| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53839 | υπομετάλλαξη | [ὑπομετάλαξη] υ-πο-με-τάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. υποπαραλλαγή. | |
| 53840 | υπομηχανικός | [ὑπομηχανικός] υ-πο-μη-χα-νι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανικός που είναι απόφοιτος Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος: πολιτικός ~. [< γαλλ. ingénieur adjoint] | |
| 53841 | υπομιμνήσκω | [ὑπομιμνήσκω] υ-πο-μι-μνή-σκω ρ. (μτβ.) {υπέμνη-σε, υπομνή-σθηκε (λογιότ.) υπεμνήσθη, -σθεί} (λόγ.): υπενθυμίζω: Επιβάλλεται/πρέπει να ~σθεί ότι ... [< αρχ. ὑπομιμνήσκω] | |
| 53842 | υπομισθώνω | [ὑπομισθώνω] υ-πο-μι-σθώ-νω ρ. (μτβ.) {υπομίσθω-σα}: ΝΟΜ. υπενοικιάζω. ΣΥΝ. υπεκμισθώνω | |
| 53843 | υπομίσθωση | [ὑπομίσθωση] υ-πο-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υπενοικίαση: συμφωνητικό μερικής/ολικής ~ης εργαζομένων/καταστημάτων. ΣΥΝ. υπεκμίσθωση [< μτγν. ὑπομίσθωσις] | |
| 53844 | υπομισθωτής | [ὑπομισθωτής] υ-πο-μι-σθω-τής ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. υπενοικιαστής. ΣΥΝ. υπεκμισθωτής [< μτγν. ὑπομισθωτής] | |
| 53845 | υπόμνημα | [ὑπόμνημα] υ-πό-μνη-μα ουσ. (ουδ.) {υπομνήμ-ατα} 1. κείμενο ή γραπτή αναφορά που περιέχει στοιχεία, απόψεις, προτάσεις σχετικά με ένα θέμα και κατατίθεται σε επίσημο πρόσωπο ή Αρχή: απολογητικό/ενημερωτικό ~. ~ διαμαρτυρίας. Επιστολή-~. Ο περιφερειάρχης επέδωσε/κατέθεσε/παρέδωσε/υπέβαλε ~ προς την κυβέρνηση/στον (πρωθ)υπουργό. Με το παρόν ~ επισημαίνουμε ότι ... Πβ. μνημόνιο.|| Βιογραφικό (βλ. βιογραφικό σημείωμα)/εργοβιογραφικό ~. Αναλυτικό ~ (επιστημονικών) εργασιών.|| (ΝΟΜ., στο διεθνές δίκαιο:) ~ στον ΟΗΕ. Πβ. μεμοράντουμ. 2. ΦΙΛΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} ερμηνευτικά σχόλια σε επιστημονική έκδοση κειμένου, συνήθ. αρχαίου συγγραφέα: ~ατα στον Όμηρο. 3. (γενικότ.) σύνολο πληροφοριών με διευκρινιστικό χαρακτήρα: ~ χάρτη. ● ΣΥΜΠΛ.: κριτικό υπόμνημα: ΦΙΛΟΛ. συμπληρωματικές πληροφορίες σε έκδοση, συνήθ. παλαιότερου κειμένου, για τη χειρόγραφη παράδοσή του καθώς και για φιλολογικές επεμβάσεις ή διορθώσεις. [< λατ. apparatus criticus] [< αρχ. ὑπόμνημα] | |
| 53846 | υπομνηματίζω | [ὑπομνηματίζω] υ-πο-μνη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπομνημάτι-σε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος}: ΦΙΛΟΛ. συντάσσω ερμηνευτικά ή κριτικά σχόλια, συνήθ. για κείμενο· κατ' επέκτ. εξηγώ, αποσαφηνίζω: ~σμένη: έκδοση. Πβ. σχολιάζω.|| (σπάν.) Oι φωτογραφίες ~ουν (= επεξηγούν) εύγλωττα το κείμενο. [< μτγν. ὑπομνηματίζομαι] | |
| 53847 | υπομνηματισμός | [ὑπομνηματισμός] υ-πο-μνη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. σύνταξη ερμηνευτικών ή κριτικών σχολίων: Το κείμενο συνοδεύεται από ~ό. Πβ. σχολιασμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑπομνηματισμός] | |
| 53848 | υπομνηματιστής | [ὑπομνηματιστής] υ-πο-μνη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. αυτός που κάνει υπομνηματισμό: ~ του Ομήρου. Πβ. σχολιαστής. [< μτγν. ὑπομνηματιστής] | |
| 53849 | υπόμνηση | [ὑπόμνηση] υ-πό-μνη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπενθύμιση: διαρκής ~ του παρελθόντος/των υποχρεώσεών του. [< αρχ. ὑπόμνησις] | |
| 53850 | υπομνηστικός | , ή, ό [ὑπομνηστικός] υ-πο-μνη-στι-κός επίθ. (λόγ.): που υπενθυμίζει: ~ή: επιστολή. ~ό: έγγραφο. [< μτγν. ὑπομνηστικός] | |
| 53851 | υπομοίραρχος | [ὑπομοίραρχος] υ-πο-μοί-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αξιωματικός της Χωροφυλακής· αντιστοιχεί στον υπαστυνόμο Α' της σημερινής Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. ανθ~. [< γαλλ. lieutenant de gendarmerie] | |
| 53852 | υπομονάδα | [ὑπομονάδα] υ-πο-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. αυτοτελής μονάδα ενός υπολογιστικού προγράμματος η οποία εξαρτάται από άλλες μονάδες: ~ επέκτασης μνήμης. ~ες λογισμικού. 2. ΒΙΟΛ. συστατικό από το οποίο αποτελείται μια δομή: πρωτεϊνική ~. [< 1: αγγλ. module, 1963 2: αγγλ. subunit] | |
| 53853 | υπομονετικός | , ή, ό [ὑπομονετικός] υ-πο-μο-νε-τι-κός επίθ.: που διαθέτει υπομονή: Είναι πολύ ~ με τα παιδιά. ΣΥΝ. καρτερικός ΑΝΤ. ανυπόμονος ● επίρρ.: υπομονετικά [< αρχ. ὑπομονητικός] | |
| 53854 | υπομονετικότητα | [ὑπομονετικότητα] υ-πο-μο-νε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπομονετικού: Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού απαιτεί ~. Πβ. καρτερικότητα, υπομονή. Βλ. -ότητα. | |
| 53855 | υπομονή | [ὑπομονή] υ-πο-μο-νή ουσ. (θηλ.): ανοχή και ηρεμία που επιδεικνύει κάποιος σε δύσκολες ή επώδυνες καταστάσεις: Κάνω ~. Η ~ μου εξαντλήθηκε. Εφοδιασμένος/οπλισμένος με ~. Κάτσε ήσυχος, γιατί θα χάσω την ~ μου. ~, θα φτιάξουν τα πράγματα. Η ~ έχει και τα όριά της. Χρειάζεται μεγάλα/τεράστια αποθέματα ~ής, για να τον αντέξει κανείς. Πβ. καρτερία.|| (μτφ.) Είναι τέρας ~ής (: εξαιρετικά υπομονετικός). ΣΥΝ. εγκαρτέρηση ΑΝΤ. ανυπομονησία ● ΣΥΜΠΛ.: γαϊδουρινή υπομονή βλ. γαϊδουρινός, ιώβεια υπομονή βλ. ιώβειος ● ΦΡ.: είναι της υπομονής (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ενεργεί ή κάτι γίνεται ή λειτουργεί με πολύ αργούς ρυθμούς: Η εξυπηρέτηση σε αυτό το εστιατόριο ~ ~., χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου βλ. χαρά [< αρχ. ὑπομονή] | |
| 53856 | υπομόχλιο | [ὑπομόχλιο] υ-πο-μό-χλι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. σταθερό σημείο στο οποίο στηρίζεται ή γύρω από το οποίο περιστρέφεται ένας μοχλός. 2. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί ως στήριγμα: ~ της ανάπτυξης. [< 1: αρχ. ὑπομόχλιον] | |
| 53857 | υποναύαρχος | [ὑποναύαρχος] υ-πο-ναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον αρχιπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιναύαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον υποπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. [< γαλλ. vice-amiral] | |
| 53858 | υπονόημα | [ὑπονόημα] υ-πο-νό-η-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. σημασία που υπονοείται σε ένα εκφώνημα με βάση την περίσταση επικοινωνίας, χωρίς να εκφράζεται άμεσα ή να συνεπάγεται λογικά: συνομιλιακό ~: π.χ. -Τι έχει η τηλεόραση απόψε; -Τίποτα (: τίποτα αξιόλογο). [< αρχ. ὑπονόημα 'υπόθεση', αγγλ. implicature, 1968] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ