| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53769 | υποκειμενικότητα | [ὑποκειμενικότητα] υ-πο-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υποκειμενικού: ~ της αντίληψης/γνώμης/τέχνης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντικειμενικότητα (1) [< γαλλ. subjectivité] | |
| 53770 | υποκειμενισμός | [ὑποκειμενισμός] υ-πο-κει-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τάση για υποκειμενική κρίση και αντιμετώπιση κατάστασης, γεγονότων: άκρατος ~. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η γνώση και η αλήθεια μπορούν να προσδιοριστούν μόνο με υποκειμενικά κριτήρια. Βλ. -ισμός, σολιψισμός. [< γαλλ. subjectivisme] | |
| 53771 | υποκείμενο | [ὑποκείμενο] υ-πο-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {υποκειμέν-ου} 1. ΓΡΑΜΜ. κύριος όρος της πρότασης που βρίσκεται κυρ. σε ονομαστική πτώση και φανερώνει το πρόσωπο ή το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος· σε αυτό αποδίδεται το κατηγορούμενο ή το κατηγόρημα: γραμματικό/λογικό/προτασιακό (π.χ. ενδέχεται να βρέξει) ~. Σχέση/συμφωνία ρήματος και ~ου. Βλ. αντικείμενο. 2. ο άνθρωπος ως μονάδα· κατ' επέκτ. όποιος ή ό,τι αποτελεί θέμα συζήτησης, έρευνας, ενασχόλησης: ανθρώπινο/κοινωνικό/ποιητικό/συλλογικό ~.|| ~ μελέτης/πειράματος. Τα ~α που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο ήταν μαθητές Λυκείου.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαίου (: πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις). ~ δεδομένων (: φυσικό πρόσωπο του οποίου τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας). 3. (υβριστ.) πρόσωπο (ανάξιο λόγου): άθλιο/αισχρό ~. Ντροπή σου, γελοίο ~! Δεν θα ασχοληθώ άλλο με τέτοια ~α. 4. ΒΟΤ. φυτό στο οποίο γίνεται μπόλιασμα για τη δημιουργία νέας ποικιλίας: ανθεκτικά ~α. ~α καρποφόρων δέντρων/ντομάτας. 5. ΦΙΛΟΣ. το εγώ, σε αντίθεση με τον εξωτερικό κόσμο που αποτελεί το αντικείμενο· ο άνθρωπος ως φορέας και πηγή γνώσης και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. ● ΦΡ.: εξ υποκειμένου (λόγ.): υποκειμενικά: (ΝΟΜ.) ~ ~ δίκαιο. ΑΝΤ. εξ αντικειμένου [< 1, 5: αρχ. ὑποκείμενον γαλλ. sujet] | |
| 53772 | υποκείμενος | , η, ο [ὑποκείμενος] υ-πο-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που υπόκειται σε κάποιον ή κάτι: ~ σε έλεγχο/φόρο (πβ. υπόχρεος).|| ~ο: στρώμα (= κατώτερο). ΑΝΤ. υπερκείμενος.|| (ΙΑΤΡ.) ~η αιτία της ουρολοίμωξης. Θάνατος χωρίς ~ο νόσημα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία (: της οποίας οι μεταβολές προκαλούν μεταβολές και στην αξία του παράγωγου προϊόντος, βλ. δείκτης). [< μτχ. εν. του ρ. ὑπόκειμαι, αγγλ. underlying] | |
| 53773 | υποκελευστής | [ὑποκελευστής] υ-πο-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός κατώτερου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού. | |
| 53774 | υπόκεντρο | [ὑπόκεντρο] υ-πό-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου}: ΓΕΩΛ. το σημείο όπου αρχίζει η διάρρηξη των πετρωμάτων που προκαλεί έναν σεισμό· η εστία του σεισμού. Βλ. επίκεντρο. [< αγγλ. hypocenter, 1905, γαλλ. hypocentre, 1922] | |
| 53775 | υποκεφάλαιο | [ὑποκεφάλαιο] υ-πο-κε-φά-λαι-ο ουσ. (ουδ.): επιμέρους κεφάλαιο: τίτλος ~αίου. Βλ. υποενότητα, υποπαράγραφος. [< πβ. αρχ. ὑποκεφάλαιον 'προσκέφαλο', αγγλ. subchapter] | |
| 53776 | υποκίνηση | [ὑποκίνηση] υ-πο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκινώ: ~ βίας/μίσους/πραξικοπήματος/ταραχών. ~ σε στάση. Πβ. αγκιτάτσια, πρόκληση, υποδαύλιση.|| ~ του ενδιαφέροντος (των αναγνωστών/εκπαιδευομένων). ~ των μαζών/του προσωπικού (για αύξηση της αποδοτικότητας). Πβ. παρακίνηση, παρότρυνση, προτροπή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ νεύρων. [< μεσν. υποκίνησις 'ελαφριά κίνηση', γαλλ. incitation] | |
| 53777 | υποκινησία | [ὑποκινησία] υ-πο-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα µειωµένη μυϊκή δραστηριότητα που οφείλεται κυρ. σε παθολογικά αίτια: καθολική/τμηματική ~. ~ της δεξιάς κοιλίας/της φωνητικής χορδής. Βλ. α-, δυσ-κινησία. ΑΝΤ. υπερκινησία (1) [< γαλλ. hypokinésie, αγγλ. hypokinesia, γερμ. Hypokinesie] | |
| 53778 | υποκινητής | [ὑποκινητής] υ-πο-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. υποκινήτρια} πρόσωπο που παροτρύνει, συμβάλλει με έμμεσο ή/και ύπουλο τρόπο σε κάτι: ~ της εξέγερσης/των επεισοδίων/των ταραχών. ~ές της απεργίας/των καταλήψεων. Πβ. αγκιτάτορας, πυροδότης. 2. ΒΙΟΛ. ειδική περιοχή του DNA πάνω στην οποία συνδέεται η RNA πολυμεράση για να κάνει τη μεταγραφή: ~ές των γονιδίων. [< 1: γαλλ. incitateur, instigateur 2: πβ. αγγλ. primer, 1954] | |
| 53779 | υποκινητικός | , ή, ό [ὑποκινητικός] υ-πο-κι-νη-τι-κός επίθ. 1. που υποκινεί: ~ός: παράγοντας/ρόλος. 2. που χαρακτηρίζεται από μειωμένη κινητικότητα: (ΙΑΤΡ.) ~ή: δυσαρθρία. ~ές: παθήσεις. || ~ά: άτομα. ΑΝΤ. υπερκινητικός. [< 2: αγγλ. hypokinetic, γαλλ. hypocinétique, γερμ. hypokinetisch] | |
| 53780 | υποκινητικότητα | [ὑποκινητικότητα] υ-πο-κι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): μειωμένη κινητικότητα κυρ. λόγω έλλειψης φυσικής δραστηριότητας: Ο σύγχρονος τρόπος ζωής ευνοεί την ~. Βλ. παχυσαρκία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εντέρου/οισοφάγου (βλ. δυσκαταποσία). ΑΝΤ. υπερκινητικότητα. | |
| 53781 | υποκινώ | [ὑποκινῶ] υ-πο-κι-νώ ρ. (μτβ.) {υποκιν-είς ... | υποκίν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. προκαλώ κάτι αρνητικό με κρυφό ή ύπουλο τρόπο, υποδαυλίζω: Κατηγορήθηκε ότι ~εί τη βία (πβ. υποθάλπω). Οι πράξεις τους ~ούνται από οικονομικά συμφέροντα. ~ούμενες: καταλήψεις. 2. ενθαρρύνω κάποιον να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο, παρακινώ: Ο εκπαιδευτικός πρέπει να ~εί (= εγείρει, εξάπτει) το ενδιαφέρον των μαθητών. Πβ. παροτρύνω, προτρέπω, ωθώ. [< πβ. αρχ. ὑποκινῶ ‘κινώ, ταράζομαι’, γαλλ. inciter] | |
| 53782 | υποκίτρινος | , η, ο [ὑποκίτρινος] υ-πο-κί-τρι-νος επίθ.: κιτρινωπός: ~ο: τυρί/υγρό/φως.|| ~ο: δέρμα. Πβ. χλομός, ωχρός. | |
| 53783 | υποκλάση | [ὑποκλάση] υ-πο-κλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία βρίσκεται κάτω από την κλάση και πάνω από την τάξη. Βλ. υπερκλάση. ΣΥΝ. υφομοταξία 2. ΠΛΗΡΟΦ. κλάση η οποία παράγεται από την υπερκλάση, κληρονομεί τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητές της και την επεκτείνει. ΣΥΝ. υποτάξη (2) [< γαλλ. sous-classe, αγγλ. subclass] | |
| 53784 | υποκλείδιος | , α/ος, ο [ὑποκλείδιος] υ-πο-κλεί-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την κλείδα: ~α: αρτηρία/φλέβα. Τοποθέτηση ~ου καθετήρα. [< γαλλ. sous-clavier] | |
| 53785 | υποκλέπτω | [ὑποκλέπτω] υ-πο-κλέ-πτω ρ. (μτβ.) {υπέκλε-ψε, υποκλέ-ψει, υποκλάπ-ηκε (λογιότ. υπεκλάπ-η, -ησαν, μτχ. υποκλαπ-είς, -είσα, -έν), -εί, υποκλε-μμένος, υποκλέπτ-οντας} (λόγ.): αποσπώ κάτι, χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα: Χάκερς ~ουν αριθμούς (πιστωτικών/τραπεζικών) καρτών/ιμέιλ/(απόρρητα/προσωπικά) στοιχεία. Έγγραφα ~ησαν από αγνώστους. Προσπάθησαν να ~ψουν την υπογραφή του (πβ. υφαρπάζω).|| ~ τηλεφωνικές συνομιλίες (: τις μαγνητοφωνώ παράνομα). Πβ. παρακολουθώ. [< μτγν. ὑποκλέπτω ‘κλέβω, εξαπατώ’] | |
| 53786 | υποκλινικός | , ή, ό [ὑποκλινικός] υ-πο-κλι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που έχει ήπια μορφή ή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει εκδηλώσει ακόμα κλινικά συμπτώματα: ~ός: καρκίνος/υποθυρεοειδισμός. ~ή: λοίμωξη/μόλυνση. [< αγγλ. subclinical, 1916] | |
| 53787 | υποκλίνομαι | [ὑποκλίνομαι] υ-πο-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {υποκλί-θηκε, -θεί} 1. χαιρετώ επίσημα σκύβοντας ελαφρά προς τα εμπρός το κεφάλι ή/και τον κορμό και σπανιότ. λυγίζοντας τα γόνατα: Οι ηθοποιοί ~θηκαν στους θεατές. 2. (μτφ.) αναγνωρίζω τη σπουδαιότητα κάποιου, παραδέχομαι την αξία του: Οι κριτικοί ~θηκαν μπροστά στο ταλέντο της νεαρής μουσικού. ~ στο μεγαλείο της ψυχής του. ΣΥΝ. βγάζω το καπέλο σε κάποιον 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποκύπτω: ~ονται σε οικονομικά συμφέροντα. Πβ. ενδίδω, παραδίδομαι. [< αρχ. ὑποκλίνομαι ‘ξαπλώνω κάτω, υποχωρώ’, γαλλ. s΄incliner] | |
| 53788 | υπόκλιση | [ὑπόκλιση] υ-πό-κλι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποκλίνομαι: βαθιά/ευγενική ~. Ο καλλιτέχνης αποχαιρέτησε το κοινό με ~ίσεις.|| (μτφ.) ~ στην ανωτερότητά του. Πβ. αναγνώριση.|| (μτφ.) ~ στους ισχυρούς. Πβ. υποταγή.|| (προφ.) Είναι όλο ευγένειες και ~ίσεις (: είναι δουλοπρεπής). Πβ. ρεβεράντζα, τεμενάς. [< μεσν. υπόκλισις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ