| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 53799 | υποκρισία | [ὑποκρισία] υ-πο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): προσποιητή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την απόκρυψη των αληθινών συναισθημάτων και σκέψεων: απροκάλυπτη/κραυγαλέα/περισσή ~. Κοινωνική/μικροαστική ~. Πβ. ανειλικρίνεια, ιησουιτ-, ταρτουφ-ισμός, υπόκριση, φαρισαϊσμός.|| (μτφ.) Πέταξε/φόρεσε τη μάσκα της ~ας. ΣΥΝ. διπροσωπία, ηθοποιία (3), προσποίηση (1) [< μτγν. ὑποκρισία, γαλλ. hypocrisie, αγγλ. hypocricy] | |
| 53800 | υποκρίσιμος | , η, ο [ὑποκρίσιμος] υ-πο-κρί-σι-μος επίθ. ΑΝΤ. υπερκρίσιμος 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που έχει θερμοκρασία και πίεση μικρότερη από την αντίστοιχη κρίσιμη. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που περιέχει ποσότητα σχάσιμου υλικού μικρότερη από αυτή που είναι απαραίτητη για μια αλυσιδωτή αντίδραση: ~η: μάζα. 3. ΥΔΡΟΛ. (για υγρό) που κινείται με ταχύτητα μικρότερη από αυτή των κυμάτων: ~η: ροή. [< αγγλ. subcritical, 1930] | |
| 53801 | υποκριτής, υποκρίτρια | [ὑποκριτής] υ-πο-κρι-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που προσποιείται, που συμπεριφέρεται υποκριτικά: Το παίζει φίλος του και πίσω από την πλάτη του τον κατηγορεί. Είναι μεγάλος ~. Πβ. διπρόσωπος, Ιησουίτης, ταρτούφος, φαρισαίος. ΣΥΝ. θεατρίνος, θεατρίνα (2) ΑΝΤ. ειλικρινής 2. ΑΡΧ. πρόσωπο που υπηρετεί την υποκριτική τέχνη, ηθοποιός: Στο αρχαίο δράμα οι ~ές ήταν μόνο άνδρες. [< αρχ. ὑποκριτής, γαλλ.-αγγλ. hypocrite] | |
| 53802 | υποκριτικός | , ή, ό [ὑποκριτικός] υ-πο-κρι-τι-κός επίθ. 1. προσποιητός: ~ός: καθωσπρεπισμός/λόγος. ~ή: αυστηρότητα/θλίψη/κοινωνία/στάση/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/προσωπείο/χαμόγελο. ~ές: κορόνες. ~ά: δάκρυα (= κροκοδείλια). Πβ. επιτηδευμένος, ιησουιτικός, φαρισαϊκός, ψεύτικος. ΑΝΤ. ανυπόκριτος 2. που σχετίζεται με τον ηθοποιό ή την ηθοποιία: ~ή: δεινότητα/ερμηνεία. ~ές: ικανότητες. Έμφυτο ~ό ταλέντο. ● Ουσ.: υποκριτική (η) & υποκριτική τέχνη: ερμηνεία ρόλων, η τέχνη της ηθοποιίας: ~ θεάτρου/κινηματογράφου. Σπουδές/ταλέντο στην ~. Δάσκαλος/μαθήματα ~ής. ● επίρρ.: υποκριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὑποκριτικός, γαλλ. hypocrite, αγγλ. hypocritic(al)] | |
| 53803 | υπόκρουση | [ὑπόκρουση] υ-πό-κρου-ση ουσ. (θηλ.): μελωδία ή γενικότ. ήχος που συνοδεύει κυρ. απαγγελία, ταινία ή παράσταση: μουσική ~. Ανάγνωση ποίησης με ~ πιάνου.|| (μτφ.-ειρων.) Η τελετή πραγματοποιήθηκε με ~ επεισοδίων/συνθημάτων. Πβ. συνοδεία. [< πβ. μτγν. ὑπόκρουσις ‘αντίρρηση’] | |
| 53804 | υποκρύπτω | [ὑποκρύπτω] υ-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {υπέκρυ-ψε, υποκρύ-ψει, υποκρύπτ-οντας, -όμενος} (λόγ.): αποσιωπώ σκόπιμα, διατηρώ κάτι κρυφό: Το ξαφνικό τους ενδιαφέρον ~ει δόλο/κινδύνους/σκοπιμότητα (πβ. ενέχει, κρύβει). ~ονται συμφέροντα. Πβ. αποκρύπτω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω, φανερώνω.|| ~όμενο: τίμημα. ~όμενες: αιτίες. Σύμβαση στην οποία ~εται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Πβ. (υπο)λανθάνει. [< αρχ. ὑποκρύπτω] | |
| 53805 | υποκύανος | , η, ο [ὑποκύανος] υ-πο-κύ-α-νος επίθ. (επιστ.): γαλαζωπός: ~o: μάρμαρο. [< μτγν. ὑποκυάνεος] | |
| 53806 | υποκύπτω | [ὑποκύπτω] υ-πο-κύ-πτω ρ. (αμτβ.) {υπέκυ-ψα, υποκύ-ψει, υποκύπτ-οντας} (λόγ.) 1. σταματώ να αντιστέκομαι, υποχωρώ· ειδικότ. ηττώμαι, υποτάσσομαι: ~ψε στη γοητεία (της εξουσίας)/στον πειρασμό. Δεν ~ σε εκβιασμούς!|| Η ομάδα ~ψε στα πέναλτι. ΣΥΝ. ενδίδω 2. {στο γ' πρόσ. αορ.} (μτφ.) χάνω τη μάχη με τη ζωή: ~ψε στα τραύματά του/από καρδιακή προσβολή. Πβ. κατέληξε. ● ΦΡ.: υπέκυψε στο μοιραίο (μτφ.): πέθανε. [< 1: αρχ. ὑποκύπτω, γαλλ. succomber] | |
| 53807 | υποκυτταρικός | , ή, ό [ὑποκυτταρικός] υ-πο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που είναι μικρότερος από το κύτταρο, εντοπίζεται ή συμβαίνει μέσα σε αυτό: ~ή: δομή/κατανομή. ~ό: επίπεδο.|| ~ός: μυελός. ~ές: μονάδες. ~ά: οργανίδια (βλ. μιτοχόνδριο). Πβ. ενδοκυττάριος. [< αγγλ. subcellular, 1953, γαλλ. subcellulaire, περ. 1970] | |
| 53809 | υπολαμβάνω | [ὑπολαμβάνω] υ-πο-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {υπέλαβα, υπολαμβάν-εται} (αρχαιοπρ.): θεωρώ, πιστεύω: Όπως ~ει ο αναιρεσείων/το κατηγορητήριο, ... [< αρχ. ὑπολαμβάνω] | |
| 53810 | υπολανθάνει | [ὑπολανθάνει] υ-πο-λαν-θά-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): υπάρχει χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτός: ~ (= υποκρύπτεται) ένας κωμικός τόνος στο έργο του. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει. [< μτγν. ὑπολανθάνω] | |
| 53811 | υπολανθάνων | , ουσα, ον [ὑπολανθάνων] υ-πο-λαν-θά-νων επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση: ~ων: ερωτισμός. ~ουσα: κρίση. ~ουσες: αιτίες (του προβλήματος). Πβ. λανθάνων, υποβόσκων, υφέρπων. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολανθάνω] | |
| 53812 | υπόλειμμα | [ὑπόλειμμα] υ-πό-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {υπολείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: οτιδήποτε απομένει ως υπόλοιπο: τοξικά ~ατα. ~ατα καφέ (= κατακάθια)/σκόνης/σκουριάς/φαγητού (= αποφάγια)/φυτοφαρμάκων/χαρτιού (για ανακύκλωση)/χρώματος. Κομποστοποίηση οργανικών ~άτων.|| Αγροτικά/γεωργικά/δασικά ~ατα.|| (ΧΗΜ.) Στερεό ~.|| Αρχαιολογικά ~ατα (πβ. λείψανο).|| (μτφ.) ~ατα του παρελθόντος. Πβ. απομεινάρι. ΣΥΝ. κατάλοιπο (1) [< αρχ. ὑπόλειμμα, γαλλ. résidu] | |
| 53813 | υπολειμματικός | , ή, ό [ὑπολειμματικός] υ-πο-λειμ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το υπόλειμμα ή λειτουργεί ως τέτοιο: ~ή: διάρκεια (φυτοφαρμάκου)/δράση. ~ό: προϊόν/υγρό.|| (ΧΗΜ.) ~ό: χλώριο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: νόσος. ~ό: όργανο (: που έχει εκφυλιστεί).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αξία (: εκτιμώμενη τιμή πώλησης ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του). ~ό: εισόδημα. [< γαλλ. résiduel] | |
| 53814 | υπολείπομαι | [ὑπολείπομαι] υ-πο-λεί-πο-μαι ρ. (μτβ.) {υπολειπ-όμενος} (λόγ.): είμαι ανεπαρκής σε σύγκριση με κάποιον άλλο, μειονεκτώ, υστερώ: ~ονται του μέσου όρου/της πραγματικότητας/των προσδοκιών μας. Ο νέος διευθυντής ~εται σε εμπειρία του προκατόχου του. Πρόχειρη κατασκευή που ~εται σε ποιότητα. Δεν ~εται σε τίποτα. Πβ. ωχριώ. ● υπολείπεται: απομένει: Του ~ονται (= μένουν) τα ένσημα ενός χρόνου για να συνταξιοδοτηθεί. [< αρχ. ὑπολείπομαι ‘μένω πίσω, εξαντλούμαι, είμαι κατώτερος’] | |
| 53815 | υπολειπόμενος | , η, ο [ὑπολειπόμενος] υ-πο-λει-πό-με-νος επίθ. 1. που υστερεί σε κάτι: ~η: ανάπτυξη (του εμβρύου). Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής. 2. που απομένει, περισσεύει: ~ος: χρόνος (ομιλίας). Πλήρωσε το ~ο ποσό της οφειλής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: κίνδυνος (για καρδιακό επεισόδιο)/όγκος (αέρα). ~η: νόσος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία (= υπολειμματική). 3. ΒΙΟΛ. (για κληρονομικό χαρακτηριστικό) που δεν εκφράζεται στον φαινότυπο των ετεροζυγωτών λόγω υπερίσχυσης ενός κυρίαρχου χαρακτηριστικού, αλλά εκδηλώνεται σε περίπτωση ομοζυγωτών: ~ος: χαρακτήρας. ~η: κληρονομικότητα. ~ο: (φυλοσύνδετο) γονίδιο (βλ. επικρατές γονίδιο). ΣΥΝ. υποτελής (2) [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολείπομαι 3: αγγλ. recessive, γαλλ. récessif, 1907] | |
| 53816 | υπολειτουργεί | [ὑπολειτουργεῖ] υ-πο-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {υπολειτούργ-ησε}: λειτουργεί ανεπαρκώς, με ρυθμό βραδύτερο από τον κανονικό: ~ το Κέντρο Υγείας. Οι τράπεζες ~ούν λόγω απεργίας.|| (ΙΑΤΡ.) Ο θυρεοειδής αδένας ~ (ΑΝΤ. υπερλειτουργεί). ● υπολειτουργώ (μτφ.-προφ.): ενεργώ με πολύ αργούς ρυθμούς: Μόλις ξύπνησα και ~. | |
| 53817 | υπολειτουργία | [ὑπολειτουργία] υ-πο-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μειωμένη λειτουργία, δραστηριότητα: ~ του εργοστασίου. Οργανισμοί/σχολεία σε ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος (πβ. ανοσοανεπάρκεια)/του θυρεοειδούς αδένα (= υποθυρεοειδισμός)/της υπόφυσης. ΑΝΤ. υπερλειτουργία. 2. {στον πληθ.} (σπάν.) επιμέρους λειτουργίες: ~ες του εγκεφάλου. [< αγγλ. hypofunction | |
| 53818 | υπόλευκος | , η, ο [ὑπόλευκος] υ-πό-λευ-κος επίθ. (λόγ.): με χρώμα που τείνει προς το λευκό: ~η: σκόνη. ~ο: μάρμαρο/υγρό. Πβ. κρεμ. ΣΥΝ. ασπριδερός, ημίλευκος, λευκωπός [< αρχ. ὑπόλευκος] | |
| 53819 | υπολήμμα | [ὑπολῆμμα] υ-πο-λήμ-μα ουσ. (ουδ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. λέξη ή φράση που δεν καταχωρείται ως χωριστό λήμμα σε λεξικό, αλλά υπάγεται στο βασικό λήμμα. [< αγγλ. subentry] | |