| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53859 | υπόνοια | [ὑπόνοια] υ-πό-νοι-α ουσ. (θηλ.): εντύπωση ή εικασία ότι κάτι, συνήθ. αρνητικό, είναι πραγματικότητα, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί: Η στάση του αφήνει σαφείς ~ες ότι είναι ένοχος. Έχει βάσιμες/εύλογες/σοβαρές ~ες ότι τον εξαπάτησαν. ΣΥΝ. υποψία (1) [< αρχ. ὑπόνοια] | |
| 53860 | υπονόμευση | [ὑπονόμευση] υ-πο-νό-μευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπονομεύω: μεθοδευμένη/συστηματική ~. ~ των δικαιωμάτων (των εργαζομένων)/θεσμών. Πβ. σαμποτάζ, σαμποτάρισμα, φαλκίδευση. Βλ. υποδαύλιση. ΣΥΝ. ναρκοθέτηση (2) [< γαλλ. sapement] | |
| 53861 | υπονομευτής | [ὑπονομευτής] υ-πο-νο-μευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. υπονομεύτρια} αυτός που υπονομεύει: ~ές των εθνικών συμφερόντων. Πβ. προβοκάτορας. ΣΥΝ. σαμποταριστής (1) 2. ΖΩΟΛ. φυλλορύκτης: ~ της μηλιάς. [< πβ. μτγν. ὑπονομευτής 'εργάτης υπόγειων υδραγωγών' 2: γαλλ. hyponomeute] | |
| 53862 | υπονομευτικός | , ή, ό [ὑπονομευτικός] υ-πο-νο-μευ-τι-κός επίθ.: που υπονομεύει: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση. ~ές: δηλώσεις/ενέργειες. Πβ. προβοκατόρικος. ● επίρρ.: υπονομευτικά | |
| 53863 | υπονομεύω | [ὑπονομεύω] υ-πο-νο-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπονόμευ-σε, υπονομεύ-σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: ενεργώ με ύπουλο τρόπο προκειμένου να βλάψω κάποιον ή κάτι: Οι ανταγωνιστές του ~ουν συνειδητά/συστηματικά την ακεραιότητα/την αξιοπιστία/το κύρος του. Η κακή διατροφή ~ει την υγεία. Ενέργειες που ~ουν τους δημοκρατικούς θεσμούς/την κοινωνική συνοχή/την προσπάθεια (ανάκαμψης/ανασυγκρότησης)/τα συμφέροντα της χώρας. Πβ. δυναμιτίζω, επιβουλεύομαι, υποσκάπτω. Βλ. υποβλέπω. ΣΥΝ. ναρκοθετώ (2), σαμποτάρω (1), φαλκιδεύω [< μτγν. ὑπονομεύω ‘σκάβω, υποκινώ κρυφά’, γαλλ. saper] | |
| 53864 | υπόνομος | [ὑπόνομος] υ-πό-νο-μος ουσ. (αρσ.) {υπονόμ-ου} 1. υπόγειο σύστημα αγωγών όπου διοχετεύονται κυρ. τα όμβρια ύδατα και τα αστικά λύματα: δίκτυο/σχάρες/φρεάτια ~ων. Πβ. καταβόθρα, μπούκα, οχετός. Βλ. βόθρος.|| Αρουραίος των ~ων. 2. υπόγειο όρυγμα ή στοά όπου τοποθετούνται εκρηκτικές ύλες: πυροδότηση των ~ων. Πβ. λαγούμι. [< 1: αρχ. ὑπόνομος] | |
| 53865 | υπονοούμενο | [ὑπονοούμενο] υ-πο-νο-ού-με-νο ουσ. (ουδ.): αρνητική συνήθ. αναφορά η οποία γίνεται με έμμεσο, υπαινικτικό τρόπο: ερωτικά/πονηρά/προσβλητικά/ρατσιστικά/σαφή/χυδαία ~α. Με πολλά ~α ... (βλ. αποσιωπητικά). Βλέμμα γεμάτο ~α. Άφησε ~α για ... Πετάει ~α για την εντιμότητά του/σε βάρος του. Πβ. καρφί, μπηχτή, σπόντα.|| (προφ.) Το πιάσαμε το ~ (: καταλάβαμε τι εννοείς). ΣΥΝ. νύξη (1), υπαινιγμός [< μτγν. ὑπονοούμενον, γαλλ. sous-entendu] | |
| 17084 | υπονουεσαι | [ἐξυπονοεῖται] ε-ξυ-πο-νο-εί-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. εξυπονοούμενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): υπονοείται, εννοείται. Πβ. εξυπακούεται.|| Όπως εξυπονοεί ο όρος "γκέτο". [< μτγν. ἐξυπονοῶ ‘υποψιάζομαι’] | |
| 53867 | υπονοώ | [ὑπονοῶ] υ-πο-νο-ώ ρ. (μτβ.) {υπονο-είς ... | υπονό-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας}: αναφέρομαι σε κάτι με έμμεσο τρόπο: Τι ~είς; Το δημοσίευμα ~ούσε την εμπλοκή του ... στο σκάνδαλο. Άφησε να ~ηθεί ότι ... ΣΥΝ. υπαινίσσομαι ● Παθ.: υπονοείται: εννοείται: ~ ότι ... Αυτό ~ (: είναι αυτονόητο, εξυπακούεται). ΣΥΝ. εξυπονοείται [< αρχ. ὑπονοῶ ‘υποπτεύομαι, υποθέτω, εικάζω’, γαλλ. sous-entendre] | |
| 53868 | υποξαιμία | [ὑποξαιμία] υ-πο-ξαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση του αίματος. Βλ. -αιμία, υποξία. [< αγγλ. hypoxemia, γαλλ. hypoxémie, γερμ. Hypoxämie] | |
| 53869 | υπόξανθος | , η, ο [ὑπόξανθος] υ-πό-ξαν-θος επίθ. (λόγ.): ξανθωπός. [< αρχ. ὑπόξανθος] | |
| 53870 | υποξείδιο | [ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas] | |
| 53871 | υποξία | [ὑποξία] υ-πο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση των ιστών: εμβρυϊκή/ιστική ~. ~ του εγκεφάλου. Πβ. ανοξία. Βλ. υποξαιμία. [< αγγλ. hypoxia, 1941, γαλλ. hypoxie, 20ός αι., γερμ. Hypoxie] | |
| 53872 | υπόξινος | , η, ο [ὑπόξινος] υ-πό-ξι-νος επίθ. (λόγ.): ελαφρά ξινός: ~η: γεύση. ~ο: νερό. ΣΥΝ. ξινούτσικος [< γαλλ. acidulé] | |
| 53873 | υποξύς | , εία, ύ [ὑποξύς] υ-πο-ξύς επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για νόσο, πάθηση) που είναι μεταξύ οξείας και χρόνιας κατάστασης: ~ύς: δερματικός ερυθηματώδης λύκος. ~εία: ενδοκαρδίτιδα/θυρεοειδίτιδα.|| ~εία: τοξικότητα. [< αγγλ. subacute] | |
| 53874 | υποοικογένεια | [ὑποοικογένεια] υ-πο-οι-κο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία ζώων και φυτών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από το γένος και κάτω από την οικογένεια. 2. ΓΛΩΣΣ. υποομάδα γλωσσών με κοινά γνωρίσματα, η οποία εντάσσεται σε μια γλωσσική οικογένεια. [< αγγλ. subfamily] | |
| 53875 | υποομάδα | [ὑποομάδα] υ-πο-ο-μά-δα ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση ομάδας, επιμέρους ομάδα: κοινωνική ~. ~ες εργασίας. Η νέα θεραπεία εφαρμόστηκε σε ~ ασθενών. [< αγγλ. subgroup] | |
| 53876 | υποπαράγραφος | [ὑποπαράγραφος] υ-πο-πα-ρά-γρα-φος ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε επίσημα έγγραφα) υποδιαίρεση παραγράφου: τα αναφερόμενα/οριζόμενα στην ~ο ... Πβ. εδάφιο.|| Από την τελευταία ενότητα θα διδαχθεί μόνο η ~ με τίτλο ... Βλ. υποενότητα, υποκεφάλαιο. [< αγγλ. subparagraph] | |
| 53877 | υποπαραθυρεοειδισμός | [ὑποπαραθυρεοειδισμός] υ-πο-πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα χαμηλών επιπέδων παραθορμόνης στο αίμα, η οποία προκαλεί υπασβεστιαιμία: Ο ~ είναι συχνή επιπλοκή της ολικής θυρεοειδεκτομής. Βλ. -ισμός, υπερπαραθυρεοειδισμός. [< αγγλ. hypoparathyroidism, 1910, γαλλ. hypoparathyroïdisme, γερμ. Hypoparathyreoidismus] | |
| 53878 | υποπαραλλαγή | [ὑποπαραλλαγή] υ-πο-πα-ραλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. επιμέρους παραλλαγή: (για τον κορονοϊό) νέα ~ της Όμικρον. Πβ. υπομετάλλαξη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ