Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54320-54340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53820υπολήπτομαι[ὑπολήπτομαι] υ-πο-λή-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): εκτιμώ βαθιά, σέβομαι: ~εται τους συνεργάτες του. ΣΥΝ. έχω σε υπόληψη ΑΝΤ. καταφρονώ
53821υπόληψη[ὑπόληψη] υ-πό-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. αναγνώριση της αξίας κάποιου, εκτίμηση, σεβασμός: κοινωνική ~. Με τη στάση που κράτησε ανέβηκε/έπεσε στην ~ή μου.|| (επίσ.) Χαίρει μεγάλης ~ης. (Διατελώ) μεθ' υπολήψεως. ΑΝΤ. ανυποληψία, καταφρόνηση 2. καλή φήμη, αξιοπρέπεια, κοινωνική καταξίωση: αποκατάσταση της ~ής του. Είναι άνθρωπος με ~ (= ευυπόληπτος). Προστατεύω/σώζω/υπερασπίζομαι την ~ή μου. Καιροσκόποι επιχειρούν να αμαυρώσουν/βλάψουν/θίξουν την τιμή και την ~ή μας. Πβ. γόητρο, κύρος, πρεστίζ. ● ΦΡ.: έχω σε υπόληψη/εκτίμηση (συνήθ. με την άρνηση "δεν"): υπολήπτομαι: Δεν τον έχω σε μεγάλη ~, γιατί είναι ασυνεπής., ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα [< μτγν. ὑπόληψις ‘ανταπάντηση, γνώμη, προκατάληψη’]
53822υπολιμεναρχείο[ὑπολιμεναρχεῖο] υ-πο-λι-με-ναρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Υ): λιμενική Αρχή που εδρεύει σε λιμάνι με χαμηλή κίνηση· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται.
53823υπολιμενάρχης[ὑπολιμενάρχης] υ-πο-λι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, προϊστάμενος υπολιμεναρχείου.
53824υπολίμνιος, α, ο [ὑπολίμνιος] υ-πο-λί-μνι-ος επίθ. (επιστ.): που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια λίμνης: ~ες: περιοχές/πηγές. Βλ. υποθαλάσσιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: το κατώτερο στρώμα της λίμνης).
53825υπολογίζω[ὑπολογίζω] υ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπολόγι-σα, υπολογί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί (μτχ. -σθείς, -σθείσα, -σθέν), υπολογίζ-οντας, -όμενος, υπολογι-σμένος} ΣΥΝ. λογαριάζω 1. προσδιορίζω ένα μέγεθος· κάνω μια εκτίμηση: (σε άσκηση:) Να ~σετε την απόσταση/τις διαστάσεις/το εμβαδόν/τα κέρδη/το κόστος/την ταχύτητα. ~ κατά προσέγγιση/με το μυαλό (: χωρίς κομπιουτεράκι)/πάνω κάτω/χοντρικά.|| H περιουσία του ~εται (= εκτιμάται) στα δύο δις ευρώ. Οι συμμετέχοντες ~ονται στους χίλιους. ~ομένη: διάρκεια ζωής. Πβ. αποτιμώ, μετρώ. Βλ. επαν~, προσ~, προϋπολογίζω. 2. περιλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ομάδα προσώπων ή πραγμάτων, συγκαταλέγω: Να σε ~σω στο τραπέζι που θα κλείσω; Στην τιμή του προϊόντος δεν ~ονται τα έξοδα αποστολής. Πβ. κατατάσσω, προσμετρώ, συμπεριλαμβάνω, συναριθμώ, συν~. 3. σχεδιάζω: Πότε ~ετε να πάτε διακοπές; Πβ. σκοπεύω. 4. (+ σε) στηρίζω τις ελπίδες μου, βασίζομαι σε κάποιον ή κάτι: Να ξέρεις ότι ~ στη βοήθειά σου. Διαφωνώ με το σχέδιο σου, οπότε μην ~εις σε μένα. 5. δείχνω εκτίμηση σε κάποιον ή κάτι, λαμβάνω σοβαρά υπόψη: Σε ~ (= εκτιμώ). Πάντα ~ει τη γνώμη των φίλων του. Όλοι τον ~ουν και τον φοβούνται. Ενεργεί χωρίς να ~ει τον κίνδυνο/τις συνέπειες (ΑΝΤ. αψηφώ). ● Μτχ.: υπολογισμένος , η, ο: που έχει υπολογιστεί συνήθ. με ακρίβεια· κατ' επέκτ. προμελετημένος. ~η: τιμή. ~ο: κόστος. Καλά ~ες (= μελετημένες) κινήσεις.|| ~η: ενέργεια. Πβ. προσχεδιασμένος. ● ΦΡ.: δεν υπολογίζει κανένα(ν) (και τίποτα): για κάποιον που βάζει πάνω από όλα τον εαυτό του και τις επιθυμίες του ή είναι αδίστακτος: ~ ~ προκειμένου να πετύχει τους στόχους του. [< αρχ. ὑπολογίζομαι, αγγλ. calculate, γαλλ. calculer]
53826υπολογίσιμος, η, ο [ὑπολογίσιμος] υ-πο-λο-γί-σι-μος επίθ. 1. (μτφ.) αξιοπρόσεκτος, σημαντικός: ~ος: αντίπαλος/αριθμός (ανθρώπων)/παράγοντας. ~η: βοήθεια/δύναμη/ποσότητα. Υπερέχει σε ~ο βαθμό. Πβ. αξιόλογος. ΣΥΝ. σεβαστός (2) 2. μετρήσιμος: ~η: συνάρτηση. ΣΥΝ. σταθμητός [< γαλλ. calculable]
53827υπολογισμός[ὑπολογισμός] υ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσδιορισμός ενός μεγέθους συνήθ. με μαθηματικές πράξεις: ~ κόστους/τόκου/υπολοίπου/ΦΠΑ. ~ του αριθμού (των αποφοίτων/θερμίδων). ~ της αξίας (ακινήτου/οικοπέδου)/αποζημίωσης/απόστασης/δόσης/ποσότητας/σύνταξης. ~ των δαπανών/εισφορών/κερδών/μορίων/τελών (κυκλοφορίας). Επιστημονικοί ~οί. Μέθοδος/τρόπος ~ού. Κάνω ~ούς. Πβ. λογαριασμός, μέτρηση. Βλ. προϋπολογισμός, επαν~, συν~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Θεωρία ~ού. || (ΦΥΣ.) βλ. ab initio. 2. {συνήθ. στον πληθ.} εκτίμηση μιας κατάστασης, συλλογισμός για την εξαγωγή συμπεράσματος: ~ των συνεπειών. Βάσει ~ών/με βάση/σύμφωνα με πρόχειρους ~ούς/τους ~ούς μου, το έργο θα ολοκληρωθεί εντός του έτους. Έπεσα έξω στους ~ούς μου (: δεν επαληθεύτηκαν οι εκτιμήσεις μου). Πβ. αποτίμηση, ζύγισμα. 3. (μτφ.) ιδιοτελής, υστερόβουλη σκέψη: Τον υποστήριξε στον καβγά από ~ό. Πβ. σκοπιμότητα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑπολογισμός ‘λογαριασμός, εξέταση’, γαλλ. calcul, αγγλ. calculation]
53828υπολογιστής[ὑπολογιστής] υ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή η οποία εκτελεί αυτόματα μαθηματικούς υπολογισμούς και επεξεργάζεται δεδομένα βάσει προκαθορισμένων εντολών· συνήθ. ειδικότ. ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ): αναλογικός/υβριδικός/ψηφιακός ~.|| Επιτραπέζιος (= ντέσκτοπ)/μαθητικός ~. Γραφικά/μνήμη ~ή. Αναβάθμιση/άνοιγμα/ιός/κλείσιμο/λογισμικό/(κεντρική) μονάδα/οθόνη/πληκτρολόγιο/σκληρός δίσκος/φορμάτ του ~ή. Ζητείται γραμματέας με γνώσεις ~ή. Υλικό του ~ή (= υλισμικό). Πβ. κομπιούτερ. Βλ. νέτμπουκ, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιστήμη των Υπολογιστών: Πληροφορική. [< αγγλ. computer science, 1961] , κεντρικός υπολογιστής: που επεξεργάζεται πληροφορίες που λαμβάνει από άλλους υπολογιστές με τους οποίους συνδέεται., μοριακοί υπολογιστές: που μιμούνται τη λειτουργία βιολογικών μορίων και έχουν μεγάλη επεξεργαστική ισχύ. [< αγγλ. molecular computers] , ξένιος υπολογιστής: υπολογιστικό σύστημα που παρέχει υπηρεσίες σε άλλους υπολογιστές. Βλ. τερματικό. [< αμερικ. host (computer), 1966] , προσωπικός υπολογιστής: που προορίζεται για ατομική χρήση στο γραφείο ή/και στο σπίτι: φορητός ~ ~. ΣΥΝ. πι-σι & πισί [< αμερικ. personal computer (PC), 1959] , υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι: που χρησιμοποιούνται από χάκερ εν αγνοία του χρήστη τους. [< αμερικ. zombie computers, 1999] , υπολογιστής παλάμης/χειρός & (σπάν.) υπολογιστής χεριού: υπολογιστής με διαστάσεις που επιτρέπουν στον κάτοχό του να τον χρησιμοποιεί κρατώντας τον στο χέρι του. ΣΥΝ. παλμ-τοπ [< αμερικ. palmtop, 1987] , υπολογιστής τσέπης 1. μικροϋπολογιστής χειρός, συνήθ. χωρίς πληκτρολόγιο, στον οποίο η εισαγωγή δεδομένων πραγματοποιείται μέσω μιας γραφίδας που επικοινωνεί απευθείας με την οθόνη: Το νέο κινητό τηλέφωνο λειτουργεί και ως ~ ~. 2. κομπιουτεράκι. [< αγγλ. pocket PC] , υπολογιστής-ταμπλέτα: ΤΕΧΝΟΛ. φορητός υπολογιστής σε μέγεθος ατζέντας με οθόνη αφής και ασύρματη πρόσβαση στο διαδίκτυο. ΣΥΝ. τάμπλετ [< αμερικ. tablet PC, 2001] , φορητός (ηλεκτρονικός) υπολογιστής: υπολογιστής μικρών διαστάσεων που μεταφέρεται εύκολα και έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί με μπαταρία. ΣΥΝ. λάπτοπ [< αμερικ. portable computer, 1984] [< αγγλ. calculator, computer]
53829υπολογιστής, υπολογίστρια[ὑπολογιστής] υ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κοιτάζει πρώτα από όλα το προσωπικό του συμφέρον, που ενεργεί με ιδιοτελή κίνητρα: Είναι φιλόδοξη και ψυχρή ~τρια. Πβ. υστερόβουλος, ωφελιμιστής. ΣΥΝ. συμφεροντολόγος [< γαλλ. calculateur]
53830υπολογιστικός, ή, ό [ὑπολογιστικός] υ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον υπολογισμό ή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: ~ός: χρόνος. ~ή: ικανότητα. ~ό: μοντέλο. ~οί: πίνακες. (επιστ.) ~ή: άλγεβρα/βιολογία/μηχανική/στατιστική/υδραυλική/φυσική/χημεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: εξοπλισμός. ~ή: νοημοσύνη/πολυπλοκότητα/προσομοίωση. ~ό: δίκτυο/κέντρο/κόστος (: χρόνος επεξεργασίας σε Η/Υ)/πλέγµα. ~οί: πόροι. ~ά: συστήματα. Βλ. μικροϋπολογιστ-, προϋπολογιστ-ικός. 2. που αποβλέπει στο προσωπικό συμφέρον, υστερόβουλος: ~ός: νους. Πβ. συμφεροντολογ-, ωφελιμιστ-ικός. ● επίρρ.: υπολογιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστική επιστήμη: ΜΑΘ. -ΠΛΗΡΟΦ. αυτή που περιλαμβάνει τη μαθηματική μοντελοποίηση φαινομένων, τις αριθμητικές μεθόδους για επιστημονικούς υπολογισμούς και την επιστημονική οπτικοποίηση: ~ ~ των υλικών. [< αγγλ. computational science] , υπολογιστική μηχανή (επιστ.): συσκευή αυτόματης εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων. Πβ. αριθμομηχανή, κομπιουτεράκι. [< αγγλ. calculating machine] , υπολογιστικό νέφος: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακή κεντρική διάθεση υπολογιστικών πόρων. Βλ. ιμέιλ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [< αμερικ. cloud computing, 1996] , αξονική/υπολογιστική τομογραφία βλ. τομογραφία, υπολογιστική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, υπολογιστική όραση βλ. όραση, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< 2: γαλλ. calculateur]
53831υπόλογος, η, ο [ὑπόλογος] υ-πό-λο-γος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. που πρέπει να απολογηθεί για πράξεις του, να λογοδοτήσει: ~ απέναντι στον λαό/ενώπιον της δικαιοσύνης. ~ για εγκλήματα πολέμου/υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Βλ. υπαίτιος, υπεύθυνος. 2. που φέρει την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης: (ως ουσ.) ο ~ του έργου. Πβ. διατάκτης. [< πβ. αρχ. ὑπόλογος ‘αυτός που πρέπει να υπολογιστεί, να ληφθεί υπόψη’]
53070υπόλογος

, ος/α, ο [ὑπέγγυος] υ-πέγ-γυ-ος επίθ.: ΝΟΜ. (για πρόσ.) εγγυητής· (για πράγμα) που παρέχεται ως εγγύηση: Ο ενοικιαστής του σπιτιού είναι ~ για ζημιές που θα προκληθούν από τον ίδιο. Πβ. υπόλογος.|| ~α: ακίνητα. [< αρχ. ὑπέγγυος]

53832υπόλοιπος, η, ο [ὑπόλοιπος] υ-πό-λοι-πος επίθ.: που απομένει, που υπολείπεται από ένα σύνολο: ειδήσεις από τον ~ο κόσμο. Τα ~α παιδιά (= όλα τα άλλα). Πλήρωσα τη δόση του δανείου και αποταμίευσα τα ~α χρήματα. Πβ. λοιπός.|| (ως ουσ.) Φύγε τώρα και τα ~α θα τα πούμε μετά. Είναι άδικο εμείς να δουλεύουμε και οι ~οι να κάθονται. ● Ουσ.: υπόλοιπο (το): αυτό που μένει (ως περίσσευμα): οφειλόμενο ~. ~ του λογαριασμού/χρόνου ομιλίας.|| (ΜΑΘ.) Το ~ της αφαίρεσης/διαίρεσης. Βλ. κρατούμενο.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Πιστωτικό/ταμειακό/χρεωστικό ~. ~ κερδών. [< αρχ. ὑπόλοιπον, γαλλ. reliquat] ● ΦΡ.: τα υπόλοιπα είναι ιστορία βλ. ιστορία [< αρχ. ὑπόλοιπος, γαλλ. reste]
53833υπολοχαγός[ὑπολοχαγός] υ-πο-λο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον ανθυπολοχαγό και κατώτερος από τον λοχαγό. [< αρχ. ὑπολόχαγος]
53834υπομανία[ὑπομανία] υ-πο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ελαφρά μορφή μανίας. Βλ. -μανία. [< γερμ. Hypomanie, αγγλ. hypomania, γαλλ. hypomanie]
53835υπομειδίαμα[ὑπομειδίαμα] υ-πο-μει-δί-α-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αχνό χαμόγελο: ειρωνικό ~.
53836υπομειδιώ[ὑπομειδιῶ] υ-πο-μει-δι-ώ ρ. (αμτβ.) {υπομειδι-άς ... | υπομειδί-ασε, -ώντας} (λόγ.): χαμογελώ ελαφρά. [< αρχ. ὑπομειδιῶ]
53837υπομενού[ὑπομενού] υ-πο-με-νού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. δευτερεύουσα λίστα επιλογών που εμφανίζεται, όταν τοποθετείται το βέλος σε μία επιλογή του κυρίως μενού: δημιουργία ~. [< αγγλ. submenu]
53838υπομένω[ὑπομένω] υ-πο-μέ-νω ρ. (μτβ.) {υπέμεινα (προφ.) υπόμεινα, υπομείνω, υπομέν-οντας}: δέχομαι αδιαμαρτύρητα μια αρνητική κατάσταση, ανέχομαι: Υπέμεινε αγόγγυστα/καρτερικά/στωικά το μαρτύριο. Έχει υπομείνει τα πάνδεινα. ΣΥΝ. υποφέρω (2) [< αρχ. ὑπομένω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.