Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54220-54240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53727υποθάλαμος[ὑποθάλαμος] υ-πο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του διεγκεφάλου, μεταξύ θαλάμου και υπόφυσης, που ελέγχει το αυτόνομο νευρικό σύστημα: λειτουργία/πυρήνας του ~άμου. 2. επιμέρους τμήμα θαλάμου: ασκός με δύο ~άμους. Κέλυφος αντλίας διαιρεμένο σε ~άμους. [< 1: πβ. γαλλ. hypothalamus, 1933, αγγλ. ~]
53728υποθαλάσσιος, α, ο [ὑποθαλάσσιος] υ-πο-θα-λάσ-σι-ος επίθ.: που βρίσκεται, συμβαίνει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας: ~ος: αγωγός/(ορυκτός) πλούτος/σεισμός. ~α: έκταση/ζεύξη/κατολίσθηση/οδική αρτηρία/σήραγγα/σπηλιά. ~ο: ανάγλυφο/δίκτυο/ηφαίστειο/πάρκο. ~α: κοιτάσματα (πετρελαίου)/ρήγματα. Βλ. υπολίμνιος.|| ~ος: εξοπλισμός. ~ο: καλώδιο/ρομπότ. ΣΥΝ. υποβρύχιος ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια λιβάδια βλ. λιβάδι [< γαλλ. sous-marin]
53729υποθάλπω[ὑποθάλπω] υ-πο-θάλ-πω ρ. (μτβ.) {υπέθαλψε, υποθάλπ-εται, -οντας} (λόγ.) & (προφ.-εσφαλμ.) υποθάλπτω 1. ενισχύω ή υποκινώ κάτι, συνήθ. αρνητικό ή ανεπιθύμητο: Με τη στάση του, ~ει (εσφαλμ. υποθάλπτει) τη βία/τη διαφθορά/τα επεισόδια/τον ρατσισμό/την τρομοκρατία. ΣΥΝ. υποδαυλίζω 2. ΝΟΜ. παρέχω υλική βοήθεια και προστασία σε κάποιον παραβιάζοντας τον νόμο: Κατηγορείται ότι ~ψε έναν δραπέτη/εγκληματία/καταζητούμενο. Πβ. κρύβω. [< πβ. μτγν. ὑποθάλπω ‘ανάβω, συντηρώ, τροφοδοτώ’]
53730υπόθαλψη[ὑπόθαλψη] υ-πό-θαλ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποθάλπω: (ΝΟΜ.) ένοχος για ~ εγκληματία.|| ~ της βίας/τρομοκρατίας. Πβ. υποδαύλιση.
53731υπόθεμα[ὑπόθεμα] υ-πό-θε-μα ουσ. (ουδ.) {υποθέμ-ατα} 1. (επίσ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως βάση για τη στήριξη ή την τοποθέτηση άλλου πράγματος: γεωλογικό ~. Ελαστικά ~ατα. Πβ. υπόβαθρο, υπόστρωμα.|| Νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό ~ (: κάρτα ή λογισμικό, πβ. ηλεκτρονικό χρήμα). 2. ΦΥΣ. το φορτίο που δέχεται τη δύναμη η οποία ασκείται μέσα σε ένα ηλεκτρικό πεδίο. [< 1: μτγν. ὑπόθεμα]
53732υποθέμα[ὑποθέμα] υ-πο-θέ-μα ουσ. (ουδ.): επιμέρους θέμα. Βλ. υποερώτημα.
53733υποθεραπεία[ὑποθεραπεία] υ-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χορήγηση ή λήψη ανεπαρκούς θεραπευτικής αγωγής: Η ~ έχει ως αποτέλεσμα την επιμονή των συμπτωμάτων. Βλ. -θεραπεία. ΑΝΤ. υπερθεραπεία
53734υποθερμία[ὑποθερμία] υ-πο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση κατά την οποία η θερμοκρασία του σώματος βρίσκεται κάτω από το φυσιολογικό όριο· μπορεί να προκληθεί από φυσικά αίτια ή με τεχνητό τρόπο: θεραπευτική ~. Πβ. κρυοπληξία. Βλ. κρυοπάγημα, πυρετός. ΑΝΤ. υπερθερμία (1) [< γαλλ. hypothermie, αγγλ. hypothermia, γερμ. Hypothermie]
53735υποθερμιδικός, ή, ό [ὑποθερμιδικός] υ-πο-θερ-μι-δι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει λίγες θερμίδες: ~ή: δίαιτα/διατροφή. Πβ. αδυνατιστ-, απισχναντ-ικός. [< γαλλ. hypocalorique, 1966]
53736υποθερμικός, ή, ό [ὑποθερμικός] υ-πο-θερ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην υποθερμία ή (για πρόσ.) που παθαίνει συχνά υποθερμία: ~ό: σοκ.|| Ο πυρετός την ανησύχησε, γιατί συνήθως είναι ~ή. [< αγγλ. hypothermic]
53737υπόθερμος, η, ο [ὑπόθερμος] υ-πό-θερ-μος επίθ. (σπάν.): ελαφρά θερμός, χλιαρός: ~ο: νερό. [< μτγν. ὑπόθερμος]
53738υπόθεση[ὑπόθεση] υ-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο φροντίδας ή ενασχόλησης· ειδικότ. σοβαρό κυρ. ζήτημα το οποίο απασχολεί τον άνθρωπο ή την κοινωνία: ανδρική/ατομική/γυναικεία/ιδιωτική/κοινωνική/προσωπική ~. Πρέπει να τακτοποιήσω κάποιες οικογενειακές ~έσεις. Το να συνεννοηθείς μαζί του δεν είναι απλή/εύκολη/μικρή ~. (προφ.) Αυτό είναι δική μου ~. Να μην ανακατεύεσαι σε ξένες ~έσεις/στις ~έσεις των άλλων. Κάνεις θέμα για ~ μισής ώρας; Πάντα εγώ γίνομαι/είμαι ο κακός της ~ης.|| Βάσιμη/δημόσια/εθνική/επίμαχη/σκοτεινή ~. Διαλεύκανση/διερεύνηση/έκβαση/εξιχνίαση/επανεξέταση/ιστορικό/ουσία/πτυχή της ~ης. ~ τιμής. Εξελίξεις στην ~ δολοφονίας/της εξαφάνισης (ανηλίκου)/του σκανδάλου/της τρομοκρατίας. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ~ όλων μας (: μας αφορά όλους). Η ανακαίνιση του κτιρίου είναι δαπανηρή ~. Yπηρεσία Εσωτερικών/Εξωτερικών ~έσεων. Πβ. γεγονός, θέμα, πρόβλημα, συμβάν. 2. οτιδήποτε θεωρείται ως αποδεκτό, δεδομένο ή πραγματικό, προκειμένου να αποτελέσει στη συνέχεια βάση συζήτησης, να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα ή να επαληθευτεί η ορθότητά του: εσφαλμένη/σωστή ~. Έχει διατυπωθεί η ~ ότι … Κάνουμε μόνο ~έσεις (: δεν είμαστε βέβαιοι). Στηρίζομαι σε/συζητώ με ~έσεις. Πβ. εικασία.|| Επιστημονική ~ (= θεωρία). Οι ερευνητές διατύπωσαν την ~ ότι ...|| (ΜΑΘ.) Επαγωγική ~. Βλ. έστω.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μηδενική ~. 3. πλοκή λογοτεχνικού, κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου: ταινία με πρωτότυπη ~. Λίγα λόγια για την ~ (του βιβλίου/της παράστασης). Στη μέση της ~ης (= in medias res· βλ. εγκιβωτισμός). Πβ. ιστορία, στόρι. 4. δίκη ή το αντικείμενό της: αστικές/νομικές/ποινικές ~έσεις. Άλυτες ~έσεις. ~ απάτης/αρχαιοκαπηλίας/εκβίασης/κληρονομιάς/υιοθεσίας. Αναβολή/δικογραφία/εκδίκαση/κλείσιμο/ολοκλήρωση/στοιχεία της ~ης. Κέρδισε/έχασε την ~. Εκκρεμεί η ~ ... Ανοίγει ξανά ο φάκελος της ~ης. Ποιος (δικηγόρος) ανέλαβε την ~; Ήρθαν στο φως νέα στοιχεία για την πολύκροτη ~. 5. ΓΡΑΜΜ. το πρώτο μέρος υποθετικού λόγου, με τη μορφή δευτερεύουσας υποθετικής πρότασης: π.χ. Αν κάνει καλό καιρό αύριο, ... ● ΣΥΜΠΛ.: υπόθεση εργασίας: προτεινόμενη εξήγηση μιας σειράς φαινομένων η οποία γίνεται προσωρινά αποδεκτή ως βάση για περαιτέρω διερεύνηση: κεντρική ~ ~. [< αγγλ. working hypothesis] , αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, χαμένη υπόθεση βλ. χαμένος ● ΦΡ.: το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας & το ... στην υπόθεση είναι ότι ...: για χαρακτηρισμό μιας κατάστασης: Το δύσκολο/κακό/καλό/κουφό/παράδοξο/περίεργο ~ ~ είναι ότι ..., το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, υπόθεση δευτερολέπτων βλ. δευτερόλεπτο [< αρχ. ὑπόθεσις, γαλλ. affaire 2: αγγλ. hypothesis, γαλλ. hypothèse, γερμ. Hypothese]
53739υποθετικός, ή, ό [ὑποθετικός] υ-πο-θε-τι-κός επίθ. 1. που είναι μόνο πιθανός ή βασίζεται σε υποθέσεις χωρίς να τεκμηριώνεται: ~ή: απάντηση/ερώτηση/κατάσταση/κρίση/περίπτωση. ~ό: σενάριο. Η συζήτηση γίνεται σε ~ή βάση. ΣΥΝ. θεωρητικός (2), υποτιθέμενος ΑΝΤ. πραγματικός (1) 2. που εκφράζει υπόθεση ή χρησιμεύει για τη διατύπωσή της: (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. αν, άμα). ~ές: μετοχές/προτάσεις. Βλ. χρονικοϋποθετικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: συλλογισμός. Βλ. διαζευκτ-, κατηγορ-ικός. ● επίρρ.: υποθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υποθετικός λόγος: ΓΡΑΜΜ. ζευγάρι προτάσεων στο οποίο η μία πρόταση, η υπόθεση, αποτελεί προϋπόθεση για να ισχύσει η άλλη, η απόδοση: λανθάνων ~ ~. Εξαρτημένοι ~οί ~οι. ~ ~ που δηλώνει το (μη) πραγματικό. [< 1: γαλλ. hypothétique, αγγλ. hypothetical 2: μτγν. ὑποθετικός]
53740υπόθετο[ὑπόθετο] υ-πό-θε-το ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. διαλυτό στερεό φαρμακευτικό σκεύασμα κωνικού ή κυλινδρικού σχήματος που εισάγεται στον πρωκτό ή στον γυναικείο κόλπο: αντιπυρετικό ~. ~ γλυκερίνης. Βάζω ~. [< μτγν. ὑπόθετον, γαλλ. suppositoire]
53741υποθέτω[ὑποθέτω] υ-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {υπέθε-σα, υποθέ-σω, υποτίθ-εται, υποτέ-θηκε, -θεί, υποτιθέ-μενος, υποθέτ-οντας} 1. θεωρώ κάτι πιθανό, κάνω εκτίμηση: Δεν με χαιρέτησες και ~σα ότι ήσουν θυμωμένος. Τι να ~σω μετά από την απάντηση που μου έδωσε; Θα μπορούσε κανείς να ~σει ότι ... Πβ. νομίζω, πιθανολογώ, φαντάζομαι. ΣΥΝ. εικάζω 2. λαμβάνω κάτι ως δεδομένο για να οδηγηθώ με βάση αυτό σε κάποιο συμπέρασμα: Ας ~σουμε ότι έχεις δίκιο/υπάρχει μια μεταβλητή χ ... Πβ. δέχομαι, θεωρώ. ● Παθ.: υποτίθεται (απρόσ., + ότι/πως) 1. για να δηλωθεί αβεβαιότητα ή αμφιβολία για κάτι το οποίο παρουσιάζεται ως πραγματικό ή ως κανόνας: ~ ότι θα συναντηθούμε σε δύο ώρες (: εκτός απροόπτου).|| Στις διαβάσεις των πεζών τα αυτοκίνητα ~ ότι πρέπει να σταματούν. 2. για να δηλωθεί ότι κάποιος ενεργεί ή κάτι γίνεται αντίθετα από ό,τι πρέπει ή από το προσδοκώμενο: ~ ότι έπρεπε να είμαστε στη δουλειά τώρα (: αλλά δεν είμαστε). [< αγγλ. it is supposed] ● ΦΡ.: υποτεθείσθω ότι (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): ας υποτεθεί ότι: ~ ~ το πρόβλημα λύνεται με ... ● βλ. υποτιθέμενος [< 1: αρχ. ὑποτίθημι ‘βάζω από κάτω, (προ)ϋποθέτω’, γαλλ. supposer]
53742υποθήκευση[ὑποθήκευση] υ-πο-θή-κευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποθηκεύω: (ΝΟΜ.) ~ ακινήτου.|| (μτφ.) ~ του μέλλοντος. Πβ. υπονόμευση.
53743υποθηκεύω[ὑποθηκεύω] υ-πο-θη-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {υποθήκευ-σα, -σει, υποθηκεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, υποθηκεύ-οντας} 1. ΝΟΜ. βάζω υποθήκη: ~σε το σπίτι του, για να μπορέσει να πληρώσει τα χρέη του. 2. (μτφ.) επιβαρύνω, θέτω σε κίνδυνο: Δίαιτες που ~ουν την υγεία. ~εται το μέλλον της χώρας. Πβ. υπονομεύω. [< γαλλ. hypothéquer]
53744υποθήκη[ὑποθήκη] υ-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από τον οφειλέτη στον δανειστή ως διασφάλιση για το χρέος του, με τον όρο ότι η περιουσία θα μεταβιβαστεί εκ νέου στον οφειλέτη μετά την εξόφληση του χρέους εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος: εγγραφή (πρώτης)/εξάλειψη/σύσταση ~ης. ~ ποσοστού. Βιβλίο ~ών. Δάνειο με ~. Βάζω ~ (= υποθηκεύω). 2. (μτφ.) συμβουλή, πρότυπο ή υπόσχεση: πολιτική ~. Οι ~ες των προγόνων. Πβ. παραίνεση.|| ~ για το μέλλον. Νίκη-~ για την ομάδα μας. ● ΣΥΜΠΛ.: προσημείωση (υποθήκης) βλ. προσημείωση [< αρχ. ὑποθήκη, γερμ. Hypothek, γαλλ. hypothèque]
53745υποθηκοφύλακας[ὑποθηκοφύλακας] υ-πο-θη-κο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δημόσιος υπάλληλος αρμόδιος για την τήρηση των ειδικών βιβλίων υποθηκών και μεταγραφών: άμισθος ~. Βλ. -φύλακας. [< γερμ. Hypothekenbewahrer]
53746υποθηκοφυλακείο[ὑποθηκοφυλακεῖο] υ-πο-θη-κο-φυ-λα-κεί-ο ουσ. (ουδ.) & (συχνά προφ.) υποθηκοφυλάκ(ε)ιο, κατά το φυλάκιο: ΝΟΜ. δημόσια υπηρεσία στην οποία κατατίθενται και φυλάσσονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας καθώς και όλες οι σχετικές επιβαρύνσεις και μεταγραφές· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται η σχετική υπηρεσία: αρχείο/έξοδα ~ου. Εγγραφή στο ~. Βλ. -φυλάκιο. [< γερμ. Grundbuchamt]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.