| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53718 | υποενότητα | [ὑποενότητα] υ-πο-ε-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): επιμέρους ενότητα: ειδική/θεματική/ξεχωριστή ~. Η διδακτική ύλη διαιρείται σε ~ες. Βλ. υποκεφάλαιο, υποπαράγραφος.|| Χωροταξική ~ του λεκανοπεδίου. [< αγγλ. subsection] | |
| 53719 | υποεπιτροπή | [ὑποεπιτροπή] υ-πο-ε-πι-τρο-πή ουσ. (θηλ.): τμήμα επιτροπής επιφορτισμένο με συγκεκριμένο έργο: ~ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. [< γαλλ. sous-commission] | |
| 53720 | υποέργο | [ὑποέργο] υ-πο-έρ-γο ουσ. (ουδ.): μέρος έργου: δελτίο/προϋπολογισμός/υλοποίηση ~ου. Υπεύθυνος ~ου. [< αγγλ. subproject] | |
| 53721 | υποερώτημα | [ὑποερώτημα] υ-πο-ε-ρώ-τη-μα ουσ. (ουδ.) & υποερώτηση (η): επιμέρους ερώτημα: ~ατα της άσκησης/του θέματος. Βλ. υποθέμα. | |
| 53722 | υποζύγιο | [ὑποζύγιο] υ-πο-ζύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου) (λόγ.) 1. ζώο για μεταφορά φορτίων ή βαριές εργασίες. Βλ. άλογο, βόδι, γάιδαρος. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή σύνολο ατόμων που υφίσταται οικονομική συνήθ. επιβάρυνση: Οι μισθωτοί/συνταξιούχοι αποτελούν τα συνήθη/φορολογικά ~α (: επιβαρύνονται με φόρους). [< 1: αρχ. ὑποζύγιον] | |
| 53723 | υποζώνη | [ὑποζώνη] υ-πο-ζώ-νη ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση οριοθετημένης περιοχής: ~ες βλάστησης.|| (ΦΥΣ.) ~ες συχνοτήτων. [< μτγν. ὑποζώνη 'ζώνη, ζωστήρας', αγγλ. subzone] | |
| 53724 | υποηχητικός | , ή, ό [ὑποηχητικός] υ-πο-η-χη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τους υπόηχους ή έχει ταχύτητα μικρότερη από αυτή του ήχου: ~ό: φίλτρο. ~ές: συχνότητες. ~ά: αεροσκάφη/κύματα. ΑΝΤ. υπερηχητικός [< γαλλ. infrasonore, 1950] | |
| 53725 | υπόηχος | [ὑπόηχος] υ-πό-η-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήχου, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ηχητικό κύμα ή ταλάντωση με συχνότητα χαμηλότερη από αυτή που μπορεί να γίνει αντιληπτή με την ανθρώπινη ακοή (κάτω από 20 Hz): Σύνδρομο των ~ων (: με συμπτώματα όπως δυσφορία, αρρυθμίες και άγχος λόγω γειτνίασης με ανεμογεννήτριες). [< γαλλ. infrason, 1925] | |
| 53726 | υποθαλαμικός | , ή, ό [ὑποθαλαμικός] υ-πο-θα-λα-μι-κός επίθ. & υποθαλάμιος, α, ο: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τον υποθάλαμο: ~ός: πυρήνας. ~ή: αμηνόρροια/ορμόνη. [< γαλλ. hypothalamique, 1897, αγγλ. hypothalamic, 1899, subthalamic,] | |
| 53727 | υποθάλαμος | [ὑποθάλαμος] υ-πο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του διεγκεφάλου, μεταξύ θαλάμου και υπόφυσης, που ελέγχει το αυτόνομο νευρικό σύστημα: λειτουργία/πυρήνας του ~άμου. 2. επιμέρους τμήμα θαλάμου: ασκός με δύο ~άμους. Κέλυφος αντλίας διαιρεμένο σε ~άμους. [< 1: πβ. γαλλ. hypothalamus, 1933, αγγλ. ~] | |
| 53728 | υποθαλάσσιος | , α, ο [ὑποθαλάσσιος] υ-πο-θα-λάσ-σι-ος επίθ.: που βρίσκεται, συμβαίνει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας: ~ος: αγωγός/(ορυκτός) πλούτος/σεισμός. ~α: έκταση/ζεύξη/κατολίσθηση/οδική αρτηρία/σήραγγα/σπηλιά. ~ο: ανάγλυφο/δίκτυο/ηφαίστειο/πάρκο. ~α: κοιτάσματα (πετρελαίου)/ρήγματα. Βλ. υπολίμνιος.|| ~ος: εξοπλισμός. ~ο: καλώδιο/ρομπότ. ΣΥΝ. υποβρύχιος ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια λιβάδια βλ. λιβάδι [< γαλλ. sous-marin] | |
| 53729 | υποθάλπω | [ὑποθάλπω] υ-πο-θάλ-πω ρ. (μτβ.) {υπέθαλψε, υποθάλπ-εται, -οντας} (λόγ.) & (προφ.-εσφαλμ.) υποθάλπτω 1. ενισχύω ή υποκινώ κάτι, συνήθ. αρνητικό ή ανεπιθύμητο: Με τη στάση του, ~ει (εσφαλμ. υποθάλπτει) τη βία/τη διαφθορά/τα επεισόδια/τον ρατσισμό/την τρομοκρατία. ΣΥΝ. υποδαυλίζω 2. ΝΟΜ. παρέχω υλική βοήθεια και προστασία σε κάποιον παραβιάζοντας τον νόμο: Κατηγορείται ότι ~ψε έναν δραπέτη/εγκληματία/καταζητούμενο. Πβ. κρύβω. [< πβ. μτγν. ὑποθάλπω ‘ανάβω, συντηρώ, τροφοδοτώ’] | |
| 53730 | υπόθαλψη | [ὑπόθαλψη] υ-πό-θαλ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποθάλπω: (ΝΟΜ.) ένοχος για ~ εγκληματία.|| ~ της βίας/τρομοκρατίας. Πβ. υποδαύλιση. | |
| 53731 | υπόθεμα | [ὑπόθεμα] υ-πό-θε-μα ουσ. (ουδ.) {υποθέμ-ατα} 1. (επίσ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως βάση για τη στήριξη ή την τοποθέτηση άλλου πράγματος: γεωλογικό ~. Ελαστικά ~ατα. Πβ. υπόβαθρο, υπόστρωμα.|| Νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό ~ (: κάρτα ή λογισμικό, πβ. ηλεκτρονικό χρήμα). 2. ΦΥΣ. το φορτίο που δέχεται τη δύναμη η οποία ασκείται μέσα σε ένα ηλεκτρικό πεδίο. [< 1: μτγν. ὑπόθεμα] | |
| 53732 | υποθέμα | [ὑποθέμα] υ-πο-θέ-μα ουσ. (ουδ.): επιμέρους θέμα. Βλ. υποερώτημα. | |
| 53733 | υποθεραπεία | [ὑποθεραπεία] υ-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χορήγηση ή λήψη ανεπαρκούς θεραπευτικής αγωγής: Η ~ έχει ως αποτέλεσμα την επιμονή των συμπτωμάτων. Βλ. -θεραπεία. ΑΝΤ. υπερθεραπεία | |
| 53734 | υποθερμία | [ὑποθερμία] υ-πο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση κατά την οποία η θερμοκρασία του σώματος βρίσκεται κάτω από το φυσιολογικό όριο· μπορεί να προκληθεί από φυσικά αίτια ή με τεχνητό τρόπο: θεραπευτική ~. Πβ. κρυοπληξία. Βλ. κρυοπάγημα, πυρετός. ΑΝΤ. υπερθερμία (1) [< γαλλ. hypothermie, αγγλ. hypothermia, γερμ. Hypothermie] | |
| 53735 | υποθερμιδικός | , ή, ό [ὑποθερμιδικός] υ-πο-θερ-μι-δι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει λίγες θερμίδες: ~ή: δίαιτα/διατροφή. Πβ. αδυνατιστ-, απισχναντ-ικός. [< γαλλ. hypocalorique, 1966] | |
| 53736 | υποθερμικός | , ή, ό [ὑποθερμικός] υ-πο-θερ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην υποθερμία ή (για πρόσ.) που παθαίνει συχνά υποθερμία: ~ό: σοκ.|| Ο πυρετός την ανησύχησε, γιατί συνήθως είναι ~ή. [< αγγλ. hypothermic] | |
| 53737 | υπόθερμος | , η, ο [ὑπόθερμος] υ-πό-θερ-μος επίθ. (σπάν.): ελαφρά θερμός, χλιαρός: ~ο: νερό. [< μτγν. ὑπόθερμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ