| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53687 | υποδηματοπώλης | [ὑποδηματοπώλης] υ-πο-δη-μα-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που πουλά έτοιμα κυρ. υποδήματα. Βλ. -πώλης. [< γαλλ. chausseur] | |
| 53688 | υπόδηση | [ὑπόδηση] υ-πό-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): όλες οι κατηγορίες υποδημάτων και ό,τι σχετίζεται με αυτά: είδη ένδυσης και ~ης. [< μτγν. ὑπόδησις ‘σανδάλια’] | |
| 53689 | υποδιαίρεση | [ὑποδιαίρεση] υ-πο-δι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδιαιρώ: γεωγραφική/διοικητική/ταξινομική ~. ~ του έτους σε δώδεκα μήνες. ~έσεις του ευρώ/κιλού/λίτρου/μέτρου. [< μτγν. ὑποδιαίρεσις] | |
| 53690 | υποδιαιρώ | [ὑποδιαιρῶ] υ-πο-δι-αι-ρώ ρ. (μτβ.) {υποδιαιρ-εί ... | υποδιαίρ-εσε, -έσει, -είται, -έθηκε, -εθεί, -ούμενος, -εμένος, -ώντας}: χωρίζω ένα σύνολο ή μέρος του σε μικρότερα μέρη: Κάθε Σχολή ~είται σε Τμήματα. Το μυθιστόρημα ~είται σε δέκα κεφάλαια. Η διδακτική ενότητα μπορεί να ~εθεί σε τρεις υποενότητες. [< μτγν. ὑποδιαιρῶ] | |
| 53691 | υποδιάκονος | [ὑποδιάκονος] υ-πο-δι-ά-κο-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. αξίωμα που λαμβάνει κληρικός με χειροθεσία προτού χειροτονηθεί διάκονος. [< μτγν. ὑποδιάκονος] | |
| 53692 | υποδιάστημα | [ὑποδιάστημα] υ-πο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. υποσύνολο διαστήματος. | |
| 53693 | υποδιαστολή | [ὑποδιαστολή] υ-πο-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. ειδικό σημείο (κόμμα) το οποίο χρησιμοποιείται στους δεκαδικούς αριθμούς για τον διαχωρισμό των ακέραιων ψηφίων από τα δεκαδικά: π.χ. 10,5. 2. ΓΛΩΣΣ. κόμμα εντός της αναφορικής αντωνυμίας "ό,τι" για αποφυγή σύγχυσής της με τον ειδικό σύνδεσμο "ότι". [< πβ. μτγν. ὑποδιαστολή ‘μικρή παύση’, 1: αγγλ. decimal point] | |
| 53694 | υποδιεύθυνση | [ὑποδιεύθυνση] υ-πο-δι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): βαθμίδα ιεραρχικά κατώτερη από τη Διεύθυνση, η αντίστοιχη υπηρεσία, ο χώρος στέγασής της καθώς και το προσωπικό που τη στελεχώνει· το αξίωμα και η θητεία του υποδιευθυντή: ~ Αλλοδαπών/Ασφάλειας/Δίωξης Ναρκωτικών/Προστασίας Ανηλίκων/Οικονομικού/Τροχαίας.|| Το κτίριο της αστυνομικής ~ης.|| Ανέλαβε την ~ του τμήματος δημοσίων σχέσεων. [< γαλλ. sous-direction] | |
| 53695 | υποδιευθυντής, υποδιευθύντρια | [ὑποδιευθυντής] υ-πο-δι-ευ-θυ-ντής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που είναι δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον διευθυντή: ~ του ιδρύματος/καταστήματος/σχολείου. ~ της Αστυνομικής Διεύθυνσης/τράπεζας. Ανέλαβε καθήκοντα ~ή. [< γαλλ. sous-directeur, trice | |
| 53696 | υποδικία | [ὑποδικία] υ-πο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η κατάσταση του να είναι κάποιος υπόδικος και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: κώλυμα από ποινική καταδίκη ή ~. | |
| 53697 | υπόδικος | , η, ο [ὑπόδικος] υ-πό-δι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. κατηγορούμενος του οποίου η υπόθεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί· (μτφ.) αυτός που θεωρείται υπεύθυνος για κάτι δυσάρεστο: ~ για διαφθορά/εγκλήματα πολέμου. Βρίσκονται ~οι με την κατηγορία ... Ο ~ αναμένεται να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη.|| Είναι ~ στη συνείδηση του λαού για ... Πβ. υπόλογος. [< αρχ. ὑπόδικος] | |
| 53698 | υποδίκτυο | [ὑποδίκτυο] υ-πο-δί-κτυ-ο ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. μέρος δικτύου το οποίο περιλαμβάνει τους υπολογιστές που βρίσκονται σε ένα κτίριο ή σε μία γεωγραφική περιοχή και επιτρέπει την πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω κοινής διεύθυνσης. [< αγγλ. subnet(work)] | |
| 53699 | υποδικτύωση | [ὑποδικτύωση] υ-πο-δι-κτύ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. διαχωρισμός ενός δικτύου σε μικρότερα δίκτυα. [< αγγλ. subnetting] | |
| 53700 | υποδιοίκηση | [ὑποδιοίκηση] υ-πο-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): βαθμίδα ιεραρχικά κατώτερη από τη Διοίκηση, η αντίστοιχη υπηρεσία καθώς και το προσωπικό που τη στελεχώνει· το αξίωμα και η θητεία του υποδιοικητή. | |
| 53701 | υποδιοικητής | [ὑποδιοικητής] υ-πο-δι-οι-κη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. υποδιοικήτρια} (συχνά με κεφαλ. Υ): πρόσωπο το οποίο βρίσκεται ιεραρχικά αμέσως μετά τον διοικητή: ~ της ΕΥΠ/Πυροσβεστικής Υπηρεσίας/τράπεζας/Τροχαίας. [< μτγν. ὑποδιοικητής] | |
| 53702 | υποδιπλασιάζω | [ὑποδιπλασιάζω] υ-πο-δι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υποδιπλασία-σε, υποδιπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: ελαττώνω στο μισό: Η καθημερινή άσκηση ~ει τον κίνδυνο εμφράγματος. Ο πληθυσμός/το ποσοστό των ανέργων/ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας ~στηκε τον τελευταίο χρόνο. Τα έσοδα/κέρδη ~στηκαν. | |
| 53703 | υποδιπλασιασμός | [ὑποδιπλασιασμός] υ-πο-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ελάττωση στο μισό: ~ των δαπανών. ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνος υποδιπλασιασμού: ΦΥΣ. ΠΥΡ. ημιζωή. | |
| 53704 | υποδομή | [ὑποδομή] υ-πο-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο ή την προϋπόθεση για να δημιουργηθεί, να λειτουργήσει κάτι ή να αναπτυχθεί κάποιος: δικτυακή/θεσμική/ξενοδοχειακή/οικονομική/τεχνική/τεχνολογική/τουριστική/υλική ~. Κτιριακή/υλικοτεχνική ~ του εργαστηρίου/του σχολείου. Αθλητικές/ερευνητικές/κοινωνικές/νοσοκομειακές/οδικές/πράσινες (= οικολογικές) ~ές. Η επιχείρηση διαθέτει την αναγκαία/απαραίτητη/κατάλληλη ~. Ελλείψεις/προβλήματα ~ής. Έργα (συγκοινωνιακής) ~ής (π.χ. δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες). Βλ. εξοπλισμός.|| Εκπαιδευτική/θεωρητική/πνευματική/πολιτιστική ~. Η επιστημονική ~ του ανθρώπινου δυναμικού. Πβ. υπόβαθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πλέγματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται κάτω από το έδαφος ή αποτελεί τη βάση μεγαλύτερης κατασκευής: κτιριολογική ~. Υλικά ~ής. Βλ. επιδομή. ΑΝΤ. ανωδομή 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) βάση. Βλ. υπερδομή. ● ΣΥΜΠΛ.: υποδομή δημόσιου κλειδιού: ΠΛΗΡΟΦ. συνδυασμός λογισμικού, τεχνολογιών κρυπτογραφίας και υπηρεσιών, ο οποίος πιστοποιεί την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται σε μια συναλλαγή στο διαδίκτυο και προστατεύει την ασφάλειά της. [< αγγλ. Public Key Infrastructure (PKI)] [< πβ. αρχ. ὑποδομή ' τοίχος στήριξης', γαλλ. substructure, infrastructure] | |
| 53705 | υποδόριος | , α, ο [ὑποδόριος] υ-πο-δό-ρι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που βρίσκεται ή γίνεται κάτω από το δέρμα: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ος: ιστός (= υπόδερμα). ~α: έγχυση/ένεση/χορήγηση/χρήση. ~ο: εμφύσημα/λίπος/στρώμα/τσιπ. ~α: οζίδια. ΣΥΝ. υποδερμικός 2. (μτφ.) λανθάνων: ~α: ειρωνεία. ~ο: χιούμορ. ΣΥΝ. υποβόσκων ● επίρρ.: υποδόρια & (λόγ.) -ίως | |
| 53706 | υπόδουλος | , η, ο [ὑπόδουλος] υ-πό-δου-λος επίθ.: που βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία: ~ος: λαός. ~η: χώρα. Πβ. σκλαβωμένος.|| (μτφ.) Είναι ~ στα πάθη του (= δούλος των παθών του). Πβ. αιχμάλωτος, δέσμιος, εξαρτημένος, υποταγμένος. ΣΥΝ. αλύτρωτος, υποτελής (1) ΑΝΤ. αδούλωτος, ελεύθερος (1) [< μτγν. ὑπόδουλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ