| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53707 | υποδουλώνω | [ὑποδουλώνω] υ-πο-δου-λώ-νω ρ. (μτβ.) {υποδουλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, υποδουλών-οντας}: καθιστώ κάποιον υπόδουλο: Η χώρα ~θηκε στον εχθρό (ΑΝΤ. (απ)ελευθερώνω). Πβ. (καθ)υποτάσσω, κυριεύω, σκλαβώνω.|| (μτφ.) ~μένος στα υλικά αγαθά. [< μεσν. υποδουλώ] | |
| 53708 | υποδούλωση | [ὑποδούλωση] υ-πο-δού-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδουλώνω: άνευ όρων/πλήρης ~ στον εχθρό. Πβ. καθυπόταξη.|| (μτφ.) Πνευματική ~. ~ της ψυχής. ΣΥΝ. σκλάβωμα, υποταγή (1) ΑΝΤ. απελευθέρωση (1), ελευθέρωση | |
| 53709 | υποδοχέας | [ὑποδοχέας] υ-πο-δο-χέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή για τη συλλογή κυρ. υγρών: υδραυλικοί ~είς. Βλ. λεκάνη, νεροχύτης, νιπτήρας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκοπή ή κοίλωμα σε συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμεύει για την εφαρμογή πρόσθετου τμήματος: ~ φίλτρου. ΣΥΝ. υποδοχή (3) 3. ΒΙΟΧ. μοριακή δομή που βρίσκεται στην κυτταρική μεμβράνη ή στο εσωτερικό του κυττάρου και συνδέεται επιλεκτικά με συγκεκριμένα μόρια, όπως ορμόνες, νευροδιαβιβαστές ή αντισώματα: πυρηνικοί ~είς. ~είς ανδρογόνων/προγεστερόνης/στεροειδών. ~είς του εγκεφάλου. Βλ. πρωτεΐνη, χημειοϋποδοχείς. 4. ΦΥΣΙΟΛ. σύνολο κυττάρων ή νευρικών απολήξεων που ανταποκρίνονται σε αισθητήρια ερεθίσματα: αισθητικοί/γευστικοί ~είς. ~είς του δέρματος/πόνου. Βλ. φωτοϋποδοχείς. 5. αυτός που υποδέχεται και κατ' επέκτ. που γίνεται αποδέκτης μιας κατάστασης: Η περιοχή μετατρέπεται το καλοκαίρι σε ~α παραθεριστών.|| ~ της δυσαρέσκειας.|| (ΑΘΛ., στο βόλεϊ) Είναι πολύ καλός ~ και αμυντικός. [< 1: μτγν. ὑποδοχεύς 3,4: αγγλ. receptor, 1900, γαλλ. récepteur] | |
| 53710 | υποδοχή | [ὑποδοχή] υ-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες προϋπαντά κανείς κάποιον ή δέχεται κάτι και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται αυτές: ~ του νέου έτους/του πρωθυπουργού/των πρωτοετών (φοιτητών).|| Εκδήλωση/πάρτι/τελετή ~ής. Πβ. δεξίωση.|| Αίθουσα/γραφείο/σταθμός ~ής. Κέντρο ~ής αστέγων. Κέντρα (πρώτης) ~ής μεταναστών/προσφύγων (πβ. χοτ σποτ).|| Αποθεωτική/αρνητική/βασιλική/εγκάρδια/επίσημη/θριαμβευτική/πανηγυρική/τιμητική/ψυχρή ~. ~ με αποδοκιμασίες/τιμές/χειροκροτήματα. Οι οπαδοί της ομάδας επεφύλαξαν ενθουσιώδη/μεγαλειώδη ~/~ ηρώων στους πρωταθλητές. (λόγ.) Είμαι επί της ~ής (= υποδέχομαι). Πβ. καλωσόρισμα, προϋπάντηση.|| (λόγ.) Η παράσταση έτυχε θερμής ~ής από το κοινό. Χλιαρή ~ του βιβλίου/της ταινίας από τους κριτικούς. ~ του ιερού λειψάνου του Αγίου ...|| (ως θέση εργασίας:) ~ διαφήμισης. Βλ. γραμματεία.|| (σπανιότ.) Δημιουργία υποδομών για την ~ αποβλήτων. Πβ. συλλογή. 2. (συνεκδ.) ο χώρος στον οποίο υποδέχεται κανείς άτομα: Παρακαλείστε να προσέλθετε στην ~. Πβ. ρεσεψιόν. 3. ΤΕΧΝΟΛ. υποδοχέας: αρσενική/θηλυκή ~. ~ εισόδου/εξόδου. ~ αναπτήρα (αυτοκινήτου)/ρεύματος/USB. Ραδιόφωνο με δύο ~ές. ~ές επέκτασης/ηχείων. Τοποθετήστε τα βύσματα στις κατάλληλες ~ές. Βλ. προσαρμογέας. 4. ΑΘΛ. (στο βόλεϊ) η πρώτη μπαλιά μετά το σερβίς της αντίπαλης ομάδας: άριστες/συνολικές ~ές. [< αρχ. ὑποδοχή ‘φιλοξενία, υποστήριγμα, καταφύγιο’, γαλλ. reception, αγγλ. accomodation] | |
| 53711 | υποδύομαι | [ὑποδύομαι] υ-πο-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υποδύ-θηκε, -όμενος} (λόγ.): ενσαρκώνω ρόλο ως ηθοποιός· μτφ. προσποιούμαι: Στην πρώτη της ταινία ~θηκε με επιτυχία μια κωφάλαλη γυναίκα. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ~ονται οι ...|| Κουράστηκα να ~ κάτι που δεν είμαι. Πβ. παίζω, παριστάνω, υποκρίνομαι. [< αρχ. ὑποδύομαι] | |
| 53712 | υπόδυση | [ὑπόδυση] υ-πό-δυ-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπόδυση ρόλων: μέθοδος που χρησιμοποιείται κυρ. στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση και την ψυχοθεραπεία, κατά την οποία το άτομο καλείται να ενσαρκώσει έναν ρόλο σε μια υποθετική κατάσταση. Βλ. δραματοθεραπεία, ψυχόδραμα. [< αγγλ. role-playing, 1943] | |
| 53713 | υποείδος | [ὑποεῖδος] υ-πο-εί-δος ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική υποδιαίρεση ενός είδους με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά από τα υπόλοιπα μέλη του είδους: βαλκανικό/ενδημικό ~. ~η της ελληνικής χλωρίδας. 2. (γενικότ.) επιμέρους κατηγορία ενός είδους: ~η της ροκ. [< γαλλ. sous-espèce] | |
| 53714 | υποεκπαίδευση | [ὑποεκπαίδευση] υ-πο-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): μη ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Βλ. αναλφαβητισμός. | |
| 53715 | υποεκπροσώπηση | [ὑποεκπροσώπηση] υ-πο-εκ-προ-σώ-πη-ση ουσ. (θηλ.): μειωμένη σε αριθμό εκπροσώπηση: ~ των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων. ΑΝΤ. υπερεκπροσώπηση [< αγγλ. underrepresentation] | |
| 53716 | υποεκτίμηση | [ὑποεκτίμηση] υ-πο-ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποεκτιμώ: ~ της αξίας (των ακινήτων)/των δαπανών/των εσόδων. ~ του κινδύνου. ΣΥΝ. παραγνώριση, υποτίμηση (3) ΑΝΤ. υπερεκτίμηση, υπερτίμηση (3) [< γαλλ. sous-estimation, sous-évaluation, 1966] | |
| 53717 | υποεκτιμώ | [ὑποεκτιμῶ] υ-πο-ε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {υποεκτιμ-άς ... | υποεκτιμ-ήσει, -άται, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: αποδίδω μικρότερη αξία από την πραγματική: Ο κίνδυνος/το μέγεθος του προβλήματος έχει ~ηθεί. Δεν πρέπει να ~ώνται οι δυνατότητες των μαθητών. Ο προϋπολογισμός είναι εμφανώς ~ημένος. Πβ. υποτιμώ. ΑΝΤ. υπερεκτιμώ (1) [< γαλλ. sous-estimer] | |
| 53718 | υποενότητα | [ὑποενότητα] υ-πο-ε-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): επιμέρους ενότητα: ειδική/θεματική/ξεχωριστή ~. Η διδακτική ύλη διαιρείται σε ~ες. Βλ. υποκεφάλαιο, υποπαράγραφος.|| Χωροταξική ~ του λεκανοπεδίου. [< αγγλ. subsection] | |
| 53719 | υποεπιτροπή | [ὑποεπιτροπή] υ-πο-ε-πι-τρο-πή ουσ. (θηλ.): τμήμα επιτροπής επιφορτισμένο με συγκεκριμένο έργο: ~ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. [< γαλλ. sous-commission] | |
| 53720 | υποέργο | [ὑποέργο] υ-πο-έρ-γο ουσ. (ουδ.): μέρος έργου: δελτίο/προϋπολογισμός/υλοποίηση ~ου. Υπεύθυνος ~ου. [< αγγλ. subproject] | |
| 53721 | υποερώτημα | [ὑποερώτημα] υ-πο-ε-ρώ-τη-μα ουσ. (ουδ.) & υποερώτηση (η): επιμέρους ερώτημα: ~ατα της άσκησης/του θέματος. Βλ. υποθέμα. | |
| 53722 | υποζύγιο | [ὑποζύγιο] υ-πο-ζύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου) (λόγ.) 1. ζώο για μεταφορά φορτίων ή βαριές εργασίες. Βλ. άλογο, βόδι, γάιδαρος. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή σύνολο ατόμων που υφίσταται οικονομική συνήθ. επιβάρυνση: Οι μισθωτοί/συνταξιούχοι αποτελούν τα συνήθη/φορολογικά ~α (: επιβαρύνονται με φόρους). [< 1: αρχ. ὑποζύγιον] | |
| 53723 | υποζώνη | [ὑποζώνη] υ-πο-ζώ-νη ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση οριοθετημένης περιοχής: ~ες βλάστησης.|| (ΦΥΣ.) ~ες συχνοτήτων. [< μτγν. ὑποζώνη 'ζώνη, ζωστήρας', αγγλ. subzone] | |
| 53724 | υποηχητικός | , ή, ό [ὑποηχητικός] υ-πο-η-χη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τους υπόηχους ή έχει ταχύτητα μικρότερη από αυτή του ήχου: ~ό: φίλτρο. ~ές: συχνότητες. ~ά: αεροσκάφη/κύματα. ΑΝΤ. υπερηχητικός [< γαλλ. infrasonore, 1950] | |
| 53725 | υπόηχος | [ὑπόηχος] υ-πό-η-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήχου, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ηχητικό κύμα ή ταλάντωση με συχνότητα χαμηλότερη από αυτή που μπορεί να γίνει αντιληπτή με την ανθρώπινη ακοή (κάτω από 20 Hz): Σύνδρομο των ~ων (: με συμπτώματα όπως δυσφορία, αρρυθμίες και άγχος λόγω γειτνίασης με ανεμογεννήτριες). [< γαλλ. infrason, 1925] | |
| 53726 | υποθαλαμικός | , ή, ό [ὑποθαλαμικός] υ-πο-θα-λα-μι-κός επίθ. & υποθαλάμιος, α, ο: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τον υποθάλαμο: ~ός: πυρήνας. ~ή: αμηνόρροια/ορμόνη. [< γαλλ. hypothalamique, 1897, αγγλ. hypothalamic, 1899, subthalamic,] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ