| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53809 | υπολαμβάνω | [ὑπολαμβάνω] υ-πο-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {υπέλαβα, υπολαμβάν-εται} (αρχαιοπρ.): θεωρώ, πιστεύω: Όπως ~ει ο αναιρεσείων/το κατηγορητήριο, ... [< αρχ. ὑπολαμβάνω] | |
| 53810 | υπολανθάνει | [ὑπολανθάνει] υ-πο-λαν-θά-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): υπάρχει χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτός: ~ (= υποκρύπτεται) ένας κωμικός τόνος στο έργο του. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει. [< μτγν. ὑπολανθάνω] | |
| 53811 | υπολανθάνων | , ουσα, ον [ὑπολανθάνων] υ-πο-λαν-θά-νων επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση: ~ων: ερωτισμός. ~ουσα: κρίση. ~ουσες: αιτίες (του προβλήματος). Πβ. λανθάνων, υποβόσκων, υφέρπων. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολανθάνω] | |
| 53812 | υπόλειμμα | [ὑπόλειμμα] υ-πό-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {υπολείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: οτιδήποτε απομένει ως υπόλοιπο: τοξικά ~ατα. ~ατα καφέ (= κατακάθια)/σκόνης/σκουριάς/φαγητού (= αποφάγια)/φυτοφαρμάκων/χαρτιού (για ανακύκλωση)/χρώματος. Κομποστοποίηση οργανικών ~άτων.|| Αγροτικά/γεωργικά/δασικά ~ατα.|| (ΧΗΜ.) Στερεό ~.|| Αρχαιολογικά ~ατα (πβ. λείψανο).|| (μτφ.) ~ατα του παρελθόντος. Πβ. απομεινάρι. ΣΥΝ. κατάλοιπο (1) [< αρχ. ὑπόλειμμα, γαλλ. résidu] | |
| 53813 | υπολειμματικός | , ή, ό [ὑπολειμματικός] υ-πο-λειμ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το υπόλειμμα ή λειτουργεί ως τέτοιο: ~ή: διάρκεια (φυτοφαρμάκου)/δράση. ~ό: προϊόν/υγρό.|| (ΧΗΜ.) ~ό: χλώριο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: νόσος. ~ό: όργανο (: που έχει εκφυλιστεί).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αξία (: εκτιμώμενη τιμή πώλησης ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του). ~ό: εισόδημα. [< γαλλ. résiduel] | |
| 53814 | υπολείπομαι | [ὑπολείπομαι] υ-πο-λεί-πο-μαι ρ. (μτβ.) {υπολειπ-όμενος} (λόγ.): είμαι ανεπαρκής σε σύγκριση με κάποιον άλλο, μειονεκτώ, υστερώ: ~ονται του μέσου όρου/της πραγματικότητας/των προσδοκιών μας. Ο νέος διευθυντής ~εται σε εμπειρία του προκατόχου του. Πρόχειρη κατασκευή που ~εται σε ποιότητα. Δεν ~εται σε τίποτα. Πβ. ωχριώ. ● υπολείπεται: απομένει: Του ~ονται (= μένουν) τα ένσημα ενός χρόνου για να συνταξιοδοτηθεί. [< αρχ. ὑπολείπομαι ‘μένω πίσω, εξαντλούμαι, είμαι κατώτερος’] | |
| 53815 | υπολειπόμενος | , η, ο [ὑπολειπόμενος] υ-πο-λει-πό-με-νος επίθ. 1. που υστερεί σε κάτι: ~η: ανάπτυξη (του εμβρύου). Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής. 2. που απομένει, περισσεύει: ~ος: χρόνος (ομιλίας). Πλήρωσε το ~ο ποσό της οφειλής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: κίνδυνος (για καρδιακό επεισόδιο)/όγκος (αέρα). ~η: νόσος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία (= υπολειμματική). 3. ΒΙΟΛ. (για κληρονομικό χαρακτηριστικό) που δεν εκφράζεται στον φαινότυπο των ετεροζυγωτών λόγω υπερίσχυσης ενός κυρίαρχου χαρακτηριστικού, αλλά εκδηλώνεται σε περίπτωση ομοζυγωτών: ~ος: χαρακτήρας. ~η: κληρονομικότητα. ~ο: (φυλοσύνδετο) γονίδιο (βλ. επικρατές γονίδιο). ΣΥΝ. υποτελής (2) [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολείπομαι 3: αγγλ. recessive, γαλλ. récessif, 1907] | |
| 53816 | υπολειτουργεί | [ὑπολειτουργεῖ] υ-πο-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {υπολειτούργ-ησε}: λειτουργεί ανεπαρκώς, με ρυθμό βραδύτερο από τον κανονικό: ~ το Κέντρο Υγείας. Οι τράπεζες ~ούν λόγω απεργίας.|| (ΙΑΤΡ.) Ο θυρεοειδής αδένας ~ (ΑΝΤ. υπερλειτουργεί). ● υπολειτουργώ (μτφ.-προφ.): ενεργώ με πολύ αργούς ρυθμούς: Μόλις ξύπνησα και ~. | |
| 53817 | υπολειτουργία | [ὑπολειτουργία] υ-πο-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μειωμένη λειτουργία, δραστηριότητα: ~ του εργοστασίου. Οργανισμοί/σχολεία σε ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος (πβ. ανοσοανεπάρκεια)/του θυρεοειδούς αδένα (= υποθυρεοειδισμός)/της υπόφυσης. ΑΝΤ. υπερλειτουργία. 2. {στον πληθ.} (σπάν.) επιμέρους λειτουργίες: ~ες του εγκεφάλου. [< αγγλ. hypofunction | |
| 53818 | υπόλευκος | , η, ο [ὑπόλευκος] υ-πό-λευ-κος επίθ. (λόγ.): με χρώμα που τείνει προς το λευκό: ~η: σκόνη. ~ο: μάρμαρο/υγρό. Πβ. κρεμ. ΣΥΝ. ασπριδερός, ημίλευκος, λευκωπός [< αρχ. ὑπόλευκος] | |
| 53819 | υπολήμμα | [ὑπολῆμμα] υ-πο-λήμ-μα ουσ. (ουδ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. λέξη ή φράση που δεν καταχωρείται ως χωριστό λήμμα σε λεξικό, αλλά υπάγεται στο βασικό λήμμα. [< αγγλ. subentry] | |
| 53820 | υπολήπτομαι | [ὑπολήπτομαι] υ-πο-λή-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): εκτιμώ βαθιά, σέβομαι: ~εται τους συνεργάτες του. ΣΥΝ. έχω σε υπόληψη ΑΝΤ. καταφρονώ | |
| 53821 | υπόληψη | [ὑπόληψη] υ-πό-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. αναγνώριση της αξίας κάποιου, εκτίμηση, σεβασμός: κοινωνική ~. Με τη στάση που κράτησε ανέβηκε/έπεσε στην ~ή μου.|| (επίσ.) Χαίρει μεγάλης ~ης. (Διατελώ) μεθ' υπολήψεως. ΑΝΤ. ανυποληψία, καταφρόνηση 2. καλή φήμη, αξιοπρέπεια, κοινωνική καταξίωση: αποκατάσταση της ~ής του. Είναι άνθρωπος με ~ (= ευυπόληπτος). Προστατεύω/σώζω/υπερασπίζομαι την ~ή μου. Καιροσκόποι επιχειρούν να αμαυρώσουν/βλάψουν/θίξουν την τιμή και την ~ή μας. Πβ. γόητρο, κύρος, πρεστίζ. ● ΦΡ.: έχω σε υπόληψη/εκτίμηση (συνήθ. με την άρνηση "δεν"): υπολήπτομαι: Δεν τον έχω σε μεγάλη ~, γιατί είναι ασυνεπής., ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα [< μτγν. ὑπόληψις ‘ανταπάντηση, γνώμη, προκατάληψη’] | |
| 53822 | υπολιμεναρχείο | [ὑπολιμεναρχεῖο] υ-πο-λι-με-ναρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Υ): λιμενική Αρχή που εδρεύει σε λιμάνι με χαμηλή κίνηση· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται. | |
| 53823 | υπολιμενάρχης | [ὑπολιμενάρχης] υ-πο-λι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, προϊστάμενος υπολιμεναρχείου. | |
| 53824 | υπολίμνιος | , α, ο [ὑπολίμνιος] υ-πο-λί-μνι-ος επίθ. (επιστ.): που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια λίμνης: ~ες: περιοχές/πηγές. Βλ. υποθαλάσσιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: το κατώτερο στρώμα της λίμνης). | |
| 53825 | υπολογίζω | [ὑπολογίζω] υ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπολόγι-σα, υπολογί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί (μτχ. -σθείς, -σθείσα, -σθέν), υπολογίζ-οντας, -όμενος, υπολογι-σμένος} ΣΥΝ. λογαριάζω 1. προσδιορίζω ένα μέγεθος· κάνω μια εκτίμηση: (σε άσκηση:) Να ~σετε την απόσταση/τις διαστάσεις/το εμβαδόν/τα κέρδη/το κόστος/την ταχύτητα. ~ κατά προσέγγιση/με το μυαλό (: χωρίς κομπιουτεράκι)/πάνω κάτω/χοντρικά.|| H περιουσία του ~εται (= εκτιμάται) στα δύο δις ευρώ. Οι συμμετέχοντες ~ονται στους χίλιους. ~ομένη: διάρκεια ζωής. Πβ. αποτιμώ, μετρώ. Βλ. επαν~, προσ~, προϋπολογίζω. 2. περιλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ομάδα προσώπων ή πραγμάτων, συγκαταλέγω: Να σε ~σω στο τραπέζι που θα κλείσω; Στην τιμή του προϊόντος δεν ~ονται τα έξοδα αποστολής. Πβ. κατατάσσω, προσμετρώ, συμπεριλαμβάνω, συναριθμώ, συν~. 3. σχεδιάζω: Πότε ~ετε να πάτε διακοπές; Πβ. σκοπεύω. 4. (+ σε) στηρίζω τις ελπίδες μου, βασίζομαι σε κάποιον ή κάτι: Να ξέρεις ότι ~ στη βοήθειά σου. Διαφωνώ με το σχέδιο σου, οπότε μην ~εις σε μένα. 5. δείχνω εκτίμηση σε κάποιον ή κάτι, λαμβάνω σοβαρά υπόψη: Σε ~ (= εκτιμώ). Πάντα ~ει τη γνώμη των φίλων του. Όλοι τον ~ουν και τον φοβούνται. Ενεργεί χωρίς να ~ει τον κίνδυνο/τις συνέπειες (ΑΝΤ. αψηφώ). ● Μτχ.: υπολογισμένος , η, ο: που έχει υπολογιστεί συνήθ. με ακρίβεια· κατ' επέκτ. προμελετημένος. ~η: τιμή. ~ο: κόστος. Καλά ~ες (= μελετημένες) κινήσεις.|| ~η: ενέργεια. Πβ. προσχεδιασμένος. ● ΦΡ.: δεν υπολογίζει κανένα(ν) (και τίποτα): για κάποιον που βάζει πάνω από όλα τον εαυτό του και τις επιθυμίες του ή είναι αδίστακτος: ~ ~ προκειμένου να πετύχει τους στόχους του. [< αρχ. ὑπολογίζομαι, αγγλ. calculate, γαλλ. calculer] | |
| 53826 | υπολογίσιμος | , η, ο [ὑπολογίσιμος] υ-πο-λο-γί-σι-μος επίθ. 1. (μτφ.) αξιοπρόσεκτος, σημαντικός: ~ος: αντίπαλος/αριθμός (ανθρώπων)/παράγοντας. ~η: βοήθεια/δύναμη/ποσότητα. Υπερέχει σε ~ο βαθμό. Πβ. αξιόλογος. ΣΥΝ. σεβαστός (2) 2. μετρήσιμος: ~η: συνάρτηση. ΣΥΝ. σταθμητός [< γαλλ. calculable] | |
| 53827 | υπολογισμός | [ὑπολογισμός] υ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσδιορισμός ενός μεγέθους συνήθ. με μαθηματικές πράξεις: ~ κόστους/τόκου/υπολοίπου/ΦΠΑ. ~ του αριθμού (των αποφοίτων/θερμίδων). ~ της αξίας (ακινήτου/οικοπέδου)/αποζημίωσης/απόστασης/δόσης/ποσότητας/σύνταξης. ~ των δαπανών/εισφορών/κερδών/μορίων/τελών (κυκλοφορίας). Επιστημονικοί ~οί. Μέθοδος/τρόπος ~ού. Κάνω ~ούς. Πβ. λογαριασμός, μέτρηση. Βλ. προϋπολογισμός, επαν~, συν~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Θεωρία ~ού. || (ΦΥΣ.) βλ. ab initio. 2. {συνήθ. στον πληθ.} εκτίμηση μιας κατάστασης, συλλογισμός για την εξαγωγή συμπεράσματος: ~ των συνεπειών. Βάσει ~ών/με βάση/σύμφωνα με πρόχειρους ~ούς/τους ~ούς μου, το έργο θα ολοκληρωθεί εντός του έτους. Έπεσα έξω στους ~ούς μου (: δεν επαληθεύτηκαν οι εκτιμήσεις μου). Πβ. αποτίμηση, ζύγισμα. 3. (μτφ.) ιδιοτελής, υστερόβουλη σκέψη: Τον υποστήριξε στον καβγά από ~ό. Πβ. σκοπιμότητα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑπολογισμός ‘λογαριασμός, εξέταση’, γαλλ. calcul, αγγλ. calculation] | |
| 53828 | υπολογιστής | [ὑπολογιστής] υ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή η οποία εκτελεί αυτόματα μαθηματικούς υπολογισμούς και επεξεργάζεται δεδομένα βάσει προκαθορισμένων εντολών· συνήθ. ειδικότ. ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ): αναλογικός/υβριδικός/ψηφιακός ~.|| Επιτραπέζιος (= ντέσκτοπ)/μαθητικός ~. Γραφικά/μνήμη ~ή. Αναβάθμιση/άνοιγμα/ιός/κλείσιμο/λογισμικό/(κεντρική) μονάδα/οθόνη/πληκτρολόγιο/σκληρός δίσκος/φορμάτ του ~ή. Ζητείται γραμματέας με γνώσεις ~ή. Υλικό του ~ή (= υλισμικό). Πβ. κομπιούτερ. Βλ. νέτμπουκ, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιστήμη των Υπολογιστών: Πληροφορική. [< αγγλ. computer science, 1961] , κεντρικός υπολογιστής: που επεξεργάζεται πληροφορίες που λαμβάνει από άλλους υπολογιστές με τους οποίους συνδέεται., μοριακοί υπολογιστές: που μιμούνται τη λειτουργία βιολογικών μορίων και έχουν μεγάλη επεξεργαστική ισχύ. [< αγγλ. molecular computers] , ξένιος υπολογιστής: υπολογιστικό σύστημα που παρέχει υπηρεσίες σε άλλους υπολογιστές. Βλ. τερματικό. [< αμερικ. host (computer), 1966] , προσωπικός υπολογιστής: που προορίζεται για ατομική χρήση στο γραφείο ή/και στο σπίτι: φορητός ~ ~. ΣΥΝ. πι-σι & πισί [< αμερικ. personal computer (PC), 1959] , υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι: που χρησιμοποιούνται από χάκερ εν αγνοία του χρήστη τους. [< αμερικ. zombie computers, 1999] , υπολογιστής παλάμης/χειρός & (σπάν.) υπολογιστής χεριού: υπολογιστής με διαστάσεις που επιτρέπουν στον κάτοχό του να τον χρησιμοποιεί κρατώντας τον στο χέρι του. ΣΥΝ. παλμ-τοπ [< αμερικ. palmtop, 1987] , υπολογιστής τσέπης 1. μικροϋπολογιστής χειρός, συνήθ. χωρίς πληκτρολόγιο, στον οποίο η εισαγωγή δεδομένων πραγματοποιείται μέσω μιας γραφίδας που επικοινωνεί απευθείας με την οθόνη: Το νέο κινητό τηλέφωνο λειτουργεί και ως ~ ~. 2. κομπιουτεράκι. [< αγγλ. pocket PC] , υπολογιστής-ταμπλέτα: ΤΕΧΝΟΛ. φορητός υπολογιστής σε μέγεθος ατζέντας με οθόνη αφής και ασύρματη πρόσβαση στο διαδίκτυο. ΣΥΝ. τάμπλετ [< αμερικ. tablet PC, 2001] , φορητός (ηλεκτρονικός) υπολογιστής: υπολογιστής μικρών διαστάσεων που μεταφέρεται εύκολα και έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί με μπαταρία. ΣΥΝ. λάπτοπ [< αμερικ. portable computer, 1984] [< αγγλ. calculator, computer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ