| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53667 | υποδεέστερος | , η, ο [ὑποδεέστερος] υ-πο-δε-έ-στε-ρος επίθ. (λόγ.): κατώτερος: ~ος: ρόλος (: λιγότερο σημαντικός). ~η: εργασία/θέση. ~α: προϊόντα. Ήταν σαφώς ~ του αντιπάλου του. Αριθμητικά ~οι. ΑΝΤ. υπέρτερος [< αρχ. ὑποδεέστερος] | |
| 53668 | υπόδειγμα | [ὑπόδειγμα] υ-πό-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε χρησιμεύει ή χρησιμοποιείται ως δείγμα ή μοντέλο για τη δημιουργία άλλων πανομοιότυπων: ~ δήλωσης/βιογραφικού σημειώματος/συμβολαίου/συμφωνητικού. ~ατα δικογράφων/εκθέσεων. Η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα νέο αναπτυξιακό ~. Πβ. κανόνας. ΣΥΝ. πρότυπο (1) 2. (μτφ.) πρόσωπο που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση: Θεωρείται ~ μαθητή/οικογενειάρχη/πατέρα/συζύγου/υπαλλήλου/φοιτητή. Είναι ~ εργατικότητας/ήθους/υπομονής. ΣΥΝ. πρότυπο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υπόδειγμα χρησιμότητας/πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας βλ. χρησιμότητα [< αρχ. ὑπόδειγμα, γαλλ. modèle] | |
| 53669 | υποδειγματικός | , ή, ό [ὑποδειγματικός] υ-πο-δειγ-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί υπόδειγμα ή λειτουργεί ως τέτοιο: ~ό: προϊόν. ~ές: απαντήσεις/λύσεις των ασκήσεων.|| (μτφ.) ~ός: μαθητής. ~ή: αφοσίωση/προσωπικότητα/(οδική) συμπεριφορά. ~ό: έργο. Πβ. άρτιος, άψογος, τέλειος. ΣΥΝ. παραδειγματικός (1), πρότυπος ● επίρρ.: υποδειγματικά ● ΣΥΜΠΛ.: δειγματική διδασκαλία βλ. δειγματικός [< μτγν. ὑποδειγματικός 'εξηγημένος με παραδείγματα', γαλλ. exemplaire] | |
| 53670 | υποδεικνύω | [ὑποδεικνύω] υ-πο-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {υπέδει-ξα (προφ.) υπόδει-ξα, υποδεί-ξω, -χθηκε (προφ.) -χτηκε (λόγ. υπεδείχθη, μτχ. υποδειχθ-είς, -είσα, -έν), -χθεί (προφ.) -χτεί, υποδεικνύ-οντας, -όμενος} (λόγ.) & (προφ.) υποδείχνω 1. προτείνω ή συμβουλεύω: Τον ~ξε ως διάδοχό του/υποψήφιο στις επόμενες εκλογές. Του ~ξε τη λύση στο πρόβλημά του. Έχεις να μου ~ξεις κάποιο νησί για διακοπές; Του ~ξα να μην παραιτηθεί ακόμα από τη δουλειά του. Πβ. συνιστώ. 2. επιβάλλω: Δε θα μου ~ξεις εσύ πώς να μιλάω/τις παρέες μου. Πβ. (καθ)ορίζω, υπαγορεύω. 3. επισημαίνω, δείχνω: Τον ~ξε ως ένοχο/υπεύθυνο για το σκάνδαλο. Ο προπονητής ~ξε τα λάθη των παικτών στον αγώνα. Ο διαιτητής ~ξε το σημείο του πέναλτι. Ο καθηγητής μού ~ξε τον τρόπο που πρέπει να διαβάζω. [< αρχ. ὑποδεικνύω] | |
| 53671 | υπόδειξη | [ὑπόδειξη] υ-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδεικνύω: Χρήσιμες ~είξεις για τη σωστή διαχείριση των οικονομικών. ~είξεις ασφαλείας. Πβ. οδηγία, συμβουλή, συστάσεις.|| Δεν πρόκειται να ανεχτώ άλλο τις ~είξεις σου. Πβ. υπαγόρευση.|| Το ναυάγιο ανασύρθηκε με ~ των δυτών. Πβ. επισήμανση. ● ΦΡ.: καθ' υπόδειξη & (λόγ.) καθ' υπόδειξιν & κατόπιν υποδείξεως: μετά από υπόδειξη: ~ ~ δηλώσεις. Ενήργησε ~ ~ των ανωτέρων του. Έκανα εξετάσεις αίματος κατόπιν υποδείξεως του γιατρού. [< μτγν. ὑπόδειξις] | |
| 53672 | υποδεκάμετρο | [ὑποδεκάμετρο] υ-πο-δε-κά-με-τρο ουσ. (ουδ.): μικρός χάρακας, συνήθ. μήκους δέκα εκατοστών, με υποδιαιρέσεις του μέτρου. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα [< γαλλ. décimètre] | |
| 53673 | υποδεκανέας | [ὑποδεκανέας] υ-πο-δε-κα-νέ-ας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός που αποδίδεται τιμητικά σε απλό στρατιώτη. [< γαλλ. soldat de première classe] | |
| 53674 | υποδεκτικός | , ή, ό [ὑποδεκτικός] υ-πο-δε-κτι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που λειτουργεί ως υποδοχέας: ~ό: πεδίο (των νευρώνων). ~ά: όργανα (της ακοής/του δέρματος). Ενδομήτριο ~ό στην εμφύτευση ωαρίου. [< πβ. αρχ. ὑποδεκτικός 'που είναι κατάλληλος να δεχτεί κάτι', αγγλ. receptive] | |
| 53675 | υποδεκτικότητα | [ὑποδεκτικότητα] υ-πο-δε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του υποδεκτικού: ~ του ενδομητρίου. Βλ. -ότητα. | |
| 53676 | υπόδερμα | [ὑπόδερμα] υ-πό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. το βαθύτερο στρώμα του δέρματος που αποτελείται κυρ. από λιπώδη κύτταρα· υποδόριος ιστός. Βλ. επιδερμίδα, χόριο. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νύμφη μύγας (γένος Hypoderma bovis) που παρασιτεί στα βοοειδή. [< γαλλ. hypoderme, αγγλ. hypoderma] | |
| 53677 | υποδερμικός | , ή, ό [ὑποδερμικός] υ-πο-δερ-μι-κός επίθ.: υποδόριος: ~ή: βελόνα/ένεση/θεραπεία. ~ό: μικροτσίπ. ~ές: σύριγγες. ● επίρρ.: υποδερμικά [< πβ. γαλλ. hypodermique, αγγλ. hypodermic] | |
| 53678 | υποδεσπόζουσα | [ὑποδεσπόζουσα] υ-πο-δε-σπό-ζου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. η τέταρτη βαθμίδα της διατονικής κλίμακας· κατ' επέκτ. η συγχορδία που βασίζεται σε αυτή. [< γαλλ. sous-dominante] | |
| 53679 | υποδέχομαι | [ὑποδέχομαι] υ-πο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {υποδέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τώ (λόγ.) -θώ, -όμενος} 1. δέχομαι κάποιον ή κάτι που έρχεται από άλλο μέρος, προϋπαντώ: Τον ~τηκε θερμά (πβ. καλοδέχομαι)/με ανοιχτές αγκάλες. ~τηκαν με αποδοκιμασίες/επευφημίες/λουλούδια/τιμές/χειροκροτήματα την αποστολή της ομάδας. Βγήκε/έτρεξε να ~τεί τον γιο της. Οι κάτοικοι της πόλης ~τηκαν τη θαυματουργή εικόνα/την ολυμπιακή φλόγα. Πβ. καλωσορίζω. 2. (μτφ.) πληροφορούμαι κάτι και αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο: ~τηκαν την είδηση/τα νέα με αισιοδοξία/ενθουσιασμό/λύπη/συγκίνηση/χαρά. Οι πολίτες ~τηκαν με αγανάκτηση/δυσφορία την ανακοίνωση των νέων μέτρων. [< αρχ. ὑποδέχομαι] | |
| 53680 | υποδηλώνει | [ὑποδηλώνει] υ-πο-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.) {(επίσ.) υποδηλ-οί, υποδήλω-σε, υποδηλώ-θηκε, -θεί, υποδηλών-οντας}: δείχνει, φανερώνει έμμεσα, υπαινικτικά: Η στάση του ~ ότι δεν εγκρίνει την απόφασή μας. Η δήλωση του υπουργού ~οί την ανάγκη αναθεώρησης του νομοσχεδίου. Όπως ~θηκε παραπάνω, ... Βλ. συν~. ΣΥΝ. υποσημαίνει [< μτγν. ὑποδηλῶ] | |
| 53681 | υποδήλωση | [ὑποδήλωση] υ-πο-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. έμμεση δήλωση, υπαινιγμός. 2. ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση: λέξη με αρνητικές ~ώσεις. ΣΥΝ. συνδήλωση [< 1: αρχ. ὑποδήλωσις] | |
| 53682 | υπόδημα | [ὑπόδημα] υ-πό-δη-μα ουσ. (ουδ.) {υποδήμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) & (λαϊκό) πόδημα: παπούτσι: επίσημο ~. Αθλητικά/ανατομικά/ανδρικά/γυναικεία/δερμάτινα/ορθοπαιδικά/χειροποίητα ~ατα. ~ατα ασφαλείας/πόλης. Βιοτεχνία/εμπορία/επιδιορθώσεις/κατασκευή/καταστήματα ~άτων. ● ΦΡ.: γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω [< αρχ. ὑπόδημα ‘σόλα, σανδάλι’] | |
| 53683 | υποδηματοποιείο | [ὑποδηματοποιεῖο] υ-πο-δη-μα-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατάστημα κατασκευής ή/και συνήθ. επιδιόρθωσης υποδημάτων. Πβ. τσαγκαράδικο. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. cordonnerie] | |
| 53684 | υποδηματοποιία | [ὑποδηματοποιία] υ-πο-δη-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή υποδημάτων· συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνία, βιομηχανία ή εταιρεία: (λιανικό) εμπόριο ειδών ~ας.|| Μηχανήματα ~ας. Βλ. -ποιία. [< γαλλ. cordonnerie] | |
| 53685 | υποδηματοποιός | [ὑποδηματοποιός] υ-πο-δη-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): κατασκευαστής ή επιδιορθωτής υποδημάτων. Πβ. τσαγκάρης. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ὑποδηματοποιός 'σανδαλοποιός', γαλλ. cordonnier] | |
| 53686 | υποδηματοπωλείο | [ὑποδηματοπωλεῖο] υ-πο-δη-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατάστημα πώλησης υποδημάτων. Πβ. παπουτσάδικο. Βλ. -πωλείο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ