Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54320-54340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53829υπολογιστής, υπολογίστρια[ὑπολογιστής] υ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κοιτάζει πρώτα από όλα το προσωπικό του συμφέρον, που ενεργεί με ιδιοτελή κίνητρα: Είναι φιλόδοξη και ψυχρή ~τρια. Πβ. υστερόβουλος, ωφελιμιστής. ΣΥΝ. συμφεροντολόγος [< γαλλ. calculateur]
53830υπολογιστικός, ή, ό [ὑπολογιστικός] υ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον υπολογισμό ή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: ~ός: χρόνος. ~ή: ικανότητα. ~ό: μοντέλο. ~οί: πίνακες. (επιστ.) ~ή: άλγεβρα/βιολογία/μηχανική/στατιστική/υδραυλική/φυσική/χημεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: εξοπλισμός. ~ή: νοημοσύνη/πολυπλοκότητα/προσομοίωση. ~ό: δίκτυο/κέντρο/κόστος (: χρόνος επεξεργασίας σε Η/Υ)/πλέγµα. ~οί: πόροι. ~ά: συστήματα. Βλ. μικροϋπολογιστ-, προϋπολογιστ-ικός. 2. που αποβλέπει στο προσωπικό συμφέρον, υστερόβουλος: ~ός: νους. Πβ. συμφεροντολογ-, ωφελιμιστ-ικός. ● επίρρ.: υπολογιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστική επιστήμη: ΜΑΘ. -ΠΛΗΡΟΦ. αυτή που περιλαμβάνει τη μαθηματική μοντελοποίηση φαινομένων, τις αριθμητικές μεθόδους για επιστημονικούς υπολογισμούς και την επιστημονική οπτικοποίηση: ~ ~ των υλικών. [< αγγλ. computational science] , υπολογιστική μηχανή (επιστ.): συσκευή αυτόματης εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων. Πβ. αριθμομηχανή, κομπιουτεράκι. [< αγγλ. calculating machine] , υπολογιστικό νέφος: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακή κεντρική διάθεση υπολογιστικών πόρων. Βλ. ιμέιλ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [< αμερικ. cloud computing, 1996] , αξονική/υπολογιστική τομογραφία βλ. τομογραφία, υπολογιστική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, υπολογιστική όραση βλ. όραση, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< 2: γαλλ. calculateur]
53831υπόλογος, η, ο [ὑπόλογος] υ-πό-λο-γος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. που πρέπει να απολογηθεί για πράξεις του, να λογοδοτήσει: ~ απέναντι στον λαό/ενώπιον της δικαιοσύνης. ~ για εγκλήματα πολέμου/υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Βλ. υπαίτιος, υπεύθυνος. 2. που φέρει την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης: (ως ουσ.) ο ~ του έργου. Πβ. διατάκτης. [< πβ. αρχ. ὑπόλογος ‘αυτός που πρέπει να υπολογιστεί, να ληφθεί υπόψη’]
53070υπόλογος

, ος/α, ο [ὑπέγγυος] υ-πέγ-γυ-ος επίθ.: ΝΟΜ. (για πρόσ.) εγγυητής· (για πράγμα) που παρέχεται ως εγγύηση: Ο ενοικιαστής του σπιτιού είναι ~ για ζημιές που θα προκληθούν από τον ίδιο. Πβ. υπόλογος.|| ~α: ακίνητα. [< αρχ. ὑπέγγυος]

53832υπόλοιπος, η, ο [ὑπόλοιπος] υ-πό-λοι-πος επίθ.: που απομένει, που υπολείπεται από ένα σύνολο: ειδήσεις από τον ~ο κόσμο. Τα ~α παιδιά (= όλα τα άλλα). Πλήρωσα τη δόση του δανείου και αποταμίευσα τα ~α χρήματα. Πβ. λοιπός.|| (ως ουσ.) Φύγε τώρα και τα ~α θα τα πούμε μετά. Είναι άδικο εμείς να δουλεύουμε και οι ~οι να κάθονται. ● Ουσ.: υπόλοιπο (το): αυτό που μένει (ως περίσσευμα): οφειλόμενο ~. ~ του λογαριασμού/χρόνου ομιλίας.|| (ΜΑΘ.) Το ~ της αφαίρεσης/διαίρεσης. Βλ. κρατούμενο.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Πιστωτικό/ταμειακό/χρεωστικό ~. ~ κερδών. [< αρχ. ὑπόλοιπον, γαλλ. reliquat] ● ΦΡ.: τα υπόλοιπα είναι ιστορία βλ. ιστορία [< αρχ. ὑπόλοιπος, γαλλ. reste]
53833υπολοχαγός[ὑπολοχαγός] υ-πο-λο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον ανθυπολοχαγό και κατώτερος από τον λοχαγό. [< αρχ. ὑπολόχαγος]
53834υπομανία[ὑπομανία] υ-πο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ελαφρά μορφή μανίας. Βλ. -μανία. [< γερμ. Hypomanie, αγγλ. hypomania, γαλλ. hypomanie]
53835υπομειδίαμα[ὑπομειδίαμα] υ-πο-μει-δί-α-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αχνό χαμόγελο: ειρωνικό ~.
53836υπομειδιώ[ὑπομειδιῶ] υ-πο-μει-δι-ώ ρ. (αμτβ.) {υπομειδι-άς ... | υπομειδί-ασε, -ώντας} (λόγ.): χαμογελώ ελαφρά. [< αρχ. ὑπομειδιῶ]
53837υπομενού[ὑπομενού] υ-πο-με-νού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. δευτερεύουσα λίστα επιλογών που εμφανίζεται, όταν τοποθετείται το βέλος σε μία επιλογή του κυρίως μενού: δημιουργία ~. [< αγγλ. submenu]
53838υπομένω[ὑπομένω] υ-πο-μέ-νω ρ. (μτβ.) {υπέμεινα (προφ.) υπόμεινα, υπομείνω, υπομέν-οντας}: δέχομαι αδιαμαρτύρητα μια αρνητική κατάσταση, ανέχομαι: Υπέμεινε αγόγγυστα/καρτερικά/στωικά το μαρτύριο. Έχει υπομείνει τα πάνδεινα. ΣΥΝ. υποφέρω (2) [< αρχ. ὑπομένω]
53839υπομετάλλαξη[ὑπομετάλαξη] υ-πο-με-τάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. υποπαραλλαγή.
53840υπομηχανικός[ὑπομηχανικός] υ-πο-μη-χα-νι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανικός που είναι απόφοιτος Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος: πολιτικός ~. [< γαλλ. ingénieur adjoint]
53841υπομιμνήσκω[ὑπομιμνήσκω] υ-πο-μι-μνή-σκω ρ. (μτβ.) {υπέμνη-σε, υπομνή-σθηκε (λογιότ.) υπεμνήσθη, -σθεί} (λόγ.): υπενθυμίζω: Επιβάλλεται/πρέπει να ~σθεί ότι ... [< αρχ. ὑπομιμνήσκω]
53842υπομισθώνω[ὑπομισθώνω] υ-πο-μι-σθώ-νω ρ. (μτβ.) {υπομίσθω-σα}: ΝΟΜ. υπενοικιάζω. ΣΥΝ. υπεκμισθώνω
53843υπομίσθωση[ὑπομίσθωση] υ-πο-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υπενοικίαση: συμφωνητικό μερικής/ολικής ~ης εργαζομένων/καταστημάτων. ΣΥΝ. υπεκμίσθωση [< μτγν. ὑπομίσθωσις]
53844υπομισθωτής[ὑπομισθωτής] υ-πο-μι-σθω-τής ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. υπενοικιαστής. ΣΥΝ. υπεκμισθωτής [< μτγν. ὑπομισθωτής]
53845υπόμνημα[ὑπόμνημα] υ-πό-μνη-μα ουσ. (ουδ.) {υπομνήμ-ατα} 1. κείμενο ή γραπτή αναφορά που περιέχει στοιχεία, απόψεις, προτάσεις σχετικά με ένα θέμα και κατατίθεται σε επίσημο πρόσωπο ή Αρχή: απολογητικό/ενημερωτικό ~. ~ διαμαρτυρίας. Επιστολή-~. Ο περιφερειάρχης επέδωσε/κατέθεσε/παρέδωσε/υπέβαλε ~ προς την κυβέρνηση/στον (πρωθ)υπουργό. Με το παρόν ~ επισημαίνουμε ότι ... Πβ. μνημόνιο.|| Βιογραφικό (βλ. βιογραφικό σημείωμα)/εργοβιογραφικό ~. Αναλυτικό ~ (επιστημονικών) εργασιών.|| (ΝΟΜ., στο διεθνές δίκαιο:) ~ στον ΟΗΕ. Πβ. μεμοράντουμ. 2. ΦΙΛΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} ερμηνευτικά σχόλια σε επιστημονική έκδοση κειμένου, συνήθ. αρχαίου συγγραφέα: ~ατα στον Όμηρο. 3. (γενικότ.) σύνολο πληροφοριών με διευκρινιστικό χαρακτήρα: ~ χάρτη. ● ΣΥΜΠΛ.: κριτικό υπόμνημα: ΦΙΛΟΛ. συμπληρωματικές πληροφορίες σε έκδοση, συνήθ. παλαιότερου κειμένου, για τη χειρόγραφη παράδοσή του καθώς και για φιλολογικές επεμβάσεις ή διορθώσεις. [< λατ. apparatus criticus] [< αρχ. ὑπόμνημα]
53846υπομνηματίζω[ὑπομνηματίζω] υ-πο-μνη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπομνημάτι-σε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος}: ΦΙΛΟΛ. συντάσσω ερμηνευτικά ή κριτικά σχόλια, συνήθ. για κείμενο· κατ' επέκτ. εξηγώ, αποσαφηνίζω: ~σμένη: έκδοση. Πβ. σχολιάζω.|| (σπάν.) Oι φωτογραφίες ~ουν (= επεξηγούν) εύγλωττα το κείμενο. [< μτγν. ὑπομνηματίζομαι]
53847υπομνηματισμός[ὑπομνηματισμός] υ-πο-μνη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. σύνταξη ερμηνευτικών ή κριτικών σχολίων: Το κείμενο συνοδεύεται από ~ό. Πβ. σχολιασμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑπομνηματισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.