί υπέγραψαν με το αίμα τους τη διακήρυξη της πίστης τους.|| (μτφ.) Αυτό που θα σου πω το υπογράφω με αίμα (: είμαι απόλυτα βέβαιος)., υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη/την καταδίκη μου: προκαλώ τη δολοφονία μου, συνήθ. επειδή βλάπτω τα παράνομα συμφέροντα άλλων· κυρ. κατ' επέκτ. ζημιώνω σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό μου ή κάποιον άλλον λόγω λανθασμένης ενέργειας ή απόφασής μου: Ο αυτόπτης μάρτυρας του φόνου υπέγραψε άθελά του τη θανατική του καταδίκη.|| (μτφ.) Μετά την τελευταία ήττα της η ομάδα υπέγραψε την καταδίκη της. [< αρχ. ὑπογράφω, γαλλ. souscrire, signer]
53664υπογράφων, ουσα, ον [ὑπογράφων] υ-πο-γρά-φων επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσωπο ή φορέα) που υπογράφει ένα κείμενο: ~ων: ιατρός. ~ουσα: Αρχή. ~ον: μέλος. Βλ. αιτών, βεβαιών, δηλών, συν~. ● Ουσ.: υπογράφων, υπογράφουσα (ο/η): πρόσωπο που υπογράφει στο τέλος εγγράφου ή άλλου κειμένου (με αναφορά σε τρίτο πρόσωπο ή στον ίδιο του τον εαυτό): Ο ~ υπήρξα ενεργό μέλος του ιδρύματος. Ο/η (κάτωθι) ~/~ουσα (λογιότ. υπογραφόμενος/υπογραφόμενη) ... δηλώνω υπεύθυνα ότι ... Πβ. υπογεγραμμένος, υποφαινόμενος.|| Την επιμέλεια της παράστασης έχει η ~ουσα. Πβ. γράφων. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπογράφω]
53665υποδαυλίζω[ὑποδαυλίζω] υ-πο-δαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποδαύλι-σε, υποδαυλί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, υποδαυλίζ-οντας, -όμενος} (λόγ.): προκαλώ ή ενισχύω, συνήθ. με ύπουλο τρόπο, αρνητικές καταστάσεις ή συναισθήματα: Με τις δηλώσεις του ~ει τη βία/την ένταση/την κρίση/την ξενοφοβία/τον φανατισμό. Τα επεισόδια/οι συγκρούσεις ~ονται από ξένα συμφέροντα. Πβ. αναμοχλεύω, αναξέω. ΣΥΝ. υποθάλπω (1), υποκινώ (1) [< γαλλ. attiser]
53666υποδαύλιση[ὑποδαύλιση] υ-πο-δαύ-λι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποδαυλίζω: ~ του εθνικισμού/του μίσους/της σύγκρουσης. Πβ. αναμόχλευση, υπόθαλψη, υποκίνηση. Βλ. υπονόμευση. [< γαλλ. attisement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.