| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53638 | υπογεγραμμένος | , η, ο [ὑπογεγραμμένος] υ-πο-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει υπογραφεί: ~η: δήλωση/σύμβαση. ~ο: αντίγραφο (της αίτησης)/αντίτυπο (του βιβλίου)/έντυπο/προσύμφωνο/συμβόλαιο. Βεβαίωση ~η από τον εργοδότη. Πβ. ενυπόγραφος.|| (ως ουσ., στερεότυπη έκφραση σε έγγραφο:) Ο/η (κάτωθι) ~ος/~η βεβαιώνω/δηλώνω ότι ... (= υπογράφων). Πβ. υποφαινόμενος. ΑΝΤ. ανυπόγραφος [< μτγν. ὑπογεγραμμένος, γαλλ. signé] | |
| 53639 | υπόγειο | [ὑπόγειο] υ-πό-γει-ο ουσ. (ουδ.) {υπογεί-ου}: τμήμα κατοικίας ή άλλου οικοδομήματος το οποίο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της γης: ανήλιαγο/πλημμυρισμένο/σκοτεινό/υγρό ~. Το ~ του καταστήματος/της πολυκατοικίας. Βλ. κατώγι, μπουντρούμι, -γειος, ημι~. ● Υποκ.: υπογειάκι (το) [< μτγν. ὑπόγειον, αγγλ. hypogeum] | |
| 53640 | υπογειοποίηση | [ὑπογειοποίηση] υ-πο-γει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται, κατασκευάζεται ή διέρχεται κάτω από τη γη: ~ των γραμμών (του τρένου/υψηλής τάσης)/των δικτύων (της ΔΕΗ)/της λεωφόρου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. υπογείωση | |
| 53641 | υπογειοποιώ | [ὑπογειοποιῶ] υ-πο-γει-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υπογειοποι-εί ... | υπογειοποι-ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: κατασκευάζω ή κάνω κάτι να περάσει κάτω από τη γη: Η σιδηροδρομική γραμμή θα ~ηθεί (= υπογειωθεί) σε μεγάλο μήκος. ~ημένη: σύνδεση (των δύο λεωφόρων). ~ημένο: τμήμα (του αυτοκινητόδρομου). Βλ. -ποιώ. | |
| 53642 | υπόγειος | , α, ο [ὑπόγειος] υ-πό-γει-ος επίθ. 1. που βρίσκεται ή συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια της γης: ~ος: αγωγός/θάλαμος/πλούτος/ποταμός. ~α: αίθουσα/αποθήκη/βλάστηση/κρύπτη/σύνδεση. ~ο: γκαράζ/διαμέρισμα/δίκτυο/καλώδιο/καταφύγιο/πάρκινγκ/τούνελ (= ~α σήραγγα). ~ες: δεξαμενές (υγρών καυσίμων)/στοές/σωληνώσεις. ~α: έργα/νερά. Ψυχρό ~ο ρεύμα. Βλ. ημι~, ισόγειος.|| ~α: πυρηνική δοκιμή/έκρηξη. Βλ. -γειος. ΑΝΤ. επίγειος (1), υπέργειος 2. (μτφ.) που γίνεται με κρυφό και συνήθ. δόλιο τρόπο: ~α: συμφωνία/συνεργασία. ~ες: διαδρομές (του μαύρου χρήματος)/διεργασίες/ενέργειες/συναλλαγές. Προσπαθεί να τον βλάψει με ~ους τρόπους. Πβ. μουλωχτός, ύπουλος, υποχθόνιος. ● επίρρ.: υπόγεια & (λόγ.) -είως ● ΣΥΜΠΛ.: υπόγειος σιδηρόδρομος & (προφ.) υπόγειος: μετρό. , υπόγεια διάβαση βλ. διάβαση [< αρχ. ὑπόγειος, γαλλ. hypogé, αγγλ. underground] | |
| 53643 | υπογείτης | [ὑπογείτης] υ-πο-γεί-της ουσ. (αρσ.): τεχνικός υπόγειων αγωγών, στοών (ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας, μεταλλείων): ~ες στα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ. Βλ. εναερίτης. | |
| 53644 | υπογειώνεται | [ὑπογειώνεται] υ-πο-γει-ώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {υπογειω-θεί}: υπογειοποιείται: Αποφασίστηκε να ~θεί το δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή. | |
| 53645 | υπογείωση | [ὑπογείωση] υ-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπογειοποίηση. | |
| 53646 | υπογένειο | [ὑπογένειο] υ-πο-γέ-νει-ο ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.) : κοντό γένι, συνήθ. στην άκρη του πιγουνιού. Πβ. μούσι. [< μεσν. υπογένειον] | |
| 53647 | υπογεννητικότητα | [ὑπογεννητικότητα] υ-πο-γεν-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. πτώση του δείκτη των γεννήσεων μιας χώρας κάτω από τα φυσιολογικά ή επιθυμητά όρια. Βλ. γήρανση πληθυσμού, -ότητα. ΑΝΤ. υπεργεννητικότητα [< γαλλ. dénatalité, 1918] | |
| 53648 | υπογένος | [ὑπογένος] υ-πο-γέ-νος ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από το είδος και κάτω από το γένος. [< νεολατ. subgenus] | |
| 53649 | υπογλυκαιμία | [ὑπογλυκαιμία] υ-πο-γλυ-και-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, κυρ. ως επιπλοκή αντιδιαβητικής θεραπείας: μεταγευματική/νυχτερινή ~. Επεισόδια/κρίσεις ~ας.|| Παθαίνει συχνές ~ες. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπεργλυκαιμία [< γαλλ. hypoglycémie, 1908, αγγλ. hypoglycemia, γερμ. Hypoglykämie] | |
| 53650 | υπογλυκαιμικός | , ή, ό [ὑπογλυκαιμικός] υ-πο-γλυ-και-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπογλυκαιμία: ~ή: δράση/κρίση. ~ό: επεισόδιο/κώμα/σοκ.|| ~ά: φάρμακα.|| (ως ουσ.) Είναι ~ (: πάσχει από υπογλυκαιμία). ΑΝΤ. υπεργλυκαιμικός [< αγγλ. hypoglycemic, γαλλ. hypoglycémique, γερμ. hypoglykämisch] | |
| 53651 | υπόγλυκος | , η, ο [ὑπόγλυκος] υ-πό-γλυ-κος επίθ. (λόγ.): ελαφρά γλυκός: τυρί με ~η γεύση. Πβ. γλυκούτσικος, ημίγλυκος. Βλ. υπόπικρος. [< πβ. αρχ. ὑπόγλυκυς] | |
| 53652 | υπογλώσσιος | , α, ο [ὑπογλώσσιος] υ-πο-γλώσ-σι-ος επίθ.: που είναι ή τοποθετείται κάτω από τη γλώσσα: (ΑΝΑΤ.) ~ος: αδένας. ~ο: νεύρο.|| ~α: δισκία. ● Ουσ.: υπογλώσσιο (το): ενν. χάπι. ● επίρρ.: υπογλωσσίως (λόγ.) [< αρχ. ὑπογλώσσιος, γαλλ. hypoglosse, αγγλ. hypoglossal] | |
| 53653 | υπογνάθιος | , α, ο [ὑπογνάθιος] υ-πο-γνά-θι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την κάτω γνάθο: ~ος: (σιελογόνος) αδένας. ~α: χώρα.|| (ως ουσ.) Κολάρο με ~ο. [< γαλλ. sous-maxillaire] | |
| 53654 | υπογοναδισμός | [ὑπογοναδισμός] υ-πο-γο-να-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπολειτουργία των γεννητικών αδένων που προκαλεί καθυστέρηση της σωματικής αύξησης και της σεξουαλικής ωρίμανσης: ανδρικός ~ (: χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης). Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hypogonadism, 1918, γαλλ. hypogonadisme] | |
| 53655 | υπογόνιμος | , η, ο [ὑπογόνιμος] υ-πο-γό-νι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει μειωμένη γονιμότητα: ~α: ζευγάρια. Βλ. στείρος. [< αγγλ. subfertile, 1954] | |
| 53656 | υπογονιμότητα | [ὑπογονιμότητα] υ-πο-γο-νι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ικανότητα αναπαραγωγής: ανδρική/γυναικεία ~. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση, στειρότητα. [< αγγλ. subfertility, 1948, γαλλ. hypofertilité] | |
| 53657 | υπογούφερ | [ὑπογοῦφερ] υ-πο-γού-φερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαμπγούφερ: ΤΕΧΝΟΛ. ηχείο που αναπαράγει πολύ χαμηλές ηχητικές συχνότητες μπάσων: ενεργό/παθητικό ~. [< αγγλ. subwoofer, 1975] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ