| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53869 | υπόξανθος | , η, ο [ὑπόξανθος] υ-πό-ξαν-θος επίθ. (λόγ.): ξανθωπός. [< αρχ. ὑπόξανθος] | |
| 53870 | υποξείδιο | [ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas] | |
| 53871 | υποξία | [ὑποξία] υ-πο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση των ιστών: εμβρυϊκή/ιστική ~. ~ του εγκεφάλου. Πβ. ανοξία. Βλ. υποξαιμία. [< αγγλ. hypoxia, 1941, γαλλ. hypoxie, 20ός αι., γερμ. Hypoxie] | |
| 53872 | υπόξινος | , η, ο [ὑπόξινος] υ-πό-ξι-νος επίθ. (λόγ.): ελαφρά ξινός: ~η: γεύση. ~ο: νερό. ΣΥΝ. ξινούτσικος [< γαλλ. acidulé] | |
| 53873 | υποξύς | , εία, ύ [ὑποξύς] υ-πο-ξύς επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για νόσο, πάθηση) που είναι μεταξύ οξείας και χρόνιας κατάστασης: ~ύς: δερματικός ερυθηματώδης λύκος. ~εία: ενδοκαρδίτιδα/θυρεοειδίτιδα.|| ~εία: τοξικότητα. [< αγγλ. subacute] | |
| 53874 | υποοικογένεια | [ὑποοικογένεια] υ-πο-οι-κο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία ζώων και φυτών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από το γένος και κάτω από την οικογένεια. 2. ΓΛΩΣΣ. υποομάδα γλωσσών με κοινά γνωρίσματα, η οποία εντάσσεται σε μια γλωσσική οικογένεια. [< αγγλ. subfamily] | |
| 53875 | υποομάδα | [ὑποομάδα] υ-πο-ο-μά-δα ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση ομάδας, επιμέρους ομάδα: κοινωνική ~. ~ες εργασίας. Η νέα θεραπεία εφαρμόστηκε σε ~ ασθενών. [< αγγλ. subgroup] | |
| 53876 | υποπαράγραφος | [ὑποπαράγραφος] υ-πο-πα-ρά-γρα-φος ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε επίσημα έγγραφα) υποδιαίρεση παραγράφου: τα αναφερόμενα/οριζόμενα στην ~ο ... Πβ. εδάφιο.|| Από την τελευταία ενότητα θα διδαχθεί μόνο η ~ με τίτλο ... Βλ. υποενότητα, υποκεφάλαιο. [< αγγλ. subparagraph] | |
| 53877 | υποπαραθυρεοειδισμός | [ὑποπαραθυρεοειδισμός] υ-πο-πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα χαμηλών επιπέδων παραθορμόνης στο αίμα, η οποία προκαλεί υπασβεστιαιμία: Ο ~ είναι συχνή επιπλοκή της ολικής θυρεοειδεκτομής. Βλ. -ισμός, υπερπαραθυρεοειδισμός. [< αγγλ. hypoparathyroidism, 1910, γαλλ. hypoparathyroïdisme, γερμ. Hypoparathyreoidismus] | |
| 53878 | υποπαραλλαγή | [ὑποπαραλλαγή] υ-πο-πα-ραλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. επιμέρους παραλλαγή: (για τον κορονοϊό) νέα ~ της Όμικρον. Πβ. υπομετάλλαξη. | |
| 53879 | υποπερίοδος | [ὑποπερίοδος] υ-πο-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση περιόδου: (ΓΕΩΛ.) πλειστόκαινη ~. [< αγγλ. subperiod] | |
| 53880 | υποπερίπτωση | [ὑποπερίπτωση] υ-πο-πε-ρί-πτω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε επίσημα έγγραφα) επιμέρους περίπτωση: διατάξεις της ~ης ... | |
| 53881 | υποπεριφέρεια | [ὑποπεριφέρεια] υ-πο-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): τμήμα ευρύτερης περιφέρειας. Βλ. υπερπεριφέρεια. | |
| 53882 | υποπεριφερειακός | , ή, ό [ὑποπεριφερειακός] υ-πο-πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με μια υποπεριφέρεια: ~ή: συνεργασία. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. διαπεριφερειακός. | |
| 53883 | υποπίεση | [ὑποπίεση] υ-πο-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπερπίεση 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για υγρά ή αέρια) ανεπαρκής πίεση: αναρροφητήρας με μεγάλη ~. ~ εισαγωγής/του κινητήρα. Βλ. μανό-, μπαρό-, πιεσό-μετρο. 2. ΦΥΣ. πίεση μικρότερη από την περιβάλλουσα ατμοσφαιρική. | |
| 53884 | υπόπικρος | , η, ο [ὑπόπικρος] υ-πό-πι-κρος επίθ. (λόγ.): κάπως πικρός: ~η: γεύση. Βλ. υπόγλυκος. ΣΥΝ. πικρούτσικος [< μτγν. ὑπόπικρος] | |
| 53885 | υποπίπτω | [ὑποπίπτω] υ-πο-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {υπέπε-σα} (+ σε) (λόγ.): διαπράττω: ~σε σε αδίκημα/ατόπημα/γκάφα/λάθος/παράβαση/σφάλμα (= έσφαλε). Στην αρχική του κατάθεση είχε υποπέσει σε αντιφάσεις.|| (ΑΘΛ.) Ο παίκτης ~σε σε (επιθετικό) φάουλ.|| ~ στον πειρασμό. Πβ. υποκύπτω. ● ΦΡ.: πέφτει στην αντίληψή μου βλ. αντίληψη [< μτγν. ὑποπίπτω ‘πέφτω κάτω, σφάλλω’] | |
| 53886 | υποπλασία | [ὑποπλασία] υ-πο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελλιπής ανάπτυξη οργάνου ή ιστού του σώματος λόγω μείωσης του αριθμού των κυττάρων: νεφρική/πνευμονική ~. ~ του μυελού των οστών. Βλ. απλασία, δυσπλασία. ΑΝΤ. υπερπλασία [< αγγλ. hypoplasia, γαλλ. hypoplasie, 1905, γερμ. Hypoplasie] | |
| 53887 | υποπλαστικός | , ή, ό [ὑποπλαστικός] υ-πο-πλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ιστό ή όργανο του σώματος) που εμφανίζει υποπλασία ή (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: αναιμία/μήτρα. Σύνδρομο ~ής αριστερής καρδιάς/κοιλίας. ΑΝΤ. υπερπλαστικός (1) [< αγγλ. hypoplastic, γαλλ. hypoplasique] | |
| 53888 | υποπλάτιος | , α/ος, ο [ὑποπλάτιος] υ-πο-πλά-τι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την ωμοπλάτη: ~ος: μυς. ~α: αρτηρία. [< γαλλ. sous-scapulaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ