| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53698 | υποδίκτυο | [ὑποδίκτυο] υ-πο-δί-κτυ-ο ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. μέρος δικτύου το οποίο περιλαμβάνει τους υπολογιστές που βρίσκονται σε ένα κτίριο ή σε μία γεωγραφική περιοχή και επιτρέπει την πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω κοινής διεύθυνσης. [< αγγλ. subnet(work)] | |
| 53699 | υποδικτύωση | [ὑποδικτύωση] υ-πο-δι-κτύ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. διαχωρισμός ενός δικτύου σε μικρότερα δίκτυα. [< αγγλ. subnetting] | |
| 53700 | υποδιοίκηση | [ὑποδιοίκηση] υ-πο-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): βαθμίδα ιεραρχικά κατώτερη από τη Διοίκηση, η αντίστοιχη υπηρεσία καθώς και το προσωπικό που τη στελεχώνει· το αξίωμα και η θητεία του υποδιοικητή. | |
| 53701 | υποδιοικητής | [ὑποδιοικητής] υ-πο-δι-οι-κη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. υποδιοικήτρια} (συχνά με κεφαλ. Υ): πρόσωπο το οποίο βρίσκεται ιεραρχικά αμέσως μετά τον διοικητή: ~ της ΕΥΠ/Πυροσβεστικής Υπηρεσίας/τράπεζας/Τροχαίας. [< μτγν. ὑποδιοικητής] | |
| 53702 | υποδιπλασιάζω | [ὑποδιπλασιάζω] υ-πο-δι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υποδιπλασία-σε, υποδιπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: ελαττώνω στο μισό: Η καθημερινή άσκηση ~ει τον κίνδυνο εμφράγματος. Ο πληθυσμός/το ποσοστό των ανέργων/ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας ~στηκε τον τελευταίο χρόνο. Τα έσοδα/κέρδη ~στηκαν. | |
| 53703 | υποδιπλασιασμός | [ὑποδιπλασιασμός] υ-πο-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ελάττωση στο μισό: ~ των δαπανών. ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνος υποδιπλασιασμού: ΦΥΣ. ΠΥΡ. ημιζωή. | |
| 53704 | υποδομή | [ὑποδομή] υ-πο-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο ή την προϋπόθεση για να δημιουργηθεί, να λειτουργήσει κάτι ή να αναπτυχθεί κάποιος: δικτυακή/θεσμική/ξενοδοχειακή/οικονομική/τεχνική/τεχνολογική/τουριστική/υλική ~. Κτιριακή/υλικοτεχνική ~ του εργαστηρίου/του σχολείου. Αθλητικές/ερευνητικές/κοινωνικές/νοσοκομειακές/οδικές/πράσινες (= οικολογικές) ~ές. Η επιχείρηση διαθέτει την αναγκαία/απαραίτητη/κατάλληλη ~. Ελλείψεις/προβλήματα ~ής. Έργα (συγκοινωνιακής) ~ής (π.χ. δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες). Βλ. εξοπλισμός.|| Εκπαιδευτική/θεωρητική/πνευματική/πολιτιστική ~. Η επιστημονική ~ του ανθρώπινου δυναμικού. Πβ. υπόβαθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πλέγματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται κάτω από το έδαφος ή αποτελεί τη βάση μεγαλύτερης κατασκευής: κτιριολογική ~. Υλικά ~ής. Βλ. επιδομή. ΑΝΤ. ανωδομή 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) βάση. Βλ. υπερδομή. ● ΣΥΜΠΛ.: υποδομή δημόσιου κλειδιού: ΠΛΗΡΟΦ. συνδυασμός λογισμικού, τεχνολογιών κρυπτογραφίας και υπηρεσιών, ο οποίος πιστοποιεί την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται σε μια συναλλαγή στο διαδίκτυο και προστατεύει την ασφάλειά της. [< αγγλ. Public Key Infrastructure (PKI)] [< πβ. αρχ. ὑποδομή ' τοίχος στήριξης', γαλλ. substructure, infrastructure] | |
| 53705 | υποδόριος | , α, ο [ὑποδόριος] υ-πο-δό-ρι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που βρίσκεται ή γίνεται κάτω από το δέρμα: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ος: ιστός (= υπόδερμα). ~α: έγχυση/ένεση/χορήγηση/χρήση. ~ο: εμφύσημα/λίπος/στρώμα/τσιπ. ~α: οζίδια. ΣΥΝ. υποδερμικός 2. (μτφ.) λανθάνων: ~α: ειρωνεία. ~ο: χιούμορ. ΣΥΝ. υποβόσκων ● επίρρ.: υποδόρια & (λόγ.) -ίως | |
| 53706 | υπόδουλος | , η, ο [ὑπόδουλος] υ-πό-δου-λος επίθ.: που βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία: ~ος: λαός. ~η: χώρα. Πβ. σκλαβωμένος.|| (μτφ.) Είναι ~ στα πάθη του (= δούλος των παθών του). Πβ. αιχμάλωτος, δέσμιος, εξαρτημένος, υποταγμένος. ΣΥΝ. αλύτρωτος, υποτελής (1) ΑΝΤ. αδούλωτος, ελεύθερος (1) [< μτγν. ὑπόδουλος] | |
| 53707 | υποδουλώνω | [ὑποδουλώνω] υ-πο-δου-λώ-νω ρ. (μτβ.) {υποδουλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, υποδουλών-οντας}: καθιστώ κάποιον υπόδουλο: Η χώρα ~θηκε στον εχθρό (ΑΝΤ. (απ)ελευθερώνω). Πβ. (καθ)υποτάσσω, κυριεύω, σκλαβώνω.|| (μτφ.) ~μένος στα υλικά αγαθά. [< μεσν. υποδουλώ] | |
| 53708 | υποδούλωση | [ὑποδούλωση] υ-πο-δού-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδουλώνω: άνευ όρων/πλήρης ~ στον εχθρό. Πβ. καθυπόταξη.|| (μτφ.) Πνευματική ~. ~ της ψυχής. ΣΥΝ. σκλάβωμα, υποταγή (1) ΑΝΤ. απελευθέρωση (1), ελευθέρωση | |
| 53709 | υποδοχέας | [ὑποδοχέας] υ-πο-δο-χέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή για τη συλλογή κυρ. υγρών: υδραυλικοί ~είς. Βλ. λεκάνη, νεροχύτης, νιπτήρας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκοπή ή κοίλωμα σε συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμεύει για την εφαρμογή πρόσθετου τμήματος: ~ φίλτρου. ΣΥΝ. υποδοχή (3) 3. ΒΙΟΧ. μοριακή δομή που βρίσκεται στην κυτταρική μεμβράνη ή στο εσωτερικό του κυττάρου και συνδέεται επιλεκτικά με συγκεκριμένα μόρια, όπως ορμόνες, νευροδιαβιβαστές ή αντισώματα: πυρηνικοί ~είς. ~είς ανδρογόνων/προγεστερόνης/στεροειδών. ~είς του εγκεφάλου. Βλ. πρωτεΐνη, χημειοϋποδοχείς. 4. ΦΥΣΙΟΛ. σύνολο κυττάρων ή νευρικών απολήξεων που ανταποκρίνονται σε αισθητήρια ερεθίσματα: αισθητικοί/γευστικοί ~είς. ~είς του δέρματος/πόνου. Βλ. φωτοϋποδοχείς. 5. αυτός που υποδέχεται και κατ' επέκτ. που γίνεται αποδέκτης μιας κατάστασης: Η περιοχή μετατρέπεται το καλοκαίρι σε ~α παραθεριστών.|| ~ της δυσαρέσκειας.|| (ΑΘΛ., στο βόλεϊ) Είναι πολύ καλός ~ και αμυντικός. [< 1: μτγν. ὑποδοχεύς 3,4: αγγλ. receptor, 1900, γαλλ. récepteur] | |
| 53710 | υποδοχή | [ὑποδοχή] υ-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες προϋπαντά κανείς κάποιον ή δέχεται κάτι και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται αυτές: ~ του νέου έτους/του πρωθυπουργού/των πρωτοετών (φοιτητών).|| Εκδήλωση/πάρτι/τελετή ~ής. Πβ. δεξίωση.|| Αίθουσα/γραφείο/σταθμός ~ής. Κέντρο ~ής αστέγων. Κέντρα (πρώτης) ~ής μεταναστών/προσφύγων (πβ. χοτ σποτ).|| Αποθεωτική/αρνητική/βασιλική/εγκάρδια/επίσημη/θριαμβευτική/πανηγυρική/τιμητική/ψυχρή ~. ~ με αποδοκιμασίες/τιμές/χειροκροτήματα. Οι οπαδοί της ομάδας επεφύλαξαν ενθουσιώδη/μεγαλειώδη ~/~ ηρώων στους πρωταθλητές. (λόγ.) Είμαι επί της ~ής (= υποδέχομαι). Πβ. καλωσόρισμα, προϋπάντηση.|| (λόγ.) Η παράσταση έτυχε θερμής ~ής από το κοινό. Χλιαρή ~ του βιβλίου/της ταινίας από τους κριτικούς. ~ του ιερού λειψάνου του Αγίου ...|| (ως θέση εργασίας:) ~ διαφήμισης. Βλ. γραμματεία.|| (σπανιότ.) Δημιουργία υποδομών για την ~ αποβλήτων. Πβ. συλλογή. 2. (συνεκδ.) ο χώρος στον οποίο υποδέχεται κανείς άτομα: Παρακαλείστε να προσέλθετε στην ~. Πβ. ρεσεψιόν. 3. ΤΕΧΝΟΛ. υποδοχέας: αρσενική/θηλυκή ~. ~ εισόδου/εξόδου. ~ αναπτήρα (αυτοκινήτου)/ρεύματος/USB. Ραδιόφωνο με δύο ~ές. ~ές επέκτασης/ηχείων. Τοποθετήστε τα βύσματα στις κατάλληλες ~ές. Βλ. προσαρμογέας. 4. ΑΘΛ. (στο βόλεϊ) η πρώτη μπαλιά μετά το σερβίς της αντίπαλης ομάδας: άριστες/συνολικές ~ές. [< αρχ. ὑποδοχή ‘φιλοξενία, υποστήριγμα, καταφύγιο’, γαλλ. reception, αγγλ. accomodation] | |
| 53711 | υποδύομαι | [ὑποδύομαι] υ-πο-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υποδύ-θηκε, -όμενος} (λόγ.): ενσαρκώνω ρόλο ως ηθοποιός· μτφ. προσποιούμαι: Στην πρώτη της ταινία ~θηκε με επιτυχία μια κωφάλαλη γυναίκα. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ~ονται οι ...|| Κουράστηκα να ~ κάτι που δεν είμαι. Πβ. παίζω, παριστάνω, υποκρίνομαι. [< αρχ. ὑποδύομαι] | |
| 53712 | υπόδυση | [ὑπόδυση] υ-πό-δυ-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπόδυση ρόλων: μέθοδος που χρησιμοποιείται κυρ. στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση και την ψυχοθεραπεία, κατά την οποία το άτομο καλείται να ενσαρκώσει έναν ρόλο σε μια υποθετική κατάσταση. Βλ. δραματοθεραπεία, ψυχόδραμα. [< αγγλ. role-playing, 1943] | |
| 53713 | υποείδος | [ὑποεῖδος] υ-πο-εί-δος ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική υποδιαίρεση ενός είδους με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά από τα υπόλοιπα μέλη του είδους: βαλκανικό/ενδημικό ~. ~η της ελληνικής χλωρίδας. 2. (γενικότ.) επιμέρους κατηγορία ενός είδους: ~η της ροκ. [< γαλλ. sous-espèce] | |
| 53714 | υποεκπαίδευση | [ὑποεκπαίδευση] υ-πο-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): μη ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Βλ. αναλφαβητισμός. | |
| 53715 | υποεκπροσώπηση | [ὑποεκπροσώπηση] υ-πο-εκ-προ-σώ-πη-ση ουσ. (θηλ.): μειωμένη σε αριθμό εκπροσώπηση: ~ των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων. ΑΝΤ. υπερεκπροσώπηση [< αγγλ. underrepresentation] | |
| 53716 | υποεκτίμηση | [ὑποεκτίμηση] υ-πο-ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποεκτιμώ: ~ της αξίας (των ακινήτων)/των δαπανών/των εσόδων. ~ του κινδύνου. ΣΥΝ. παραγνώριση, υποτίμηση (3) ΑΝΤ. υπερεκτίμηση, υπερτίμηση (3) [< γαλλ. sous-estimation, sous-évaluation, 1966] | |
| 53717 | υποεκτιμώ | [ὑποεκτιμῶ] υ-πο-ε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {υποεκτιμ-άς ... | υποεκτιμ-ήσει, -άται, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: αποδίδω μικρότερη αξία από την πραγματική: Ο κίνδυνος/το μέγεθος του προβλήματος έχει ~ηθεί. Δεν πρέπει να ~ώνται οι δυνατότητες των μαθητών. Ο προϋπολογισμός είναι εμφανώς ~ημένος. Πβ. υποτιμώ. ΑΝΤ. υπερεκτιμώ (1) [< γαλλ. sous-estimer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ