| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53658 | υπογραμμίζω | [ὑπογραμμίζω] υ-πο-γραμ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {υπογράμμι-σα, υπογραμμί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπογραμμίζ-οντας, -όμενος} 1. τραβώ γραμμή κάτω από μία ή περισσότερες λέξεις: Υπογραμμίστε όλα τα επιρρήματα του κειμένου. Καθώς διαβάζεις το μάθημα, να ~εις τα κύρια σημεία. Βλ. κυκλώνω. 2. (μτφ.) επισημαίνω, τονίζω με έμφαση: Ο αρμόδιος υπουργός ~σε την ανάγκη (εξεύρεσης λύσης)/τις δυσκολίες (του εγχειρήματος)/τον κίνδυνο (αποτυχίας). ~σε (= εξήρε) τη σημασία της κοινής δράσης για ... Πβ. υπερτονίζω. [< γαλλ. souligner] | |
| 53659 | υπογράμμιση | [ὑπογράμμιση] υ-πο-γράμ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπογραμμίζω: διπλή/έντονη/κόκκινη ~. Μαρκαδόρος ~ης (= υπογραμμιστής).|| (μτφ.) ~ της αξίας/σημασίας (μιας απόφασης). Απαραίτητη είναι η ~ του γεγονότος ότι ... Πβ. επισήμανση, τονισμός. [< γαλλ. soulignage] | |
| 53660 | υπογραμμιστής | [ὑπογραμμιστής] υ-πο-γραμ-μι-στής ουσ. (αρσ.): μαρκαδόρος συνήθ. με φωσφοριζέ χρώμα, ο οποίος χρησιμεύει για την υπογράμμιση ή το μαρκάρισμα σημαντικών λέξεων ή τμημάτων ενός κειμένου. Πβ. μαρκαδόρος υπογράμμισης. [< αγγλ. highlighter, 1963, γαλλ. surligneur, 1985] | |
| 53661 | υπογραμμός | [ὑπογραμμός] υ-πο-γραμ-μός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τύπος και υπογραμμός: χαρακτηρισμός προσώπου που αποτελεί πρότυπο μίμησης: Στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, είναι πάντα ~ ~ (= άψογος, συνεπής). [< μτγν. ὑπογραμμός] | |
| 53662 | υπογραφή | [ὑπογραφή] υ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ιδιόχειρη και συνήθ. συντομευμένη αναγραφή του ονοματεπώνυμου: δυσανάγνωστη/καλλιτεχνική/χαρακτηριστική ~. Πλαστογράφηση της ~ής. Απαιτείται η ~ (του κηδεμόνα). Κείμενο χωρίς ~ (= ανυπόγραφο). Το έγγραφο δεν προωθείται χωρίς την ~ του αρμόδιου υπαλλήλου. Οι γονείς μαζεύουν/συγκεντρώνουν ~ές για την κατασκευή σχολείου στην περιοχή (: ως μέσο άσκησης πίεσης στην πολιτεία). Πβ. τζίφρα.|| (εμφατ.) Δεν ξέρει (ούτε) την ~ του να βάλει (: είναι εντελώς αγράμματος).|| (μτφ.) Προϊόντα/ρούχα με ~ (: από γνωστό σχεδιαστή ή επώνυμη μάρκα, πβ. σινιέ).|| (μτφ.) Τιμώ την ~ μου (: είμαι συνεπής σε κάτι για το οποίο έχω δεσμευτεί). 2. (κατ' επέκτ.) επικύρωση εγγράφου ή συμφωνίας: ~ ανακωχής/ειρήνης/πρωτοκόλλου/σύμβασης/συμβολαίου/συνεργασίας/συνθήκης. Δικαίωμα ~ής. Η υπουργική απόφαση είναι έτοιμη προς ~. Kαθυστερεί η ~ για τη δημοπράτηση του έργου. Βλ. προσ~, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή: ΠΛΗΡΟΦ. το ισοδύναμο της ιδιόχειρης υπογραφής, το οποίο παρέχει εγγύηση για την αυθεντικότητα του περιεχομένου μηνυμάτων ή εγγράφων που διακινούνται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital/electronic signature, 1976] , το γνήσιο(ν) της υπογραφής βλ. γνήσιος ● ΦΡ.: βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι): συμφωνώ, εγκρίνω κάτι ή εγγυώμαι προσωπικά για κάποιον: Για την τιμιότητά του βάζω εγώ ~. Πβ. προσυπογράφω., πέφτουν (οι) υπογραφές (προφ.): συνάπτεται και επικυρώνεται συμφωνία: ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. Χτες το βράδυ έπεσαν ~ με τον νέο παίκτη της ομάδας. [< 1: μτγν. ὑπογραφή, 2: γαλλ. signature] | |
| 53663 | υπογράφω | [ὑπογράφω] υ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {υπέγρα-ψα (προφ.) υπόγρα-ψα, υπογρά-ψει, υπογρά-φηκε (προφ.) -φτηκε (λόγ. υπεγράφ-η, -ησαν, μτχ. υπογραφ-είς, -είσα, -έν), -φεί (προφ.) -φτεί, υπογράφ-οντας, -όμενος, υπογρα-μμένος (συχνότ. λόγ.) υπογεγραμμένος} 1. βάζω υπογραφή: ~ την αίτηση/τη δήλωση/το έγγραφο/την επιταγή. Η γιαγιά μου είναι αγράμματη και ~ει με σταυρό. Ο πίνακας είναι υπογεγραμμένος από τον καλλιτέχνη. (προστ.) Υπόγραψε (εσφαλμ.: υπέγραψε) εδώ.|| (επίσ.) Ο ~όμενος ... δηλώνω υπεύθυνα ότι ...|| Ο συγγραφέας ~ει τα βιβλία του με το πραγματικό του όνομα/με ψευδώνυμο.|| Το άρθρο/την επιστολή/το κείμενο ~ει γνωστός δημοσιογράφος. Πβ. συντάσσω.|| Θα μετανιώσει για τη συμπεριφορά του, αυτό σ(ου) το ~ (: σε διαβεβαιώνω). 2. (κατ' επέκτ.) αποδέχομαι επίσημα, εγκρίνω ή επικυρώνω την ισχύ συμφωνίας με την υπογραφή μου: Τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ~ψαν συμφωνητικό/συνεργασία. Η εταιρεία ~ψε σύμβαση για την κατασκευή του έργου. Ο διεθνής άσος ~ψε (συμβόλαιο) με την/στην ομάδα μας.|| ~ψε την απόφαση (του συμβουλίου)/τη διαμαρτυρία. Βλ. προσ~, συν~.|| Οι δύο χώρες ~ψαν ανακωχή/εκεχειρία. Η κυβέρνηση ~ψε το πρωτόκολλο/τη συνθήκη ...|| (ειρων.-εμφατ.) ~ψε φαρδιά πλατιά την πρόταση για αύξηση του ωραρίου. ● ΦΡ.: υπογράφω και με τα δυο χέρια & υπογράφω με χέρια και με πόδια (προφ.-εμφατ.): υπογράφω χωρίς ενδοιασμούς· κατ' επέκτ. συμφωνώ ανεπιφύλακτα., υπογράφω με το αίμα μου: πεθαίνω για έναν σκοπό, μια αξία: Οι πρώτοι Χριστιανοί υπέγραψαν με το αίμα τους τη διακήρυξη της πίστης τους.|| (μτφ.) Αυτό που θα σου πω το υπογράφω με αίμα (: είμαι απόλυτα βέβαιος)., υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη/την καταδίκη μου: προκαλώ τη δολοφονία μου, συνήθ. επειδή βλάπτω τα παράνομα συμφέροντα άλλων· κυρ. κατ' επέκτ. ζημιώνω σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό μου ή κάποιον άλλον λόγω λανθασμένης ενέργειας ή απόφασής μου: Ο αυτόπτης μάρτυρας του φόνου υπέγραψε άθελά του τη θανατική του καταδίκη.|| (μτφ.) Μετά την τελευταία ήττα της η ομάδα υπέγραψε την καταδίκη της. [< αρχ. ὑπογράφω, γαλλ. souscrire, signer] | |
| 53664 | υπογράφων | , ουσα, ον [ὑπογράφων] υ-πο-γρά-φων επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσωπο ή φορέα) που υπογράφει ένα κείμενο: ~ων: ιατρός. ~ουσα: Αρχή. ~ον: μέλος. Βλ. αιτών, βεβαιών, δηλών, συν~. ● Ουσ.: υπογράφων, υπογράφουσα (ο/η): πρόσωπο που υπογράφει στο τέλος εγγράφου ή άλλου κειμένου (με αναφορά σε τρίτο πρόσωπο ή στον ίδιο του τον εαυτό): Ο ~ υπήρξα ενεργό μέλος του ιδρύματος. Ο/η (κάτωθι) ~/~ουσα (λογιότ. υπογραφόμενος/υπογραφόμενη) ... δηλώνω υπεύθυνα ότι ... Πβ. υπογεγραμμένος, υποφαινόμενος.|| Την επιμέλεια της παράστασης έχει η ~ουσα. Πβ. γράφων. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπογράφω] | |
| 53665 | υποδαυλίζω | [ὑποδαυλίζω] υ-πο-δαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποδαύλι-σε, υποδαυλί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, υποδαυλίζ-οντας, -όμενος} (λόγ.): προκαλώ ή ενισχύω, συνήθ. με ύπουλο τρόπο, αρνητικές καταστάσεις ή συναισθήματα: Με τις δηλώσεις του ~ει τη βία/την ένταση/την κρίση/την ξενοφοβία/τον φανατισμό. Τα επεισόδια/οι συγκρούσεις ~ονται από ξένα συμφέροντα. Πβ. αναμοχλεύω, αναξέω. ΣΥΝ. υποθάλπω (1), υποκινώ (1) [< γαλλ. attiser] | |
| 53666 | υποδαύλιση | [ὑποδαύλιση] υ-πο-δαύ-λι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποδαυλίζω: ~ του εθνικισμού/του μίσους/της σύγκρουσης. Πβ. αναμόχλευση, υπόθαλψη, υποκίνηση. Βλ. υπονόμευση. [< γαλλ. attisement] | |
| 53667 | υποδεέστερος | , η, ο [ὑποδεέστερος] υ-πο-δε-έ-στε-ρος επίθ. (λόγ.): κατώτερος: ~ος: ρόλος (: λιγότερο σημαντικός). ~η: εργασία/θέση. ~α: προϊόντα. Ήταν σαφώς ~ του αντιπάλου του. Αριθμητικά ~οι. ΑΝΤ. υπέρτερος [< αρχ. ὑποδεέστερος] | |
| 53668 | υπόδειγμα | [ὑπόδειγμα] υ-πό-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε χρησιμεύει ή χρησιμοποιείται ως δείγμα ή μοντέλο για τη δημιουργία άλλων πανομοιότυπων: ~ δήλωσης/βιογραφικού σημειώματος/συμβολαίου/συμφωνητικού. ~ατα δικογράφων/εκθέσεων. Η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα νέο αναπτυξιακό ~. Πβ. κανόνας. ΣΥΝ. πρότυπο (1) 2. (μτφ.) πρόσωπο που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση: Θεωρείται ~ μαθητή/οικογενειάρχη/πατέρα/συζύγου/υπαλλήλου/φοιτητή. Είναι ~ εργατικότητας/ήθους/υπομονής. ΣΥΝ. πρότυπο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υπόδειγμα χρησιμότητας/πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας βλ. χρησιμότητα [< αρχ. ὑπόδειγμα, γαλλ. modèle] | |
| 53669 | υποδειγματικός | , ή, ό [ὑποδειγματικός] υ-πο-δειγ-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί υπόδειγμα ή λειτουργεί ως τέτοιο: ~ό: προϊόν. ~ές: απαντήσεις/λύσεις των ασκήσεων.|| (μτφ.) ~ός: μαθητής. ~ή: αφοσίωση/προσωπικότητα/(οδική) συμπεριφορά. ~ό: έργο. Πβ. άρτιος, άψογος, τέλειος. ΣΥΝ. παραδειγματικός (1), πρότυπος ● επίρρ.: υποδειγματικά ● ΣΥΜΠΛ.: δειγματική διδασκαλία βλ. δειγματικός [< μτγν. ὑποδειγματικός 'εξηγημένος με παραδείγματα', γαλλ. exemplaire] | |
| 53670 | υποδεικνύω | [ὑποδεικνύω] υ-πο-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {υπέδει-ξα (προφ.) υπόδει-ξα, υποδεί-ξω, -χθηκε (προφ.) -χτηκε (λόγ. υπεδείχθη, μτχ. υποδειχθ-είς, -είσα, -έν), -χθεί (προφ.) -χτεί, υποδεικνύ-οντας, -όμενος} (λόγ.) & (προφ.) υποδείχνω 1. προτείνω ή συμβουλεύω: Τον ~ξε ως διάδοχό του/υποψήφιο στις επόμενες εκλογές. Του ~ξε τη λύση στο πρόβλημά του. Έχεις να μου ~ξεις κάποιο νησί για διακοπές; Του ~ξα να μην παραιτηθεί ακόμα από τη δουλειά του. Πβ. συνιστώ. 2. επιβάλλω: Δε θα μου ~ξεις εσύ πώς να μιλάω/τις παρέες μου. Πβ. (καθ)ορίζω, υπαγορεύω. 3. επισημαίνω, δείχνω: Τον ~ξε ως ένοχο/υπεύθυνο για το σκάνδαλο. Ο προπονητής ~ξε τα λάθη των παικτών στον αγώνα. Ο διαιτητής ~ξε το σημείο του πέναλτι. Ο καθηγητής μού ~ξε τον τρόπο που πρέπει να διαβάζω. [< αρχ. ὑποδεικνύω] | |
| 53671 | υπόδειξη | [ὑπόδειξη] υ-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδεικνύω: Χρήσιμες ~είξεις για τη σωστή διαχείριση των οικονομικών. ~είξεις ασφαλείας. Πβ. οδηγία, συμβουλή, συστάσεις.|| Δεν πρόκειται να ανεχτώ άλλο τις ~είξεις σου. Πβ. υπαγόρευση.|| Το ναυάγιο ανασύρθηκε με ~ των δυτών. Πβ. επισήμανση. ● ΦΡ.: καθ' υπόδειξη & (λόγ.) καθ' υπόδειξιν & κατόπιν υποδείξεως: μετά από υπόδειξη: ~ ~ δηλώσεις. Ενήργησε ~ ~ των ανωτέρων του. Έκανα εξετάσεις αίματος κατόπιν υποδείξεως του γιατρού. [< μτγν. ὑπόδειξις] | |
| 53672 | υποδεκάμετρο | [ὑποδεκάμετρο] υ-πο-δε-κά-με-τρο ουσ. (ουδ.): μικρός χάρακας, συνήθ. μήκους δέκα εκατοστών, με υποδιαιρέσεις του μέτρου. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα [< γαλλ. décimètre] | |
| 53673 | υποδεκανέας | [ὑποδεκανέας] υ-πο-δε-κα-νέ-ας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός που αποδίδεται τιμητικά σε απλό στρατιώτη. [< γαλλ. soldat de première classe] | |
| 53674 | υποδεκτικός | , ή, ό [ὑποδεκτικός] υ-πο-δε-κτι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που λειτουργεί ως υποδοχέας: ~ό: πεδίο (των νευρώνων). ~ά: όργανα (της ακοής/του δέρματος). Ενδομήτριο ~ό στην εμφύτευση ωαρίου. [< πβ. αρχ. ὑποδεκτικός 'που είναι κατάλληλος να δεχτεί κάτι', αγγλ. receptive] | |
| 53675 | υποδεκτικότητα | [ὑποδεκτικότητα] υ-πο-δε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του υποδεκτικού: ~ του ενδομητρίου. Βλ. -ότητα. | |
| 53676 | υπόδερμα | [ὑπόδερμα] υ-πό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. το βαθύτερο στρώμα του δέρματος που αποτελείται κυρ. από λιπώδη κύτταρα· υποδόριος ιστός. Βλ. επιδερμίδα, χόριο. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νύμφη μύγας (γένος Hypoderma bovis) που παρασιτεί στα βοοειδή. [< γαλλ. hypoderme, αγγλ. hypoderma] | |
| 53677 | υποδερμικός | , ή, ό [ὑποδερμικός] υ-πο-δερ-μι-κός επίθ.: υποδόριος: ~ή: βελόνα/ένεση/θεραπεία. ~ό: μικροτσίπ. ~ές: σύριγγες. ● επίρρ.: υποδερμικά [< πβ. γαλλ. hypodermique, αγγλ. hypodermic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ