Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54280-54300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53789υποκλοπή[ὑποκλοπή] υ-πο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκλέπτω: ~ κωδικών/μηνυμάτων/προσωπικών δεδομένων/σήματος. ~ ταυτότητας/υπογραφής/ψήφου (πβ. υφαρπαγή). Λογισμικό/πρόγραμμα/προϊόν ~ής.|| Τηλεφωνικές ~ές. ~ συνδιαλέξεων (πβ. λαθρακρόαση). Πβ. παρακολούθηση. Βλ. κοριός. [< μεσν. υποκλοπή]
53790υποκλυσμός[ὑποκλυσμός] υ-πο-κλυ-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. κλύσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριούχος υποκλυσμός βλ. βαριούχος [< μτγν. ὑποκλυσμός]
23924Υποκονιεται

, η, ο κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ. 1. (μτφ.) που μεθοδεύεται, υποκινείται ή ελέγχεται από τρίτους: (αρνητ. συνυποδ.) ~η: δημοσκόπηση/πληροφόρηση. ~α: δημοσιεύματα. Πολιτικά ~α συνδικάτα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ος: τουρισμός. ~η: οικονομία (ΑΝΤ. φιλελεύθερη· βλ. παρεμβατισμός).|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ος: διάλογος. ~η: εκπαίδευση (βλ. αυτοεκπαίδευση). Πβ. καθοδηγούμενος, κατευθυντικός. 2. που κινείται προς ορισμένη κατεύθυνση: (για πρόσ.) ~οι ανατολικά/προς ...|| (ΣΤΡΑΤ.) ~οι: πύραυλοι. ~α: βλήματα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: κεραία (= κατευθυντική). ~οι: προβολείς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: γράφος.|| (ΙΑΤΡ.) (Υπερηχογραφικά) ~η βιοψία. Βλ. αυτο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση ● βλ. κατευθύνω [< αρχ. κατευθυνόμενος, γαλλ. dirigé, 1932, αγγλ. directed]

53791υποκορισμός[ὑποκορισμός] υ-πο-κο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία σχηματισμού λέξεων με την προσθήκη συγκεκριμένων προθημάτων ή επιθημάτων, για να δηλωθεί κυρ. οικειότητα (π.χ. σινεμαδάκι) ή σμίκρυνση της σημασίας των πρωτότυπων λέξεων: π.χ. (μικρός σε ηλικία, μέγεθος) παιδ-άκι, χερ-άκι, μικρο-αντικείμενο.|| (χαϊδευτική χροιά:) κοπελ-ίτσα, τυχερ-ούλης.|| (περιφρόνηση:) υπαλληλ-άκος, παιδαρ-έλι.|| (χρόνος κατά προσέγγιση:) απογευματ-άκι. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ὑποκορισμός, αγγλ. hypocorism]
53792υποκοριστικό[ὑποκοριστικό] υ-πο-κο-ρι-στι-κό ουσ. (ουδ.) ΓΛΩΣΣ.: λέξη που προκύπτει από άλλη με τη διαδικασία του υποκορισμού: π.χ. καφεδ-άκι, σημαι-ούλα, φουστ-ίτσα.
53793υποκοριστικός, ή, ό [ὑποκοριστικός] υ-πο-κο-ρι-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τον υποκορισμό: ~ός: τύπος. ~ή: κατάληξη. ~ό: επίθημα/όνομα (πβ. χαϊδευτικό). [< μτγν. ὑποκοριστικός, γαλλ. hypocoristique, αγγλ. hypocoristic]
53794υπόκοσμος[ὑπόκοσμος] υ-πό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όσμου}: ο κόσμος των κακοποιών, του οργανωμένου εγκλήματος, συνήθ. στις μεγαλουπόλεις: ~ της νύχτας. Άνθρωποι/τύποι του ~όσμου (πβ. πεζοδρόμιο). Έχει σχέσεις/έχει μπλέξει με τον ~ο. Βλ. απόβρασμα, κατακάθι, -κοσμος. [< αγγλ. underworld, 1900, γερμ. Unterwelt]
53795υποκοστολόγηση[ὑποκοστολόγηση] υ-πο-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. καθορισμός χαμηλότερου κόστους από το πραγματικό: ~ ακινήτων. Πβ. υποτιμολόγηση. ΑΝΤ. υπερκοστολόγηση
53796υποκουλτούρα[ὑποκουλτούρα] υ-πο-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) κάθε πολιτιστικό προϊόν χαμηλής ποιότητας καθώς και το φαινόμενο της ύπαρξης τέτοιων προϊόντων: μαζική/τηλεοπτική ~. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το σύνολο των κοινών πολιτιστικών χαρακτηριστικών ή αξιών και ιδεών μιας ομάδας ανθρώπων, τα οποία τους διαφοροποιούν από την ευρύτερη κουλτούρα στην οποία ανήκουν: μουσική/νεανική ~. ΣΥΝ. υποπολιτισμός [< γαλλ. sous-culture, 1915, αγγλ. subculture, 1936]
53797υποκρίνομαι[ὑποκρίνομαι] υ-πο-κρί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {υποκρί-θηκε, -θεί, υποκριν-όμενος} 1. (μτφ.) συμπεριφέρομαι με ανειλικρινή τρόπο, δεν φανερώνω τις πραγματικές σκέψεις και τα συναισθήματά μου: ~εται (= κάνει, παίζει) τον άρρωστο. ~όταν πως δεν υπήρχε πρόβλημα στον γάμο του. ΣΥΝ. προσποιούμαι 2. υποδύομαι ένα ρόλο ως ηθοποιός. [< αρχ. ὑποκρίνομαι]
53798υπόκριση[ὑπόκριση] υ-πό-κρι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ερμηνεία ρόλου από ηθοποιό, υποκριτική: Η παράσταση βασιζόταν στην ~ και την κίνηση. Πβ. ηθοποιία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής προσποιείται εσκεμμένα ότι παρουσιάζει συμπτώματα σωματικής ή ψυχικής πάθησης. 3. (μτφ.) υποκρισία. [< αρχ. ὑπόκρισις ‘ανταπάντηση, προσποίηση, θεατρική παράσταση’]
53799υποκρισία[ὑποκρισία] υ-πο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): προσποιητή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την απόκρυψη των αληθινών συναισθημάτων και σκέψεων: απροκάλυπτη/κραυγαλέα/περισσή ~. Κοινωνική/μικροαστική ~. Πβ. ανειλικρίνεια, ιησουιτ-, ταρτουφ-ισμός, υπόκριση, φαρισαϊσμός.|| (μτφ.) Πέταξε/φόρεσε τη μάσκα της ~ας. ΣΥΝ. διπροσωπία, ηθοποιία (3), προσποίηση (1) [< μτγν. ὑποκρισία, γαλλ. hypocrisie, αγγλ. hypocricy]
53800υποκρίσιμος, η, ο [ὑποκρίσιμος] υ-πο-κρί-σι-μος επίθ. ΑΝΤ. υπερκρίσιμος 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που έχει θερμοκρασία και πίεση μικρότερη από την αντίστοιχη κρίσιμη. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που περιέχει ποσότητα σχάσιμου υλικού μικρότερη από αυτή που είναι απαραίτητη για μια αλυσιδωτή αντίδραση: ~η: μάζα. 3. ΥΔΡΟΛ. (για υγρό) που κινείται με ταχύτητα μικρότερη από αυτή των κυμάτων: ~η: ροή. [< αγγλ. subcritical, 1930]
53801υποκριτής, υποκρίτρια[ὑποκριτής] υ-πο-κρι-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που προσποιείται, που συμπεριφέρεται υποκριτικά: Το παίζει φίλος του και πίσω από την πλάτη του τον κατηγορεί. Είναι μεγάλος ~. Πβ. διπρόσωπος, Ιησουίτης, ταρτούφος, φαρισαίος. ΣΥΝ. θεατρίνος, θεατρίνα (2) ΑΝΤ. ειλικρινής 2. ΑΡΧ. πρόσωπο που υπηρετεί την υποκριτική τέχνη, ηθοποιός: Στο αρχαίο δράμα οι ~ές ήταν μόνο άνδρες. [< αρχ. ὑποκριτής, γαλλ.-αγγλ. hypocrite]
53802υποκριτικός, ή, ό [ὑποκριτικός] υ-πο-κρι-τι-κός επίθ. 1. προσποιητός: ~ός: καθωσπρεπισμός/λόγος. ~ή: αυστηρότητα/θλίψη/κοινωνία/στάση/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/προσωπείο/χαμόγελο. ~ές: κορόνες. ~ά: δάκρυα (= κροκοδείλια). Πβ. επιτηδευμένος, ιησουιτικός, φαρισαϊκός, ψεύτικος. ΑΝΤ. ανυπόκριτος 2. που σχετίζεται με τον ηθοποιό ή την ηθοποιία: ~ή: δεινότητα/ερμηνεία. ~ές: ικανότητες. Έμφυτο ~ό ταλέντο. ● Ουσ.: υποκριτική (η) & υποκριτική τέχνη: ερμηνεία ρόλων, η τέχνη της ηθοποιίας: ~ θεάτρου/κινηματογράφου. Σπουδές/ταλέντο στην ~. Δάσκαλος/μαθήματα ~ής. ● επίρρ.: υποκριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὑποκριτικός, γαλλ. hypocrite, αγγλ. hypocritic(al)]
53803υπόκρουση[ὑπόκρουση] υ-πό-κρου-ση ουσ. (θηλ.): μελωδία ή γενικότ. ήχος που συνοδεύει κυρ. απαγγελία, ταινία ή παράσταση: μουσική ~. Ανάγνωση ποίησης με ~ πιάνου.|| (μτφ.-ειρων.) Η τελετή πραγματοποιήθηκε με ~ επεισοδίων/συνθημάτων. Πβ. συνοδεία. [< πβ. μτγν. ὑπόκρουσις ‘αντίρρηση’]
53804υποκρύπτω[ὑποκρύπτω] υ-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {υπέκρυ-ψε, υποκρύ-ψει, υποκρύπτ-οντας, -όμενος} (λόγ.): αποσιωπώ σκόπιμα, διατηρώ κάτι κρυφό: Το ξαφνικό τους ενδιαφέρον ~ει δόλο/κινδύνους/σκοπιμότητα (πβ. ενέχει, κρύβει). ~ονται συμφέροντα. Πβ. αποκρύπτω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω, φανερώνω.|| ~όμενο: τίμημα. ~όμενες: αιτίες. Σύμβαση στην οποία ~εται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Πβ. (υπο)λανθάνει. [< αρχ. ὑποκρύπτω]
53805υποκύανος, η, ο [ὑποκύανος] υ-πο-κύ-α-νος επίθ. (επιστ.): γαλαζωπός: ~o: μάρμαρο. [< μτγν. ὑποκυάνεος]
53806υποκύπτω[ὑποκύπτω] υ-πο-κύ-πτω ρ. (αμτβ.) {υπέκυ-ψα, υποκύ-ψει, υποκύπτ-οντας} (λόγ.) 1. σταματώ να αντιστέκομαι, υποχωρώ· ειδικότ. ηττώμαι, υποτάσσομαι: ~ψε στη γοητεία (της εξουσίας)/στον πειρασμό. Δεν ~ σε εκβιασμούς!|| Η ομάδα ~ψε στα πέναλτι. ΣΥΝ. ενδίδω 2. {στο γ' πρόσ. αορ.} (μτφ.) χάνω τη μάχη με τη ζωή: ~ψε στα τραύματά του/από καρδιακή προσβολή. Πβ. κατέληξε. ● ΦΡ.: υπέκυψε στο μοιραίο (μτφ.): πέθανε. [< 1: αρχ. ὑποκύπτω, γαλλ. succomber]
53807υποκυτταρικός, ή, ό [ὑποκυτταρικός] υ-πο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που είναι μικρότερος από το κύτταρο, εντοπίζεται ή συμβαίνει μέσα σε αυτό: ~ή: δομή/κατανομή. ~ό: επίπεδο.|| ~ός: μυελός. ~ές: μονάδες. ~ά: οργανίδια (βλ. μιτοχόνδριο). Πβ. ενδοκυττάριος. [< αγγλ. subcellular, 1953, γαλλ. subcellulaire, περ. 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.