Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54340-54360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53848υπομνηματιστής[ὑπομνηματιστής] υ-πο-μνη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. αυτός που κάνει υπομνηματισμό: ~ του Ομήρου. Πβ. σχολιαστής. [< μτγν. ὑπομνηματιστής]
53849υπόμνηση[ὑπόμνηση] υ-πό-μνη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπενθύμιση: διαρκής ~ του παρελθόντος/των υποχρεώσεών του. [< αρχ. ὑπόμνησις]
53850υπομνηστικός, ή, ό [ὑπομνηστικός] υ-πο-μνη-στι-κός επίθ. (λόγ.): που υπενθυμίζει: ~ή: επιστολή. ~ό: έγγραφο. [< μτγν. ὑπομνηστικός]
53851υπομοίραρχος[ὑπομοίραρχος] υ-πο-μοί-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αξιωματικός της Χωροφυλακής· αντιστοιχεί στον υπαστυνόμο Α' της σημερινής Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. ανθ~. [< γαλλ. lieutenant de gendarmerie]
53852υπομονάδα[ὑπομονάδα] υ-πο-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. αυτοτελής μονάδα ενός υπολογιστικού προγράμματος η οποία εξαρτάται από άλλες μονάδες: ~ επέκτασης μνήμης. ~ες λογισμικού. 2. ΒΙΟΛ. συστατικό από το οποίο αποτελείται μια δομή: πρωτεϊνική ~. [< 1: αγγλ. module, 1963 2: αγγλ. subunit]
53853υπομονετικός, ή, ό [ὑπομονετικός] υ-πο-μο-νε-τι-κός επίθ.: που διαθέτει υπομονή: Είναι πολύ ~ με τα παιδιά. ΣΥΝ. καρτερικός ΑΝΤ. ανυπόμονος ● επίρρ.: υπομονετικά [< αρχ. ὑπομονητικός]
53854υπομονετικότητα[ὑπομονετικότητα] υ-πο-μο-νε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπομονετικού: Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού απαιτεί ~. Πβ. καρτερικότητα, υπομονή. Βλ. -ότητα.
53855υπομονή[ὑπομονή] υ-πο-μο-νή ουσ. (θηλ.): ανοχή και ηρεμία που επιδεικνύει κάποιος σε δύσκολες ή επώδυνες καταστάσεις: Κάνω ~. Η ~ μου εξαντλήθηκε. Εφοδιασμένος/οπλισμένος με ~. Κάτσε ήσυχος, γιατί θα χάσω την ~ μου. ~, θα φτιάξουν τα πράγματα. Η ~ έχει και τα όριά της. Χρειάζεται μεγάλα/τεράστια αποθέματα ~ής, για να τον αντέξει κανείς. Πβ. καρτερία.|| (μτφ.) Είναι τέρας ~ής (: εξαιρετικά υπομονετικός). ΣΥΝ. εγκαρτέρηση ΑΝΤ. ανυπομονησία ● ΣΥΜΠΛ.: γαϊδουρινή υπομονή βλ. γαϊδουρινός, ιώβεια υπομονή βλ. ιώβειος ● ΦΡ.: είναι της υπομονής (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ενεργεί ή κάτι γίνεται ή λειτουργεί με πολύ αργούς ρυθμούς: Η εξυπηρέτηση σε αυτό το εστιατόριο ~ ~., χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου βλ. χαρά [< αρχ. ὑπομονή]
53856υπομόχλιο[ὑπομόχλιο] υ-πο-μό-χλι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. σταθερό σημείο στο οποίο στηρίζεται ή γύρω από το οποίο περιστρέφεται ένας μοχλός. 2. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί ως στήριγμα: ~ της ανάπτυξης. [< 1: αρχ. ὑπομόχλιον]
53857υποναύαρχος[ὑποναύαρχος] υ-πο-ναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον αρχιπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιναύαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον υποπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. [< γαλλ. vice-amiral]
53858υπονόημα[ὑπονόημα] υ-πο-νό-η-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. σημασία που υπονοείται σε ένα εκφώνημα με βάση την περίσταση επικοινωνίας, χωρίς να εκφράζεται άμεσα ή να συνεπάγεται λογικά: συνομιλιακό ~: π.χ. -Τι έχει η τηλεόραση απόψε; -Τίποτα (: τίποτα αξιόλογο). [< αρχ. ὑπονόημα 'υπόθεση', αγγλ. implicature, 1968]
53859υπόνοια[ὑπόνοια] υ-πό-νοι-α ουσ. (θηλ.): εντύπωση ή εικασία ότι κάτι, συνήθ. αρνητικό, είναι πραγματικότητα, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί: Η στάση του αφήνει σαφείς ~ες ότι είναι ένοχος. Έχει βάσιμες/εύλογες/σοβαρές ~ες ότι τον εξαπάτησαν. ΣΥΝ. υποψία (1) [< αρχ. ὑπόνοια]
53860υπονόμευση[ὑπονόμευση] υ-πο-νό-μευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπονομεύω: μεθοδευμένη/συστηματική ~. ~ των δικαιωμάτων (των εργαζομένων)/θεσμών. Πβ. σαμποτάζ, σαμποτάρισμα, φαλκίδευση. Βλ. υποδαύλιση. ΣΥΝ. ναρκοθέτηση (2) [< γαλλ. sapement]
53861υπονομευτής[ὑπονομευτής] υ-πο-νο-μευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. υπονομεύτρια} αυτός που υπονομεύει: ~ές των εθνικών συμφερόντων. Πβ. προβοκάτορας. ΣΥΝ. σαμποταριστής (1) 2. ΖΩΟΛ. φυλλορύκτης: ~ της μηλιάς. [< πβ. μτγν. ὑπονομευτής 'εργάτης υπόγειων υδραγωγών' 2: γαλλ. hyponomeute]
53862υπονομευτικός, ή, ό [ὑπονομευτικός] υ-πο-νο-μευ-τι-κός επίθ.: που υπονομεύει: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση. ~ές: δηλώσεις/ενέργειες. Πβ. προβοκατόρικος. ● επίρρ.: υπονομευτικά
53863υπονομεύω[ὑπονομεύω] υ-πο-νο-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπονόμευ-σε, υπονομεύ-σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: ενεργώ με ύπουλο τρόπο προκειμένου να βλάψω κάποιον ή κάτι: Οι ανταγωνιστές του ~ουν συνειδητά/συστηματικά την ακεραιότητα/την αξιοπιστία/το κύρος του. Η κακή διατροφή ~ει την υγεία. Ενέργειες που ~ουν τους δημοκρατικούς θεσμούς/την κοινωνική συνοχή/την προσπάθεια (ανάκαμψης/ανασυγκρότησης)/τα συμφέροντα της χώρας. Πβ. δυναμιτίζω, επιβουλεύομαι, υποσκάπτω. Βλ. υποβλέπω. ΣΥΝ. ναρκοθετώ (2), σαμποτάρω (1), φαλκιδεύω [< μτγν. ὑπονομεύω ‘σκάβω, υποκινώ κρυφά’, γαλλ. saper]
53864υπόνομος[ὑπόνομος] υ-πό-νο-μος ουσ. (αρσ.) {υπονόμ-ου} 1. υπόγειο σύστημα αγωγών όπου διοχετεύονται κυρ. τα όμβρια ύδατα και τα αστικά λύματα: δίκτυο/σχάρες/φρεάτια ~ων. Πβ. καταβόθρα, μπούκα, οχετός. Βλ. βόθρος.|| Αρουραίος των ~ων. 2. υπόγειο όρυγμα ή στοά όπου τοποθετούνται εκρηκτικές ύλες: πυροδότηση των ~ων. Πβ. λαγούμι. [< 1: αρχ. ὑπόνομος]
53865υπονοούμενο[ὑπονοούμενο] υ-πο-νο-ού-με-νο ουσ. (ουδ.): αρνητική συνήθ. αναφορά η οποία γίνεται με έμμεσο, υπαινικτικό τρόπο: ερωτικά/πονηρά/προσβλητικά/ρατσιστικά/σαφή/χυδαία ~α. Με πολλά ~α ... (βλ. αποσιωπητικά). Βλέμμα γεμάτο ~α. Άφησε ~α για ... Πετάει ~α για την εντιμότητά του/σε βάρος του. Πβ. καρφί, μπηχτή, σπόντα.|| (προφ.) Το πιάσαμε το ~ (: καταλάβαμε τι εννοείς). ΣΥΝ. νύξη (1), υπαινιγμός [< μτγν. ὑπονοούμενον, γαλλ. sous-entendu]
53867υπονοώ[ὑπονοῶ] υ-πο-νο-ώ ρ. (μτβ.) {υπονο-είς ... | υπονό-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας}: αναφέρομαι σε κάτι με έμμεσο τρόπο: Τι ~είς; Το δημοσίευμα ~ούσε την εμπλοκή του ... στο σκάνδαλο. Άφησε να ~ηθεί ότι ... ΣΥΝ. υπαινίσσομαι ● Παθ.: υπονοείται: εννοείται: ~ ότι ... Αυτό ~ (: είναι αυτονόητο, εξυπακούεται). ΣΥΝ. εξυπονοείται [< αρχ. ὑπονοῶ ‘υποπτεύομαι, υποθέτω, εικάζω’, γαλλ. sous-entendre]
53868υποξαιμία[ὑποξαιμία] υ-πο-ξαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση του αίματος. Βλ. -αιμία, υποξία. [< αγγλ. hypoxemia, γαλλ. hypoxémie, γερμ. Hypoxämie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.