Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54300-54320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53799υποκρισία[ὑποκρισία] υ-πο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): προσποιητή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την απόκρυψη των αληθινών συναισθημάτων και σκέψεων: απροκάλυπτη/κραυγαλέα/περισσή ~. Κοινωνική/μικροαστική ~. Πβ. ανειλικρίνεια, ιησουιτ-, ταρτουφ-ισμός, υπόκριση, φαρισαϊσμός.|| (μτφ.) Πέταξε/φόρεσε τη μάσκα της ~ας. ΣΥΝ. διπροσωπία, ηθοποιία (3), προσποίηση (1) [< μτγν. ὑποκρισία, γαλλ. hypocrisie, αγγλ. hypocricy]
53800υποκρίσιμος, η, ο [ὑποκρίσιμος] υ-πο-κρί-σι-μος επίθ. ΑΝΤ. υπερκρίσιμος 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που έχει θερμοκρασία και πίεση μικρότερη από την αντίστοιχη κρίσιμη. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που περιέχει ποσότητα σχάσιμου υλικού μικρότερη από αυτή που είναι απαραίτητη για μια αλυσιδωτή αντίδραση: ~η: μάζα. 3. ΥΔΡΟΛ. (για υγρό) που κινείται με ταχύτητα μικρότερη από αυτή των κυμάτων: ~η: ροή. [< αγγλ. subcritical, 1930]
53801υποκριτής, υποκρίτρια[ὑποκριτής] υ-πο-κρι-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που προσποιείται, που συμπεριφέρεται υποκριτικά: Το παίζει φίλος του και πίσω από την πλάτη του τον κατηγορεί. Είναι μεγάλος ~. Πβ. διπρόσωπος, Ιησουίτης, ταρτούφος, φαρισαίος. ΣΥΝ. θεατρίνος, θεατρίνα (2) ΑΝΤ. ειλικρινής 2. ΑΡΧ. πρόσωπο που υπηρετεί την υποκριτική τέχνη, ηθοποιός: Στο αρχαίο δράμα οι ~ές ήταν μόνο άνδρες. [< αρχ. ὑποκριτής, γαλλ.-αγγλ. hypocrite]
53802υποκριτικός, ή, ό [ὑποκριτικός] υ-πο-κρι-τι-κός επίθ. 1. προσποιητός: ~ός: καθωσπρεπισμός/λόγος. ~ή: αυστηρότητα/θλίψη/κοινωνία/στάση/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/προσωπείο/χαμόγελο. ~ές: κορόνες. ~ά: δάκρυα (= κροκοδείλια). Πβ. επιτηδευμένος, ιησουιτικός, φαρισαϊκός, ψεύτικος. ΑΝΤ. ανυπόκριτος 2. που σχετίζεται με τον ηθοποιό ή την ηθοποιία: ~ή: δεινότητα/ερμηνεία. ~ές: ικανότητες. Έμφυτο ~ό ταλέντο. ● Ουσ.: υποκριτική (η) & υποκριτική τέχνη: ερμηνεία ρόλων, η τέχνη της ηθοποιίας: ~ θεάτρου/κινηματογράφου. Σπουδές/ταλέντο στην ~. Δάσκαλος/μαθήματα ~ής. ● επίρρ.: υποκριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὑποκριτικός, γαλλ. hypocrite, αγγλ. hypocritic(al)]
53803υπόκρουση[ὑπόκρουση] υ-πό-κρου-ση ουσ. (θηλ.): μελωδία ή γενικότ. ήχος που συνοδεύει κυρ. απαγγελία, ταινία ή παράσταση: μουσική ~. Ανάγνωση ποίησης με ~ πιάνου.|| (μτφ.-ειρων.) Η τελετή πραγματοποιήθηκε με ~ επεισοδίων/συνθημάτων. Πβ. συνοδεία. [< πβ. μτγν. ὑπόκρουσις ‘αντίρρηση’]
53804υποκρύπτω[ὑποκρύπτω] υ-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {υπέκρυ-ψε, υποκρύ-ψει, υποκρύπτ-οντας, -όμενος} (λόγ.): αποσιωπώ σκόπιμα, διατηρώ κάτι κρυφό: Το ξαφνικό τους ενδιαφέρον ~ει δόλο/κινδύνους/σκοπιμότητα (πβ. ενέχει, κρύβει). ~ονται συμφέροντα. Πβ. αποκρύπτω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω, φανερώνω.|| ~όμενο: τίμημα. ~όμενες: αιτίες. Σύμβαση στην οποία ~εται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Πβ. (υπο)λανθάνει. [< αρχ. ὑποκρύπτω]
53805υποκύανος, η, ο [ὑποκύανος] υ-πο-κύ-α-νος επίθ. (επιστ.): γαλαζωπός: ~o: μάρμαρο. [< μτγν. ὑποκυάνεος]
53806υποκύπτω[ὑποκύπτω] υ-πο-κύ-πτω ρ. (αμτβ.) {υπέκυ-ψα, υποκύ-ψει, υποκύπτ-οντας} (λόγ.) 1. σταματώ να αντιστέκομαι, υποχωρώ· ειδικότ. ηττώμαι, υποτάσσομαι: ~ψε στη γοητεία (της εξουσίας)/στον πειρασμό. Δεν ~ σε εκβιασμούς!|| Η ομάδα ~ψε στα πέναλτι. ΣΥΝ. ενδίδω 2. {στο γ' πρόσ. αορ.} (μτφ.) χάνω τη μάχη με τη ζωή: ~ψε στα τραύματά του/από καρδιακή προσβολή. Πβ. κατέληξε. ● ΦΡ.: υπέκυψε στο μοιραίο (μτφ.): πέθανε. [< 1: αρχ. ὑποκύπτω, γαλλ. succomber]
53807υποκυτταρικός, ή, ό [ὑποκυτταρικός] υ-πο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που είναι μικρότερος από το κύτταρο, εντοπίζεται ή συμβαίνει μέσα σε αυτό: ~ή: δομή/κατανομή. ~ό: επίπεδο.|| ~ός: μυελός. ~ές: μονάδες. ~ά: οργανίδια (βλ. μιτοχόνδριο). Πβ. ενδοκυττάριος. [< αγγλ. subcellular, 1953, γαλλ. subcellulaire, περ. 1970]
53809υπολαμβάνω[ὑπολαμβάνω] υ-πο-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {υπέλαβα, υπολαμβάν-εται} (αρχαιοπρ.): θεωρώ, πιστεύω: Όπως ~ει ο αναιρεσείων/το κατηγορητήριο, ... [< αρχ. ὑπολαμβάνω]
53810υπολανθάνει[ὑπολανθάνει] υ-πο-λαν-θά-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): υπάρχει χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτός: ~ (= υποκρύπτεται) ένας κωμικός τόνος στο έργο του. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει. [< μτγν. ὑπολανθάνω]
53811υπολανθάνων, ουσα, ον [ὑπολανθάνων] υ-πο-λαν-θά-νων επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση: ~ων: ερωτισμός. ~ουσα: κρίση. ~ουσες: αιτίες (του προβλήματος). Πβ. λανθάνων, υποβόσκων, υφέρπων. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολανθάνω]
53812υπόλειμμα[ὑπόλειμμα] υ-πό-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {υπολείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: οτιδήποτε απομένει ως υπόλοιπο: τοξικά ~ατα. ~ατα καφέ (= κατακάθια)/σκόνης/σκουριάς/φαγητού (= αποφάγια)/φυτοφαρμάκων/χαρτιού (για ανακύκλωση)/χρώματος. Κομποστοποίηση οργανικών ~άτων.|| Αγροτικά/γεωργικά/δασικά ~ατα.|| (ΧΗΜ.) Στερεό ~.|| Αρχαιολογικά ~ατα (πβ. λείψανο).|| (μτφ.) ~ατα του παρελθόντος. Πβ. απομεινάρι. ΣΥΝ. κατάλοιπο (1) [< αρχ. ὑπόλειμμα, γαλλ. résidu]
53813υπολειμματικός, ή, ό [ὑπολειμματικός] υ-πο-λειμ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το υπόλειμμα ή λειτουργεί ως τέτοιο: ~ή: διάρκεια (φυτοφαρμάκου)/δράση. ~ό: προϊόν/υγρό.|| (ΧΗΜ.) ~ό: χλώριο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: νόσος. ~ό: όργανο (: που έχει εκφυλιστεί).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αξία (: εκτιμώμενη τιμή πώλησης ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του). ~ό: εισόδημα. [< γαλλ. résiduel]
53814υπολείπομαι[ὑπολείπομαι] υ-πο-λεί-πο-μαι ρ. (μτβ.) {υπολειπ-όμενος} (λόγ.): είμαι ανεπαρκής σε σύγκριση με κάποιον άλλο, μειονεκτώ, υστερώ: ~ονται του μέσου όρου/της πραγματικότητας/των προσδοκιών μας. Ο νέος διευθυντής ~εται σε εμπειρία του προκατόχου του. Πρόχειρη κατασκευή που ~εται σε ποιότητα. Δεν ~εται σε τίποτα. Πβ. ωχριώ.υπολείπεται: απομένει: Του ~ονται (= μένουν) τα ένσημα ενός χρόνου για να συνταξιοδοτηθεί. [< αρχ. ὑπολείπομαι ‘μένω πίσω, εξαντλούμαι, είμαι κατώτερος’]
53815υπολειπόμενος, η, ο [ὑπολειπόμενος] υ-πο-λει-πό-με-νος επίθ. 1. που υστερεί σε κάτι: ~η: ανάπτυξη (του εμβρύου). Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής. 2. που απομένει, περισσεύει: ~ος: χρόνος (ομιλίας). Πλήρωσε το ~ο ποσό της οφειλής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: κίνδυνος (για καρδιακό επεισόδιο)/όγκος (αέρα). ~η: νόσος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία (= υπολειμματική). 3. ΒΙΟΛ. (για κληρονομικό χαρακτηριστικό) που δεν εκφράζεται στον φαινότυπο των ετεροζυγωτών λόγω υπερίσχυσης ενός κυρίαρχου χαρακτηριστικού, αλλά εκδηλώνεται σε περίπτωση ομοζυγωτών: ~ος: χαρακτήρας. ~η: κληρονομικότητα. ~ο: (φυλοσύνδετο) γονίδιο (βλ. επικρατές γονίδιο). ΣΥΝ. υποτελής (2) [< μτχ. εν. του ρ. ὑπολείπομαι 3: αγγλ. recessive, γαλλ. récessif, 1907]
53816υπολειτουργεί[ὑπολειτουργεῖ] υ-πο-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {υπολειτούργ-ησε}: λειτουργεί ανεπαρκώς, με ρυθμό βραδύτερο από τον κανονικό: ~ το Κέντρο Υγείας. Οι τράπεζες ~ούν λόγω απεργίας.|| (ΙΑΤΡ.) Ο θυρεοειδής αδένας ~ (ΑΝΤ. υπερλειτουργεί).υπολειτουργώ (μτφ.-προφ.): ενεργώ με πολύ αργούς ρυθμούς: Μόλις ξύπνησα και ~.
53817υπολειτουργία[ὑπολειτουργία] υ-πο-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μειωμένη λειτουργία, δραστηριότητα: ~ του εργοστασίου. Οργανισμοί/σχολεία σε ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος (πβ. ανοσοανεπάρκεια)/του θυρεοειδούς αδένα (= υποθυρεοειδισμός)/της υπόφυσης. ΑΝΤ. υπερλειτουργία. 2. {στον πληθ.} (σπάν.) επιμέρους λειτουργίες: ~ες του εγκεφάλου. [< αγγλ. hypofunction
53818υπόλευκος, η, ο [ὑπόλευκος] υ-πό-λευ-κος επίθ. (λόγ.): με χρώμα που τείνει προς το λευκό: ~η: σκόνη. ~ο: μάρμαρο/υγρό. Πβ. κρεμ. ΣΥΝ. ασπριδερός, ημίλευκος, λευκωπός [< αρχ. ὑπόλευκος]
53819υπολήμμα[ὑπολῆμμα] υ-πο-λήμ-μα ουσ. (ουδ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. λέξη ή φράση που δεν καταχωρείται ως χωριστό λήμμα σε λεξικό, αλλά υπάγεται στο βασικό λήμμα. [< αγγλ. subentry]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.