Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54180-54200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53678υποδεσπόζουσα[ὑποδεσπόζουσα] υ-πο-δε-σπό-ζου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. η τέταρτη βαθμίδα της διατονικής κλίμακας· κατ' επέκτ. η συγχορδία που βασίζεται σε αυτή. [< γαλλ. sous-dominante]
53679υποδέχομαι[ὑποδέχομαι] υ-πο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {υποδέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τώ (λόγ.) -θώ, -όμενος} 1. δέχομαι κάποιον ή κάτι που έρχεται από άλλο μέρος, προϋπαντώ: Τον ~τηκε θερμά (πβ. καλοδέχομαι)/με ανοιχτές αγκάλες. ~τηκαν με αποδοκιμασίες/επευφημίες/λουλούδια/τιμές/χειροκροτήματα την αποστολή της ομάδας. Βγήκε/έτρεξε να ~τεί τον γιο της. Οι κάτοικοι της πόλης ~τηκαν τη θαυματουργή εικόνα/την ολυμπιακή φλόγα. Πβ. καλωσορίζω. 2. (μτφ.) πληροφορούμαι κάτι και αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο: ~τηκαν την είδηση/τα νέα με αισιοδοξία/ενθουσιασμό/λύπη/συγκίνηση/χαρά. Οι πολίτες ~τηκαν με αγανάκτηση/δυσφορία την ανακοίνωση των νέων μέτρων. [< αρχ. ὑποδέχομαι]
53680υποδηλώνει[ὑποδηλώνει] υ-πο-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.) {(επίσ.) υποδηλ-οί, υποδήλω-σε, υποδηλώ-θηκε, -θεί, υποδηλών-οντας}: δείχνει, φανερώνει έμμεσα, υπαινικτικά: Η στάση του ~ ότι δεν εγκρίνει την απόφασή μας. Η δήλωση του υπουργού ~οί την ανάγκη αναθεώρησης του νομοσχεδίου. Όπως ~θηκε παραπάνω, ... Βλ. συν~. ΣΥΝ. υποσημαίνει [< μτγν. ὑποδηλῶ]
53681υποδήλωση[ὑποδήλωση] υ-πο-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. έμμεση δήλωση, υπαινιγμός. 2. ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση: λέξη με αρνητικές ~ώσεις. ΣΥΝ. συνδήλωση [< 1: αρχ. ὑποδήλωσις]
53682υπόδημα[ὑπόδημα] υ-πό-δη-μα ουσ. (ουδ.) {υποδήμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) & (λαϊκό) πόδημα: παπούτσι: επίσημο ~. Αθλητικά/ανατομικά/ανδρικά/γυναικεία/δερμάτινα/ορθοπαιδικά/χειροποίητα ~ατα. ~ατα ασφαλείας/πόλης. Βιοτεχνία/εμπορία/επιδιορθώσεις/κατασκευή/καταστήματα ~άτων. ● ΦΡ.: γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω [< αρχ. ὑπόδημα ‘σόλα, σανδάλι’]
53683υποδηματοποιείο[ὑποδηματοποιεῖο] υ-πο-δη-μα-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατάστημα κατασκευής ή/και συνήθ. επιδιόρθωσης υποδημάτων. Πβ. τσαγκαράδικο. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. cordonnerie]
53684υποδηματοποιία[ὑποδηματοποιία] υ-πο-δη-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή υποδημάτων· συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνία, βιομηχανία ή εταιρεία: (λιανικό) εμπόριο ειδών ~ας.|| Μηχανήματα ~ας. Βλ. -ποιία. [< γαλλ. cordonnerie]
53685υποδηματοποιός[ὑποδηματοποιός] υ-πο-δη-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): κατασκευαστής ή επιδιορθωτής υποδημάτων. Πβ. τσαγκάρης. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ὑποδηματοποιός 'σανδαλοποιός', γαλλ. cordonnier]
53686υποδηματοπωλείο[ὑποδηματοπωλεῖο] υ-πο-δη-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατάστημα πώλησης υποδημάτων. Πβ. παπουτσάδικο. Βλ. -πωλείο.
53687υποδηματοπώλης[ὑποδηματοπώλης] υ-πο-δη-μα-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που πουλά έτοιμα κυρ. υποδήματα. Βλ. -πώλης. [< γαλλ. chausseur]
53688υπόδηση[ὑπόδηση] υ-πό-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): όλες οι κατηγορίες υποδημάτων και ό,τι σχετίζεται με αυτά: είδη ένδυσης και ~ης. [< μτγν. ὑπόδησις ‘σανδάλια’]
53689υποδιαίρεση[ὑποδιαίρεση] υ-πο-δι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδιαιρώ: γεωγραφική/διοικητική/ταξινομική ~. ~ του έτους σε δώδεκα μήνες. ~έσεις του ευρώ/κιλού/λίτρου/μέτρου. [< μτγν. ὑποδιαίρεσις]
53690υποδιαιρώ[ὑποδιαιρῶ] υ-πο-δι-αι-ρώ ρ. (μτβ.) {υποδιαιρ-εί ... | υποδιαίρ-εσε, -έσει, -είται, -έθηκε, -εθεί, -ούμενος, -εμένος, -ώντας}: χωρίζω ένα σύνολο ή μέρος του σε μικρότερα μέρη: Κάθε Σχολή ~είται σε Τμήματα. Το μυθιστόρημα ~είται σε δέκα κεφάλαια. Η διδακτική ενότητα μπορεί να ~εθεί σε τρεις υποενότητες. [< μτγν. ὑποδιαιρῶ]
53691υποδιάκονος[ὑποδιάκονος] υ-πο-δι-ά-κο-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. αξίωμα που λαμβάνει κληρικός με χειροθεσία προτού χειροτονηθεί διάκονος. [< μτγν. ὑποδιάκονος]
53692υποδιάστημα[ὑποδιάστημα] υ-πο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. υποσύνολο διαστήματος.
53693υποδιαστολή[ὑποδιαστολή] υ-πο-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. ειδικό σημείο (κόμμα) το οποίο χρησιμοποιείται στους δεκαδικούς αριθμούς για τον διαχωρισμό των ακέραιων ψηφίων από τα δεκαδικά: π.χ. 10,5. 2. ΓΛΩΣΣ. κόμμα εντός της αναφορικής αντωνυμίας "ό,τι" για αποφυγή σύγχυσής της με τον ειδικό σύνδεσμο "ότι". [< πβ. μτγν. ὑποδιαστολή ‘μικρή παύση’, 1: αγγλ. decimal point]
53694υποδιεύθυνση[ὑποδιεύθυνση] υ-πο-δι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): βαθμίδα ιεραρχικά κατώτερη από τη Διεύθυνση, η αντίστοιχη υπηρεσία, ο χώρος στέγασής της καθώς και το προσωπικό που τη στελεχώνει· το αξίωμα και η θητεία του υποδιευθυντή: ~ Αλλοδαπών/Ασφάλειας/Δίωξης Ναρκωτικών/Προστασίας Ανηλίκων/Οικονομικού/Τροχαίας.|| Το κτίριο της αστυνομικής ~ης.|| Ανέλαβε την ~ του τμήματος δημοσίων σχέσεων. [< γαλλ. sous-direction]
53695υποδιευθυντής, υποδιευθύντρια[ὑποδιευθυντής] υ-πο-δι-ευ-θυ-ντής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που είναι δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον διευθυντή: ~ του ιδρύματος/καταστήματος/σχολείου. ~ της Αστυνομικής Διεύθυνσης/τράπεζας. Ανέλαβε καθήκοντα ~ή. [< γαλλ. sous-directeur, trice
53696υποδικία[ὑποδικία] υ-πο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η κατάσταση του να είναι κάποιος υπόδικος και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: κώλυμα από ποινική καταδίκη ή ~.
53697υπόδικος, η, ο [ὑπόδικος] υ-πό-δι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. κατηγορούμενος του οποίου η υπόθεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί· (μτφ.) αυτός που θεωρείται υπεύθυνος για κάτι δυσάρεστο: ~ για διαφθορά/εγκλήματα πολέμου. Βρίσκονται ~οι με την κατηγορία ... Ο ~ αναμένεται να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη.|| Είναι ~ στη συνείδηση του λαού για ... Πβ. υπόλογος. [< αρχ. ὑπόδικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.