| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4473 | αντιεργατικός | , ή, ό βλ. αντεργατικός | |
| 4474 | αντιερωτικός | , ή, ό [ἀντιερωτικός] α-ντι-ε-ρω-τι-κός επίθ.: που δεν έχει ή δεν εμπνέει ερωτισμό. Πβ. ανέραστος, αντισεξουαλικός. ΑΝΤ. ερωτικός (1) [< αγγλ. antierotic] | |
| 4475 | αντιευρωπαϊκός | , ή, ό [ἀντιευρωπαϊκός] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην Ευρώπη, στα συμφέροντα των κρατών της ή ειδικότ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: συνασπισμός. ~ή: πολιτική/στάση. ~ά: αισθήματα/συνθήματα. Πβ. αντικοινοτικός. Βλ. αντιαμερικανικός. ΑΝΤ. φιλοευρωπαϊκός ● επίρρ.: αντιευρωπαϊκά [< αγγλ. anti-European, 1948, γαλλ. anti-européen] | |
| 4476 | αντιευρωπαϊσμός | [ἀντιευρωπαϊσμός] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογική και πολιτική θέση αντίθετη στους στόχους της Ευρώπης και ειδικότ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλ. αντιαμερικανισμός. ΑΝΤ. ευρωπαϊσμός [< αγγλ. anti-Europeanism, γαλλ. anti-européanisme] | |
| 4477 | αντιευρωπαϊστής | [ἀντιευρωπαϊστής] α-ντι-ευ-ρω-πα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του αντιευρωπαϊσμού. ΑΝΤ. ευρωπαϊστής | |
| 4478 | αντιζηλία | [ἀντιζηλία] α-ντι-ζη-λί-α ουσ. (θηλ.): ανταγωνισμός και ζήλια ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή ομάδες, με κοινούς συνήθ. στόχους: επαγγελματική/ερωτική ~. Πολιτικές ~ες και κομματικές διαμάχες. Πβ. αντιπαλότητα, ζηλο-τυπία, -φθονία. [< μτγν. ἀντιζηλία] | |
| 4479 | αντίζηλος | , η, ο [ἀντίζηλος] α-ντί-ζη-λος επίθ.: που ανταγωνίζεται κάποιον άλλο, συνήθ. λόγω κοινών επιδώξεων: ~ες: ομάδες. Πβ. ανταγωνιστικός, αντίπαλος. ● Ουσ.: αντίζηλος (ο/η) {-ου (λόγ.) -ήλου | κ. θηλ. αντίζηλη}: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από αντιζηλία· ειδικότ. αντεραστής. [< μτγν. ἀντίζηλος] | |
| 4480 | αντιηλιακό | βλ. αντηλιακό | |
| 4481 | αντιηλιακός | , ή, ό βλ. αντηλιακός | |
| 4482 | αντιήρωας | [ἀντιήρωας] α-ντι-ή-ρω-ας ουσ. (αρσ.): πρωταγωνιστικό πρόσωπο λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του τυπικού ήρωα: Συγκινητικό και ανθρώπινο μυθιστόρημα ~ώων (βλ. αντιμυθιστόρημα). ΑΝΤ. ήρωας (3) [< αγγλ. anti-hero, γαλλ. antihéros, 1948] | |
| 4483 | αντιηρωικός | , ή, ό [ἀντιηρωικός] α-ντι-η-ρω-ι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ηρωισμό ή και τον ήρωα: ~ός: χαρακτήρας (έργου). ~ή: εποχή. ~ό: μυθιστόρημα. ΑΝΤ. ηρωικός (1) [< αγγλ. anti-heroic, γαλλ. anti-héroїque] | |
| 4484 | αντιθαμβωτικός | , ή, ό [ἀντιθαμβωτικός] α-ντι-θαμ-βω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που περιορίζει το θάμπωμα σε τζάμια, πλαστικά και άλλες επιφάνειες: ~ός: καθρέφτης.~ή: οθόνη. || (ως ουσ.) ~ό για το παρμπρίζ. | |
| 4485 | αντιθεατρικός | , ή, ό [ἀντιθεατρικός] α-ντι-θε-α-τρι-κός επίθ.: που δεν υπακούει στους θεατρικούς κανόνες ή ειδικότ. για έργο που δεν είναι κατάλληλο να παρουσιαστεί στο θέατρο. ΑΝΤ. θεατρικός (1) [< γαλλ. antithéâtral, αγγλ. antitheatrical] | |
| 4486 | αντίθεος | , η, ο [ἀντίθεος] α-ντί-θε-ος επίθ.: που αρνείται την ύπαρξη του Θεού και εναντιώνεται στο θέλημά Του: ~ες: δυνάμεις (πβ. σατανικός). Πβ. άθεος, αντίχριστος, άπιστος, ασεβής, θεομάχος. Βλ. αντι-εκκλησιαστικός, -χριστιανικός. ΑΝΤ. ευσεβής, θεοσεβούμενος, πιστός (1) ● Ουσ.: Αντίθεος (ο) (συνήθ. προφ.): ο διάβολος. Πβ. Εωσφόρος, σατανάς. [< μτγν. ἀντίθεος] | |
| 4487 | αντιθερμικός | , ή, ό [ἀντιθερμικός] α-ντι-θερ-μι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει από τη θερμότητα ή παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε αυτή: ~ή: λαβή. ~ά: κρύσταλλα/τοιχώματα. Βλ. αντιψυκτικός. | |
| 4488 | αντίθεση | [ἀντίθεση] α-ντί-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαφορά μεταξύ συγκρουόμενων, ασυμβίβαστων μεταξύ τους εννοιών ή καταστάσεων: ~ λόγων-έργων. (Μεγάλη) ~ ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο. Πβ. αντιδιαστολή.|| Κοινωνικές/ταξικές ~έσεις (και ανισότητες).|| Τολμηρές χρωματικές ~έσεις. (σε οθόνη) Υψηλή/χαμηλή ~ (: διαφορά της φωτεινότητας μεταξύ των χρωμάτων). Έλεγχος/ρύθμιση ~ης. ΣΥΝ. κοντράστ.|| (ΦΙΛΟΣ.) Θέση, ~ και σύνθεση (: το δεύτερο στάδιο μιας διαλεκτικής διαδικασίας). Δυαδικές ~έσεις. 2. διαφωνία, εναντίωση, αντιπαράθεση: ~ απόψεων (= διάσταση)/συμφερόντων. Ιδεολογικές ~έσεις. Ήρθε σε (ευθεία) ~ με ... Διατύπωσε/εξέφρασε την (πλήρη/ριζική) ~ή του προς την/στην απόφαση (πβ. αντίρρηση). Αμβλύνονται/οξύνονται οι ~έσεις. Μέτρο που προκάλεσε/πυροδότησε ~έσεις (= αντιδράσεις). 3. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου βασιζόμενο στην παράθεση αντίθετων εννοιών ή νοημάτων (π.χ. ευχάριστος και δυσάρεστος): ~ λέξεων. ● ΦΡ.: σε αντίθεση με/προς & (λόγ.) εν αντιθέσει προς/κατ' αντίθεση προς: αντίθετα με: ~ ~ με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. ΣΥΝ. σε αντιδιαστολή με/προς [< 1,2: αρχ. ἀντίθεσις, γαλλ. antithèse, αγγλ. antithesis 3: γερμ. Antithese] | |
| 4489 | αντιθεσμικός | , ή, ό [ἀντιθεσμικός] α-ντι-θε-σμι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς: ~ή: συμπεριφορά. Βλ. αντισυνταγματ-, εξωθεσμ-ικός. ΑΝΤ. θεσμικός ● επίρρ.: αντιθεσμικά | |
| 4490 | αντίθετα | [ἀντίθετα] α-ντί-θε-τα επίρρ. {κ. ως αντιθ. σύνδ.} & (λόγ.) αντιθέτως 1. (συνήθ. ύστερα από τελεία ή άνω τελεία) για να δηλωθεί το αντίθετο από αυτό που προηγήθηκε: Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση. ~, μάλιστα, επιδεινώθηκε. Οι διαφορές τους δεν επιλύθηκαν· ~, οξύνθηκαν. ΣΥΝ. απεναντίας, ίσα ίσα (2), κάθε άλλο, τουναντίον 2. από την άλλη πλευρά: Οι περισσότερες ρυθμίσεις στρέφονται κατά των μισθωτών, ενώ ~ ευνοούν τα μεγάλα εισοδήματα. 3. με διαφορετικό τρόπο· ειδικότ. σε διαφορετική κατεύθυνση: ~ από/προς το συνηθισμένο.|| ~ στο ρεύμα (πβ. κόντρα). ~ ερχόμενο αυτοκίνητο. ● βλ. αντίθετος | |
| 4491 | αντιθετικός | , ή, ό [ἀντιθετικός] α-ντι-θε-τι-κός επίθ. 1. που δημιουργεί, χαρακτηρίζεται από ή έρχεται σε αντίθεση με κάποιον/κάτι: ~ό: σχήμα. ~ές: έννοιες (: αντικειμενικότητα-υποκειμενικότητα). ~ά: δίπολα/ζεύγη (: εσωστρέφεια-εξωστρέφεια. Βλ. αντώνυμο). Φαινομενικά ~ές απόψεις (πβ. αντίθετος, διαφορετικός). 2. ΓΛΩΣΣ. που δηλώνει, εμπεριέχει ή στηρίζεται στην αντίθεση: ~ή: ανάλυση δύο γλωσσών (= αντιπαραθετική). ~οί: σύνδεσμοι (: αλλά, ενώ). Πβ. εναντιωματικός. ● επίρρ.: αντιθετικά [< 1: μτγν. ἀντιθετικός, 2: γαλλ. adversatif] | |
| 4492 | αντίθετο | [ἀντίθετο] α-ντί-θε-το ουσ. (ουδ.) {αντιθέτ-ου | -ων}: ό,τι βρίσκεται σε αντίθεση με κάτι άλλο: Απόδειξη/λόγος περί του ~ου. Ζεύγη ~ων. Πέτυχε ακριβώς το ~ από ό,τι επεδίωκε. Αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο, το ~ μάλιστα. Τα ~α έλκονται (για ερωτική συνήθ. έλξη μεταξύ ανθρώπων με αντίθετους, διαφορετικούς χαρακτήρες).|| (ΓΡΑΜΜ.) Το ~ του "καλός" είναι το "κακός" (ΣΥΝ. αντώνυμο). [< αρχ. ἀντίθετον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ