Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5400-5420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4480αντιηλιακόβλ. αντηλιακό
4481αντιηλιακός, ή, ό βλ. αντηλιακός
4482αντιήρωας[ἀντιήρωας] α-ντι-ή-ρω-ας ουσ. (αρσ.): πρωταγωνιστικό πρόσωπο λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του τυπικού ήρωα: Συγκινητικό και ανθρώπινο μυθιστόρημα ~ώων (βλ. αντιμυθιστόρημα). ΑΝΤ. ήρωας (3) [< αγγλ. anti-hero, γαλλ. antihéros, 1948]
4483αντιηρωικός, ή, ό [ἀντιηρωικός] α-ντι-η-ρω-ι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ηρωισμό ή και τον ήρωα: ~ός: χαρακτήρας (έργου). ~ή: εποχή. ~ό: μυθιστόρημα. ΑΝΤ. ηρωικός (1) [< αγγλ. anti-heroic, γαλλ. anti-héroїque]
4484αντιθαμβωτικός, ή, ό [ἀντιθαμβωτικός] α-ντι-θαμ-βω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που περιορίζει το θάμπωμα σε τζάμια, πλαστικά και άλλες επιφάνειες: ~ός: καθρέφτης.~ή: οθόνη. || (ως ουσ.) ~ό για το παρμπρίζ.
4485αντιθεατρικός, ή, ό [ἀντιθεατρικός] α-ντι-θε-α-τρι-κός επίθ.: που δεν υπακούει στους θεατρικούς κανόνες ή ειδικότ. για έργο που δεν είναι κατάλληλο να παρουσιαστεί στο θέατρο. ΑΝΤ. θεατρικός (1) [< γαλλ. antithéâtral, αγγλ. antitheatrical]
4486αντίθεος, η, ο [ἀντίθεος] α-ντί-θε-ος επίθ.: που αρνείται την ύπαρξη του Θεού και εναντιώνεται στο θέλημά Του: ~ες: δυνάμεις (πβ. σατανικός). Πβ. άθεος, αντίχριστος, άπιστος, ασεβής, θεομάχος. Βλ. αντι-εκκλησιαστικός, -χριστιανικός. ΑΝΤ. ευσεβής, θεοσεβούμενος, πιστός (1) ● Ουσ.: Αντίθεος (ο) (συνήθ. προφ.): ο διάβολος. Πβ. Εωσφόρος, σατανάς. [< μτγν. ἀντίθεος]
4487αντιθερμικός, ή, ό [ἀντιθερμικός] α-ντι-θερ-μι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει από τη θερμότητα ή παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε αυτή: ~ή: λαβή. ~ά: κρύσταλλα/τοιχώματα. Βλ. αντιψυκτικός.
4488αντίθεση[ἀντίθεση] α-ντί-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαφορά μεταξύ συγκρουόμενων, ασυμβίβαστων μεταξύ τους εννοιών ή καταστάσεων: ~ λόγων-έργων. (Μεγάλη) ~ ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο. Πβ. αντιδιαστολή.|| Κοινωνικές/ταξικές ~έσεις (και ανισότητες).|| Τολμηρές χρωματικές ~έσεις. (σε οθόνη) Υψηλή/χαμηλή ~ (: διαφορά της φωτεινότητας μεταξύ των χρωμάτων). Έλεγχος/ρύθμιση ~ης. ΣΥΝ. κοντράστ.|| (ΦΙΛΟΣ.) Θέση, ~ και σύνθεση (: το δεύτερο στάδιο μιας διαλεκτικής διαδικασίας). Δυαδικές ~έσεις. 2. διαφωνία, εναντίωση, αντιπαράθεση: ~ απόψεων (= διάσταση)/συμφερόντων. Ιδεολογικές ~έσεις. Ήρθε σε (ευθεία) ~ με ... Διατύπωσε/εξέφρασε την (πλήρη/ριζική) ~ή του προς την/στην απόφαση (πβ. αντίρρηση). Αμβλύνονται/οξύνονται οι ~έσεις. Μέτρο που προκάλεσε/πυροδότησε ~έσεις (= αντιδράσεις). 3. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου βασιζόμενο στην παράθεση αντίθετων εννοιών ή νοημάτων (π.χ. ευχάριστος και δυσάρεστος): ~ λέξεων. ● ΦΡ.: σε αντίθεση με/προς & (λόγ.) εν αντιθέσει προς/κατ' αντίθεση προς: αντίθετα με: ~ ~ με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. ΣΥΝ. σε αντιδιαστολή με/προς [< 1,2: αρχ. ἀντίθεσις, γαλλ. antithèse, αγγλ. antithesis 3: γερμ. Antithese]
4489αντιθεσμικός, ή, ό [ἀντιθεσμικός] α-ντι-θε-σμι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς: ~ή: συμπεριφορά. Βλ. αντισυνταγματ-, εξωθεσμ-ικός. ΑΝΤ. θεσμικός ● επίρρ.: αντιθεσμικά
4490αντίθετα[ἀντίθετα] α-ντί-θε-τα επίρρ. {κ. ως αντιθ. σύνδ.} & (λόγ.) αντιθέτως 1. (συνήθ. ύστερα από τελεία ή άνω τελεία) για να δηλωθεί το αντίθετο από αυτό που προηγήθηκε: Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση. ~, μάλιστα, επιδεινώθηκε. Οι διαφορές τους δεν επιλύθηκαν· ~, οξύνθηκαν. ΣΥΝ. απεναντίας, ίσα ίσα (2), κάθε άλλο, τουναντίον 2. από την άλλη πλευρά: Οι περισσότερες ρυθμίσεις στρέφονται κατά των μισθωτών, ενώ ~ ευνοούν τα μεγάλα εισοδήματα. 3. με διαφορετικό τρόπο· ειδικότ. σε διαφορετική κατεύθυνση: ~ από/προς το συνηθισμένο.|| ~ στο ρεύμα (πβ. κόντρα). ~ ερχόμενο αυτοκίνητο. ● βλ. αντίθετος
4491αντιθετικός, ή, ό [ἀντιθετικός] α-ντι-θε-τι-κός επίθ. 1. που δημιουργεί, χαρακτηρίζεται από ή έρχεται σε αντίθεση με κάποιον/κάτι: ~ό: σχήμα. ~ές: έννοιες (: αντικειμενικότητα-υποκειμενικότητα). ~ά: δίπολα/ζεύγη (: εσωστρέφεια-εξωστρέφεια. Βλ. αντώνυμο). Φαινομενικά ~ές απόψεις (πβ. αντίθετος, διαφορετικός). 2. ΓΛΩΣΣ. που δηλώνει, εμπεριέχει ή στηρίζεται στην αντίθεση: ~ή: ανάλυση δύο γλωσσών (= αντιπαραθετική). ~οί: σύνδεσμοι (: αλλά, ενώ). Πβ. εναντιωματικός. ● επίρρ.: αντιθετικά [< 1: μτγν. ἀντιθετικός, 2: γαλλ. adversatif]
4492αντίθετο[ἀντίθετο] α-ντί-θε-το ουσ. (ουδ.) {αντιθέτ-ου | -ων}: ό,τι βρίσκεται σε αντίθεση με κάτι άλλο: Απόδειξη/λόγος περί του ~ου. Ζεύγη ~ων. Πέτυχε ακριβώς το ~ από ό,τι επεδίωκε. Αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο, το ~ μάλιστα. Τα ~α έλκονται (για ερωτική συνήθ. έλξη μεταξύ ανθρώπων με αντίθετους, διαφορετικούς χαρακτήρες).|| (ΓΡΑΜΜ.) Το ~ του "καλός" είναι το "κακός" (ΣΥΝ. αντώνυμο). [< αρχ. ἀντίθετον]
4493αντίθετος, η, ο [ἀντίθετος] α-ντί-θε-τος επίθ. 1. που διαφέρει εντελώς ως προς τη φύση του από κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: συμπεριφορά. ~ο: πρόσημο/φύλο. ~οι: όροι. ~ες: έννοιες/λέξεις (= αντώνυμα, ΑΝΤ. συνώνυμα)/τάσεις. ~α: συμπεράσματα/συμφέροντα (= αντιτιθέμενα)/συναισθήματα/χρώματα. Πράξεις ~ες στις αρχές του (βλ. ανακόλουθος). Αποτελέσματα ~α από τα αναμενόμενα. Πβ. αντιθετ-, διαφορετ-ικός. ΑΝΤ. ίδιος. 2. που βρίσκεται σε διαφωνία, διάσταση με κάποια θέση: ~ος: ισχυρισμός. ~η: γνώμη/παράταξη. (ΦΙΛΟΣ.) ~ες: προτάσεις (: που δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθείς). Απόψεις εκ διαμέτρου ~ες.|| (για πρόσ.) Είμαι κάθετα/κατηγορηματικά/ριζικά ~ με την/προς την απόφαση. Πβ. ενάντιος. ΑΝΤ. σύμφωνος.|| (κατ' επέκτ.) Η ~η πλευρά (= αντίπαλη). 3. ανάποδος, αντίρροπος, αντίστροφος: ~ος: άνεμος. ~η: κατεύθυνση/κίνηση/πορεία. (για οδηγό:) Πέρασε στο ~ο ρεύμα κυκλοφορίας.|| (μτφ.) Στο ~ο άκρο/στον ~ο πόλο (πβ. στον αντίποδα). ● ΣΥΜΠΛ.: αντίθετοι αριθμοί βλ. αριθμός, το άλλο/αντίθετο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος βλ. διάμετρος, σε/στην αντίθετη περίπτωση βλ. περίπτωση ● βλ. αντίθετα [< μτγν. ἀντίθετος]
4494αντιθέτω[ἀντιθέτω] α-ντι-θέ-τω ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λόγ.) 1. αντιπαραβάλλω: ~ έννοιες/επιχειρήματα. Πβ. αντιπαραθέτω. Βλ. συγκρίνω. 2. αντιτάσσω: ~ουν την κοινωνική αλληλεγγύη στην ανταγωνιστικότητα. Πβ. αντιπαρατάσσω. ● βλ. αντιτίθεμαι [< αρχ. ἀντιτίθημι]
4495αντιθέτωςβλ. αντίθετα
4496αντιθορυβικός, ή, ό [ἀντιθορυβικός] α-ντι-θο-ρυ-βι-κός επίθ.: που μειώνει ή εμποδίζει την πρόκληση θορύβου: ~ή: προστασία/τεχνολογία. ~ό: σπρέι φρένων. ~ές: ζώνες (π.χ. αναγνωστήρια, σπουδαστήρια). ~ά και φιλικά προς το περιβάλλον οχήματα. Πβ. ηχομονωτικός. Βλ. ακουστική άνεση, ηχο-απορρόφηση, -προστασία, -ρύπανση. [< αγγλ. anti-noise, 1908, γαλλ. antibruit, 1932]
4497αντιθρησκευτικός, ή, ό [ἀντιθρησκευτικός] α-ντι-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που αντιμάχεται τη θρησκεία. Βλ. αντιεκκλησιαστικός, αντικληρικός, αντιχριστιανικός. [< γαλλ. antireligeux, αγγλ. antireligious]
4498αντίθρησκος[ἀντίθρησκος] α-ντί-θρη-σκος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-μειωτ.): εχθρός της θρησκείας. Βλ. άθεος, άθρησκος. ΑΝΤ. θρήσκος
4499αντιθρομβίνη[ἀντιθρομβίνη] α-ντι-θρομ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία που περιορίζει ή αναστέλλει την πήξη του αίματος. Βλ. αιμόσταση, αντιπηκτικός. ΑΝΤ. θρομβίνη [< γαλλ. antithrombine, 1908, αγγλ. antithrombin, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.