Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54280-54300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53780υποκινητικότητα[ὑποκινητικότητα] υ-πο-κι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): μειωμένη κινητικότητα κυρ. λόγω έλλειψης φυσικής δραστηριότητας: Ο σύγχρονος τρόπος ζωής ευνοεί την ~. Βλ. παχυσαρκία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εντέρου/οισοφάγου (βλ. δυσκαταποσία). ΑΝΤ. υπερκινητικότητα.
53781υποκινώ[ὑποκινῶ] υ-πο-κι-νώ ρ. (μτβ.) {υποκιν-είς ... | υποκίν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. προκαλώ κάτι αρνητικό με κρυφό ή ύπουλο τρόπο, υποδαυλίζω: Κατηγορήθηκε ότι ~εί τη βία (πβ. υποθάλπω). Οι πράξεις τους ~ούνται από οικονομικά συμφέροντα. ~ούμενες: καταλήψεις. 2. ενθαρρύνω κάποιον να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο, παρακινώ: Ο εκπαιδευτικός πρέπει να ~εί (= εγείρει, εξάπτει) το ενδιαφέρον των μαθητών. Πβ. παροτρύνω, προτρέπω, ωθώ. [< πβ. αρχ. ὑποκινῶ ‘κινώ, ταράζομαι’, γαλλ. inciter]
53782υποκίτρινος, η, ο [ὑποκίτρινος] υ-πο-κί-τρι-νος επίθ.: κιτρινωπός: ~ο: τυρί/υγρό/φως.|| ~ο: δέρμα. Πβ. χλομός, ωχρός.
53783υποκλάση[ὑποκλάση] υ-πο-κλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία βρίσκεται κάτω από την κλάση και πάνω από την τάξη. Βλ. υπερκλάση. ΣΥΝ. υφομοταξία 2. ΠΛΗΡΟΦ. κλάση η οποία παράγεται από την υπερκλάση, κληρονομεί τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητές της και την επεκτείνει. ΣΥΝ. υποτάξη (2) [< γαλλ. sous-classe, αγγλ. subclass]
53784υποκλείδιος, α/ος, ο [ὑποκλείδιος] υ-πο-κλεί-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την κλείδα: ~α: αρτηρία/φλέβα. Τοποθέτηση ~ου καθετήρα. [< γαλλ. sous-clavier]
53785υποκλέπτω[ὑποκλέπτω] υ-πο-κλέ-πτω ρ. (μτβ.) {υπέκλε-ψε, υποκλέ-ψει, υποκλάπ-ηκε (λογιότ. υπεκλάπ-η, -ησαν, μτχ. υποκλαπ-είς, -είσα, -έν), -εί, υποκλε-μμένος, υποκλέπτ-οντας} (λόγ.): αποσπώ κάτι, χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα: Χάκερς ~ουν αριθμούς (πιστωτικών/τραπεζικών) καρτών/ιμέιλ/(απόρρητα/προσωπικά) στοιχεία. Έγγραφα ~ησαν από αγνώστους. Προσπάθησαν να ~ψουν την υπογραφή του (πβ. υφαρπάζω).|| ~ τηλεφωνικές συνομιλίες (: τις μαγνητοφωνώ παράνομα). Πβ. παρακολουθώ. [< μτγν. ὑποκλέπτω ‘κλέβω, εξαπατώ’]
53786υποκλινικός, ή, ό [ὑποκλινικός] υ-πο-κλι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που έχει ήπια μορφή ή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει εκδηλώσει ακόμα κλινικά συμπτώματα: ~ός: καρκίνος/υποθυρεοειδισμός. ~ή: λοίμωξη/μόλυνση. [< αγγλ. subclinical, 1916]
53787υποκλίνομαι[ὑποκλίνομαι] υ-πο-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {υποκλί-θηκε, -θεί} 1. χαιρετώ επίσημα σκύβοντας ελαφρά προς τα εμπρός το κεφάλι ή/και τον κορμό και σπανιότ. λυγίζοντας τα γόνατα: Οι ηθοποιοί ~θηκαν στους θεατές. 2. (μτφ.) αναγνωρίζω τη σπουδαιότητα κάποιου, παραδέχομαι την αξία του: Οι κριτικοί ~θηκαν μπροστά στο ταλέντο της νεαρής μουσικού. ~ στο μεγαλείο της ψυχής του. ΣΥΝ. βγάζω το καπέλο σε κάποιον 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποκύπτω: ~ονται σε οικονομικά συμφέροντα. Πβ. ενδίδω, παραδίδομαι. [< αρχ. ὑποκλίνομαι ‘ξαπλώνω κάτω, υποχωρώ’, γαλλ. s΄incliner]
53788υπόκλιση[ὑπόκλιση] υ-πό-κλι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του υποκλίνομαι: βαθιά/ευγενική ~. Ο καλλιτέχνης αποχαιρέτησε το κοινό με ~ίσεις.|| (μτφ.) ~ στην ανωτερότητά του. Πβ. αναγνώριση.|| (μτφ.) ~ στους ισχυρούς. Πβ. υποταγή.|| (προφ.) Είναι όλο ευγένειες και ~ίσεις (: είναι δουλοπρεπής). Πβ. ρεβεράντζα, τεμενάς. [< μεσν. υπόκλισις]
53789υποκλοπή[ὑποκλοπή] υ-πο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκλέπτω: ~ κωδικών/μηνυμάτων/προσωπικών δεδομένων/σήματος. ~ ταυτότητας/υπογραφής/ψήφου (πβ. υφαρπαγή). Λογισμικό/πρόγραμμα/προϊόν ~ής.|| Τηλεφωνικές ~ές. ~ συνδιαλέξεων (πβ. λαθρακρόαση). Πβ. παρακολούθηση. Βλ. κοριός. [< μεσν. υποκλοπή]
53790υποκλυσμός[ὑποκλυσμός] υ-πο-κλυ-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. κλύσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριούχος υποκλυσμός βλ. βαριούχος [< μτγν. ὑποκλυσμός]
23924Υποκονιεται

, η, ο κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ. 1. (μτφ.) που μεθοδεύεται, υποκινείται ή ελέγχεται από τρίτους: (αρνητ. συνυποδ.) ~η: δημοσκόπηση/πληροφόρηση. ~α: δημοσιεύματα. Πολιτικά ~α συνδικάτα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ος: τουρισμός. ~η: οικονομία (ΑΝΤ. φιλελεύθερη· βλ. παρεμβατισμός).|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ος: διάλογος. ~η: εκπαίδευση (βλ. αυτοεκπαίδευση). Πβ. καθοδηγούμενος, κατευθυντικός. 2. που κινείται προς ορισμένη κατεύθυνση: (για πρόσ.) ~οι ανατολικά/προς ...|| (ΣΤΡΑΤ.) ~οι: πύραυλοι. ~α: βλήματα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: κεραία (= κατευθυντική). ~οι: προβολείς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: γράφος.|| (ΙΑΤΡ.) (Υπερηχογραφικά) ~η βιοψία. Βλ. αυτο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση ● βλ. κατευθύνω [< αρχ. κατευθυνόμενος, γαλλ. dirigé, 1932, αγγλ. directed]

53791υποκορισμός[ὑποκορισμός] υ-πο-κο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία σχηματισμού λέξεων με την προσθήκη συγκεκριμένων προθημάτων ή επιθημάτων, για να δηλωθεί κυρ. οικειότητα (π.χ. σινεμαδάκι) ή σμίκρυνση της σημασίας των πρωτότυπων λέξεων: π.χ. (μικρός σε ηλικία, μέγεθος) παιδ-άκι, χερ-άκι, μικρο-αντικείμενο.|| (χαϊδευτική χροιά:) κοπελ-ίτσα, τυχερ-ούλης.|| (περιφρόνηση:) υπαλληλ-άκος, παιδαρ-έλι.|| (χρόνος κατά προσέγγιση:) απογευματ-άκι. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ὑποκορισμός, αγγλ. hypocorism]
53792υποκοριστικό[ὑποκοριστικό] υ-πο-κο-ρι-στι-κό ουσ. (ουδ.) ΓΛΩΣΣ.: λέξη που προκύπτει από άλλη με τη διαδικασία του υποκορισμού: π.χ. καφεδ-άκι, σημαι-ούλα, φουστ-ίτσα.
53793υποκοριστικός, ή, ό [ὑποκοριστικός] υ-πο-κο-ρι-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τον υποκορισμό: ~ός: τύπος. ~ή: κατάληξη. ~ό: επίθημα/όνομα (πβ. χαϊδευτικό). [< μτγν. ὑποκοριστικός, γαλλ. hypocoristique, αγγλ. hypocoristic]
53794υπόκοσμος[ὑπόκοσμος] υ-πό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όσμου}: ο κόσμος των κακοποιών, του οργανωμένου εγκλήματος, συνήθ. στις μεγαλουπόλεις: ~ της νύχτας. Άνθρωποι/τύποι του ~όσμου (πβ. πεζοδρόμιο). Έχει σχέσεις/έχει μπλέξει με τον ~ο. Βλ. απόβρασμα, κατακάθι, -κοσμος. [< αγγλ. underworld, 1900, γερμ. Unterwelt]
53795υποκοστολόγηση[ὑποκοστολόγηση] υ-πο-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. καθορισμός χαμηλότερου κόστους από το πραγματικό: ~ ακινήτων. Πβ. υποτιμολόγηση. ΑΝΤ. υπερκοστολόγηση
53796υποκουλτούρα[ὑποκουλτούρα] υ-πο-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) κάθε πολιτιστικό προϊόν χαμηλής ποιότητας καθώς και το φαινόμενο της ύπαρξης τέτοιων προϊόντων: μαζική/τηλεοπτική ~. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το σύνολο των κοινών πολιτιστικών χαρακτηριστικών ή αξιών και ιδεών μιας ομάδας ανθρώπων, τα οποία τους διαφοροποιούν από την ευρύτερη κουλτούρα στην οποία ανήκουν: μουσική/νεανική ~. ΣΥΝ. υποπολιτισμός [< γαλλ. sous-culture, 1915, αγγλ. subculture, 1936]
53797υποκρίνομαι[ὑποκρίνομαι] υ-πο-κρί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {υποκρί-θηκε, -θεί, υποκριν-όμενος} 1. (μτφ.) συμπεριφέρομαι με ανειλικρινή τρόπο, δεν φανερώνω τις πραγματικές σκέψεις και τα συναισθήματά μου: ~εται (= κάνει, παίζει) τον άρρωστο. ~όταν πως δεν υπήρχε πρόβλημα στον γάμο του. ΣΥΝ. προσποιούμαι 2. υποδύομαι ένα ρόλο ως ηθοποιός. [< αρχ. ὑποκρίνομαι]
53798υπόκριση[ὑπόκριση] υ-πό-κρι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ερμηνεία ρόλου από ηθοποιό, υποκριτική: Η παράσταση βασιζόταν στην ~ και την κίνηση. Πβ. ηθοποιία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής προσποιείται εσκεμμένα ότι παρουσιάζει συμπτώματα σωματικής ή ψυχικής πάθησης. 3. (μτφ.) υποκρισία. [< αρχ. ὑπόκρισις ‘ανταπάντηση, προσποίηση, θεατρική παράσταση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.