| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53747 | υποθρεψία | [ὑποθρεψία] υ-πο-θρε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής θρέψη του οργανισμού ή οργάνου του, με αποτέλεσμα ο Δείκτης Μάζας Σώματος να είναι μικρότερος του φυσιολογικού: ενεργειακή/πρωτεϊνική ~. ~ των παιδιών. ~ ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Βλ. αθρεψία, υπερσιτισμός. [< γαλλ. hypothrepsie] | |
| 53748 | υποθυρεοειδισμός | [ὑποθυρεοειδισμός] υ-πο-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπολειτουργία του θυρεοειδούς (αδένα): δευτεροπαθής (: λόγω βλάβης της υπόφυσης)/πρωτοπαθής (: λόγω βλάβης του ίδιου του θυρεοειδούς αδένα)/συγγενής ~. Βλ. -ισμός, κρετινισμός, μυξοίδημα. ΑΝΤ. υπερθυρεοειδισμός [< γαλλ. hypothyroïdie, 1906, αγγλ. hypothyroidism, 1905] | |
| 53750 | υποκαθιστώ | [ὑποκαθιστῶ] υ-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {υποκαθιστ-άς ... | υποκατέστ-ησε, υποκαταστ-ήσει, υποκαθίστ-αται, υποκαταστά-θηκε, -θεί, υποκατεστη-μένος, υποκαθιστ-ώντας} 1. (λόγ.) αντικαθιστώ κάτι με κάτι άλλο ή παίρνω τη θέση κάποιου: Οι διαβητικοί ~ούν τη ζάχαρη με γλυκαντικές ουσίες.|| ~σε τον συνάδελφό του που έλειπε. Πβ. αναπληρώνω.|| Η τοπική παραγωγή ~αται από εισαγωγές. 2. ΧΗΜ. εισάγω άτομο ή ομάδα ατόμων ως υποκαταστάτη στο μόριο μιας χημικής ένωσης: ~μένα: παράγωγα. [< 1: μτγν. ὑποκαθίστημι 2: αγγλ. substitute] | |
| 53751 | υποκαλιαιμία | [ὑποκαλιαιμία] υ-πο-κα-λι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα χαμηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπερκαλιαιμία [< αγγλ. hypokalemia, 1949, γαλλ. hypokaliémie, γερμ. Hypokaliämie] | |
| 53752 | υποκάμισο | βλ. πουκάμισο | |
| 53753 | υποκαπνία | [ὑποκαπνία] υ-πο-κα-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα χαμηλή συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αρτηριακό αίμα, η οποία οφείλεται σε υπεραερισμό. ΑΝΤ. υπερκαπνία [< αγγλ. hypocapnia, 1908, γαλλ. hypocapnie, γερμ. Hypocapnie] | |
| 53754 | υποκαπνισμός | [ὑποκαπνισμός] υ-πο-κα-πνι-σμός ουσ. (αρσ.): απεντόμωση με τη χρήση τοξικού αερίου ή καπνογόνου σκευάσματος σε στεγανοποιημένο χώρο: ~ για την καταπολέμηση των ξυλοφάγων εντόμων. Βλ. απολύμανση, -ισμός. [< μτγν. ὑποκαπνισμός, γαλλ. fumigation] | |
| 53755 | υποκαπνιστικό | [ὑποκαπνιστικό] υ-πο-κα-πνι-στι-κό ουσ. (ουδ.): τοξικό σκεύασμα σε υγρή ή αέρια μορφή το οποίο χρησιμοποιείται στον υποκαπνισμό. Βλ. απολυμαντικό. [< αγγλ. fumigant] | |
| 53756 | υποκατάλογος | [ὑποκατάλογος] υ-πο-κα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. μέρος ευρύτερου καταλόγου. Βλ. υποφάκελος. [< αγγλ. subdirectory, 1971, subfolder, 1975] | |
| 53757 | υποκατανάλωση | [ὑποκατανάλωση] υ-πο-κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ανεπαρκής κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσίων σε σχέση με την προσφορά τους ή με την αναμενόμενη κατανάλωση: θεωρία της ~ης.|| (στον μαρξισμό:) ~ των μαζών. Βλ. υπερκατανάλωση. [< γαλλ. sous-consommation, 1926, αγγλ. underconsumption, 1895] | |
| 53758 | υποκατάσταση | [ὑποκατάσταση] υ-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκαθιστώ: μερική ~. ~ υλικών. ~ συμβατικών καυσίμων από/με φυσικό αέριο.|| (ΝΟΜ.) ~ αναδόχου (δημοσίου έργου). Βλ. υπεργολαβία.|| Χορήγηση ουσιών για ~ της εξάρτησης. (Θεραπευτική) Μονάδα/Προγράμματα ~ης. Βλ. μεθαδόνη.|| (ΙΑΤΡ.) Ορμονική ~. 2. ΨΥΧΟΛ. μηχανισμός άμυνας με τον οποίο το άτομο αντικαθιστά κοινωνικά μη αποδεκτούς στόχους ή επιθυμίες με άλλους που είναι αποδεκτοί: μάθηση με ~. 3. ΓΛΩΣΣ. αντικατάσταση ενός συστατικού της πρότασης από άλλο: π.χ. Θα μου δώσεις το βιβλίο; Ναι, θα σου το δώσω (η αντωνυμία "το" αντικαθιστά την ονοματική φράση "το βιβλίο"). 4. ΧΗΜ. (για ένωση) αντικατάσταση ενός ή περισσότερων στοιχείων, ριζών ή ατόμων από άλλα του ίδιου αριθμού: αρωματική ~. Αντιδράσεις ~ης. 5. ΟΙΚΟΝ. αντικατάσταση κάποιου συντελεστή στην παραγωγική διαδικασία χωρίς να αλλοιωθεί το (παραγωγικό) αποτέλεσμα: ~ των εισαγωγών (: με αύξηση της εγχώριας παραγωγής)/της εργασίας (με μηχανές). [< μτγν. ὑποκατάστασις, γαλλ. substitution] | |
| 53759 | υποκαταστασιμότητα | [ὑποκαταστασιμότητα] υ-πο-κα-τα-στα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) δυνατότητα εναλλαγής, υποκατάστασης: ~ μεταξύ των αγαθών/εγχώριων και ξένων προϊόντων. Πβ. ανταλλαξιμ-, εναλλαξιμ-ότητα. 2. ΓΛΩΣΣ. δυνατότητα αντικατάστασης λεξήματος από άλλο στον παραδειγματικό άξονα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. substitutability, 1907] | |
| 53760 | υποκαταστάτης | [ὑποκαταστάτης] υ-πο-κα-τα-στά-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. άτομο ή ομάδα ατόμων που εισάγεται στο μόριο μιας χημικής ένωσης και αντικαθιστά άλλο άτομο ή άλλη ομάδα κατά τη διάρκεια αντίδρασης. [< αγγλ. substituent] | |
| 53761 | υποκατάστατος | , η, ο [ὑποκατάστατος] υ-πο-κα-τά-στα-τος επίθ.: που τοποθετείται στη θέση άλλου: ~ο: καύσιμο. ~ες: ουσίες. ~α: αγαθά/προϊόντα.|| (ΝΟΜ.) ~ος: κληρονόμος (: σε περίπτωση που δεν μπορεί ή δεν θέλει να είναι κληρονόμος αυτός που καλείται πρώτος). ● Ουσ.: υποκατάστατο (το): φυσική ή τεχνητή ουσία που υποκαθιστά άλλη φυσική· γενικότ. οτιδήποτε αντικαθιστά κάτι άλλο: ~α γεύματος/της ζάχαρης (= ζαχαρίνη)/του καφέ (βλ. ντεκαφεϊνέ)/μητρικού γάλακτος/νικοτίνης. Φυτικά ~α τυριού (: νηστίσιμο τυρί). Βενζίνη με ~ μολύβδου. Πβ. αναπλήρωμα.|| (μτφ.) ~α της πραγματικότητας. [< γερμ. Ersatz] ● ΣΥΜΠΛ.: παρένθετη μητρότητα βλ. μητρότητα, παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτγν. ὑποκατάστατος] | |
| 53762 | υποκατάστημα | [ὑποκατάστημα] υ-πο-κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.): παράρτημα κεντρικού καταστήματος, οργανισμού ή επιχείρησης το οποίο εδρεύει συνήθ. σε διαφορετική περιοχή: περιφερειακό/τοπικό ~. ~ των ΕΛΤΑ/της τράπεζας. Άνοιξε το πρώτο ~ στο εξωτερικό. Στελέχωση του ~ατος. Δίκτυο ~άτων. [< γαλλ. succursale] | |
| 53763 | υποκατεστημένος | βλ. υποκαθιστώ | |
| 53764 | υποκατέστησα | βλ. υποκαθιστώ | |
| 53765 | υποκατηγορία | [ὑποκατηγορία] υ-πο-κα-τη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): επιμέρους ή δευτερεύουσα κατηγορία: διαχωρισμός σε ~ες. | |
| 53766 | υποκατηγοριοποίηση | [ὑποκατηγοριοποίηση] υ-πο-κα-τη-γο-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαίρεση σε υποκατηγορίες: ~ σε τομείς. 2. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των επιτρεπτών συμπληρωμάτων ενός ρήματος: πλαίσια ~ης. [< 1: subcategorization, 1948 2: αγγλ. ~, 1965] | |
| 53768 | υποκειμενικός | , ή, ό [ὑποκειμενικός] υ-πο-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην προσωπική αντίληψη και κρίση κάποιου, χωρίς να ανταποκρίνεται απαραίτητα στην πραγματικότητα: ~ή: αξία/απάντηση/άποψη/εκτίμηση/εμπειρία/εντύπωση/ερμηνεία/θεώρηση/κρίση/στάση. ~ό: βίωμα/στοιχείο. ~οί: παράγοντες. ~ές: θέσεις. ~ά: κριτήρια. Η ομορφιά αποτελεί ~ή έννοια. Πβ. ατομ-, προσωπ-ικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά: συμπτώματα (: τα αντιλαμβάνεται ο ασθενής χωρίς να είναι εμφανή).|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: ιδεαλισμός. ΑΝΤ. αντικειμενικός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στο υποκείμενο: γενική ~ή (: δηλώνει το υποκείμενο της ενέργειας που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό, π.χ. η νίκη των Ελλήνων = νικούν οι Έλληνες). ● επίρρ.: υποκειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. subjectif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ