| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53759 | υποκαταστασιμότητα | [ὑποκαταστασιμότητα] υ-πο-κα-τα-στα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) δυνατότητα εναλλαγής, υποκατάστασης: ~ μεταξύ των αγαθών/εγχώριων και ξένων προϊόντων. Πβ. ανταλλαξιμ-, εναλλαξιμ-ότητα. 2. ΓΛΩΣΣ. δυνατότητα αντικατάστασης λεξήματος από άλλο στον παραδειγματικό άξονα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. substitutability, 1907] | |
| 53760 | υποκαταστάτης | [ὑποκαταστάτης] υ-πο-κα-τα-στά-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. άτομο ή ομάδα ατόμων που εισάγεται στο μόριο μιας χημικής ένωσης και αντικαθιστά άλλο άτομο ή άλλη ομάδα κατά τη διάρκεια αντίδρασης. [< αγγλ. substituent] | |
| 53761 | υποκατάστατος | , η, ο [ὑποκατάστατος] υ-πο-κα-τά-στα-τος επίθ.: που τοποθετείται στη θέση άλλου: ~ο: καύσιμο. ~ες: ουσίες. ~α: αγαθά/προϊόντα.|| (ΝΟΜ.) ~ος: κληρονόμος (: σε περίπτωση που δεν μπορεί ή δεν θέλει να είναι κληρονόμος αυτός που καλείται πρώτος). ● Ουσ.: υποκατάστατο (το): φυσική ή τεχνητή ουσία που υποκαθιστά άλλη φυσική· γενικότ. οτιδήποτε αντικαθιστά κάτι άλλο: ~α γεύματος/της ζάχαρης (= ζαχαρίνη)/του καφέ (βλ. ντεκαφεϊνέ)/μητρικού γάλακτος/νικοτίνης. Φυτικά ~α τυριού (: νηστίσιμο τυρί). Βενζίνη με ~ μολύβδου. Πβ. αναπλήρωμα.|| (μτφ.) ~α της πραγματικότητας. [< γερμ. Ersatz] ● ΣΥΜΠΛ.: παρένθετη μητρότητα βλ. μητρότητα, παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτγν. ὑποκατάστατος] | |
| 53762 | υποκατάστημα | [ὑποκατάστημα] υ-πο-κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.): παράρτημα κεντρικού καταστήματος, οργανισμού ή επιχείρησης το οποίο εδρεύει συνήθ. σε διαφορετική περιοχή: περιφερειακό/τοπικό ~. ~ των ΕΛΤΑ/της τράπεζας. Άνοιξε το πρώτο ~ στο εξωτερικό. Στελέχωση του ~ατος. Δίκτυο ~άτων. [< γαλλ. succursale] | |
| 53763 | υποκατεστημένος | βλ. υποκαθιστώ | |
| 53764 | υποκατέστησα | βλ. υποκαθιστώ | |
| 53765 | υποκατηγορία | [ὑποκατηγορία] υ-πο-κα-τη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): επιμέρους ή δευτερεύουσα κατηγορία: διαχωρισμός σε ~ες. | |
| 53766 | υποκατηγοριοποίηση | [ὑποκατηγοριοποίηση] υ-πο-κα-τη-γο-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαίρεση σε υποκατηγορίες: ~ σε τομείς. 2. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των επιτρεπτών συμπληρωμάτων ενός ρήματος: πλαίσια ~ης. [< 1: subcategorization, 1948 2: αγγλ. ~, 1965] | |
| 53768 | υποκειμενικός | , ή, ό [ὑποκειμενικός] υ-πο-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην προσωπική αντίληψη και κρίση κάποιου, χωρίς να ανταποκρίνεται απαραίτητα στην πραγματικότητα: ~ή: αξία/απάντηση/άποψη/εκτίμηση/εμπειρία/εντύπωση/ερμηνεία/θεώρηση/κρίση/στάση. ~ό: βίωμα/στοιχείο. ~οί: παράγοντες. ~ές: θέσεις. ~ά: κριτήρια. Η ομορφιά αποτελεί ~ή έννοια. Πβ. ατομ-, προσωπ-ικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά: συμπτώματα (: τα αντιλαμβάνεται ο ασθενής χωρίς να είναι εμφανή).|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: ιδεαλισμός. ΑΝΤ. αντικειμενικός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στο υποκείμενο: γενική ~ή (: δηλώνει το υποκείμενο της ενέργειας που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό, π.χ. η νίκη των Ελλήνων = νικούν οι Έλληνες). ● επίρρ.: υποκειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. subjectif] | |
| 53769 | υποκειμενικότητα | [ὑποκειμενικότητα] υ-πο-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υποκειμενικού: ~ της αντίληψης/γνώμης/τέχνης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντικειμενικότητα (1) [< γαλλ. subjectivité] | |
| 53770 | υποκειμενισμός | [ὑποκειμενισμός] υ-πο-κει-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τάση για υποκειμενική κρίση και αντιμετώπιση κατάστασης, γεγονότων: άκρατος ~. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η γνώση και η αλήθεια μπορούν να προσδιοριστούν μόνο με υποκειμενικά κριτήρια. Βλ. -ισμός, σολιψισμός. [< γαλλ. subjectivisme] | |
| 53771 | υποκείμενο | [ὑποκείμενο] υ-πο-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {υποκειμέν-ου} 1. ΓΡΑΜΜ. κύριος όρος της πρότασης που βρίσκεται κυρ. σε ονομαστική πτώση και φανερώνει το πρόσωπο ή το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος· σε αυτό αποδίδεται το κατηγορούμενο ή το κατηγόρημα: γραμματικό/λογικό/προτασιακό (π.χ. ενδέχεται να βρέξει) ~. Σχέση/συμφωνία ρήματος και ~ου. Βλ. αντικείμενο. 2. ο άνθρωπος ως μονάδα· κατ' επέκτ. όποιος ή ό,τι αποτελεί θέμα συζήτησης, έρευνας, ενασχόλησης: ανθρώπινο/κοινωνικό/ποιητικό/συλλογικό ~.|| ~ μελέτης/πειράματος. Τα ~α που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο ήταν μαθητές Λυκείου.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαίου (: πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις). ~ δεδομένων (: φυσικό πρόσωπο του οποίου τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας). 3. (υβριστ.) πρόσωπο (ανάξιο λόγου): άθλιο/αισχρό ~. Ντροπή σου, γελοίο ~! Δεν θα ασχοληθώ άλλο με τέτοια ~α. 4. ΒΟΤ. φυτό στο οποίο γίνεται μπόλιασμα για τη δημιουργία νέας ποικιλίας: ανθεκτικά ~α. ~α καρποφόρων δέντρων/ντομάτας. 5. ΦΙΛΟΣ. το εγώ, σε αντίθεση με τον εξωτερικό κόσμο που αποτελεί το αντικείμενο· ο άνθρωπος ως φορέας και πηγή γνώσης και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. ● ΦΡ.: εξ υποκειμένου (λόγ.): υποκειμενικά: (ΝΟΜ.) ~ ~ δίκαιο. ΑΝΤ. εξ αντικειμένου [< 1, 5: αρχ. ὑποκείμενον γαλλ. sujet] | |
| 53772 | υποκείμενος | , η, ο [ὑποκείμενος] υ-πο-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που υπόκειται σε κάποιον ή κάτι: ~ σε έλεγχο/φόρο (πβ. υπόχρεος).|| ~ο: στρώμα (= κατώτερο). ΑΝΤ. υπερκείμενος.|| (ΙΑΤΡ.) ~η αιτία της ουρολοίμωξης. Θάνατος χωρίς ~ο νόσημα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία (: της οποίας οι μεταβολές προκαλούν μεταβολές και στην αξία του παράγωγου προϊόντος, βλ. δείκτης). [< μτχ. εν. του ρ. ὑπόκειμαι, αγγλ. underlying] | |
| 53773 | υποκελευστής | [ὑποκελευστής] υ-πο-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός κατώτερου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού. | |
| 53774 | υπόκεντρο | [ὑπόκεντρο] υ-πό-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου}: ΓΕΩΛ. το σημείο όπου αρχίζει η διάρρηξη των πετρωμάτων που προκαλεί έναν σεισμό· η εστία του σεισμού. Βλ. επίκεντρο. [< αγγλ. hypocenter, 1905, γαλλ. hypocentre, 1922] | |
| 53775 | υποκεφάλαιο | [ὑποκεφάλαιο] υ-πο-κε-φά-λαι-ο ουσ. (ουδ.): επιμέρους κεφάλαιο: τίτλος ~αίου. Βλ. υποενότητα, υποπαράγραφος. [< πβ. αρχ. ὑποκεφάλαιον 'προσκέφαλο', αγγλ. subchapter] | |
| 53776 | υποκίνηση | [ὑποκίνηση] υ-πο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκινώ: ~ βίας/μίσους/πραξικοπήματος/ταραχών. ~ σε στάση. Πβ. αγκιτάτσια, πρόκληση, υποδαύλιση.|| ~ του ενδιαφέροντος (των αναγνωστών/εκπαιδευομένων). ~ των μαζών/του προσωπικού (για αύξηση της αποδοτικότητας). Πβ. παρακίνηση, παρότρυνση, προτροπή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ νεύρων. [< μεσν. υποκίνησις 'ελαφριά κίνηση', γαλλ. incitation] | |
| 53777 | υποκινησία | [ὑποκινησία] υ-πο-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα µειωµένη μυϊκή δραστηριότητα που οφείλεται κυρ. σε παθολογικά αίτια: καθολική/τμηματική ~. ~ της δεξιάς κοιλίας/της φωνητικής χορδής. Βλ. α-, δυσ-κινησία. ΑΝΤ. υπερκινησία (1) [< γαλλ. hypokinésie, αγγλ. hypokinesia, γερμ. Hypokinesie] | |
| 53778 | υποκινητής | [ὑποκινητής] υ-πο-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. υποκινήτρια} πρόσωπο που παροτρύνει, συμβάλλει με έμμεσο ή/και ύπουλο τρόπο σε κάτι: ~ της εξέγερσης/των επεισοδίων/των ταραχών. ~ές της απεργίας/των καταλήψεων. Πβ. αγκιτάτορας, πυροδότης. 2. ΒΙΟΛ. ειδική περιοχή του DNA πάνω στην οποία συνδέεται η RNA πολυμεράση για να κάνει τη μεταγραφή: ~ές των γονιδίων. [< 1: γαλλ. incitateur, instigateur 2: πβ. αγγλ. primer, 1954] | |
| 53779 | υποκινητικός | , ή, ό [ὑποκινητικός] υ-πο-κι-νη-τι-κός επίθ. 1. που υποκινεί: ~ός: παράγοντας/ρόλος. 2. που χαρακτηρίζεται από μειωμένη κινητικότητα: (ΙΑΤΡ.) ~ή: δυσαρθρία. ~ές: παθήσεις. || ~ά: άτομα. ΑΝΤ. υπερκινητικός. [< 2: αγγλ. hypokinetic, γαλλ. hypocinétique, γερμ. hypokinetisch] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ