Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5420-5440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4493αντίθετος, η, ο [ἀντίθετος] α-ντί-θε-τος επίθ. 1. που διαφέρει εντελώς ως προς τη φύση του από κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: συμπεριφορά. ~ο: πρόσημο/φύλο. ~οι: όροι. ~ες: έννοιες/λέξεις (= αντώνυμα, ΑΝΤ. συνώνυμα)/τάσεις. ~α: συμπεράσματα/συμφέροντα (= αντιτιθέμενα)/συναισθήματα/χρώματα. Πράξεις ~ες στις αρχές του (βλ. ανακόλουθος). Αποτελέσματα ~α από τα αναμενόμενα. Πβ. αντιθετ-, διαφορετ-ικός. ΑΝΤ. ίδιος. 2. που βρίσκεται σε διαφωνία, διάσταση με κάποια θέση: ~ος: ισχυρισμός. ~η: γνώμη/παράταξη. (ΦΙΛΟΣ.) ~ες: προτάσεις (: που δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθείς). Απόψεις εκ διαμέτρου ~ες.|| (για πρόσ.) Είμαι κάθετα/κατηγορηματικά/ριζικά ~ με την/προς την απόφαση. Πβ. ενάντιος. ΑΝΤ. σύμφωνος.|| (κατ' επέκτ.) Η ~η πλευρά (= αντίπαλη). 3. ανάποδος, αντίρροπος, αντίστροφος: ~ος: άνεμος. ~η: κατεύθυνση/κίνηση/πορεία. (για οδηγό:) Πέρασε στο ~ο ρεύμα κυκλοφορίας.|| (μτφ.) Στο ~ο άκρο/στον ~ο πόλο (πβ. στον αντίποδα). ● ΣΥΜΠΛ.: αντίθετοι αριθμοί βλ. αριθμός, το άλλο/αντίθετο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος βλ. διάμετρος, σε/στην αντίθετη περίπτωση βλ. περίπτωση ● βλ. αντίθετα [< μτγν. ἀντίθετος]
4494αντιθέτω[ἀντιθέτω] α-ντι-θέ-τω ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λόγ.) 1. αντιπαραβάλλω: ~ έννοιες/επιχειρήματα. Πβ. αντιπαραθέτω. Βλ. συγκρίνω. 2. αντιτάσσω: ~ουν την κοινωνική αλληλεγγύη στην ανταγωνιστικότητα. Πβ. αντιπαρατάσσω. ● βλ. αντιτίθεμαι [< αρχ. ἀντιτίθημι]
4495αντιθέτωςβλ. αντίθετα
4496αντιθορυβικός, ή, ό [ἀντιθορυβικός] α-ντι-θο-ρυ-βι-κός επίθ.: που μειώνει ή εμποδίζει την πρόκληση θορύβου: ~ή: προστασία/τεχνολογία. ~ό: σπρέι φρένων. ~ές: ζώνες (π.χ. αναγνωστήρια, σπουδαστήρια). ~ά και φιλικά προς το περιβάλλον οχήματα. Πβ. ηχομονωτικός. Βλ. ακουστική άνεση, ηχο-απορρόφηση, -προστασία, -ρύπανση. [< αγγλ. anti-noise, 1908, γαλλ. antibruit, 1932]
4497αντιθρησκευτικός, ή, ό [ἀντιθρησκευτικός] α-ντι-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που αντιμάχεται τη θρησκεία. Βλ. αντιεκκλησιαστικός, αντικληρικός, αντιχριστιανικός. [< γαλλ. antireligeux, αγγλ. antireligious]
4498αντίθρησκος[ἀντίθρησκος] α-ντί-θρη-σκος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-μειωτ.): εχθρός της θρησκείας. Βλ. άθεος, άθρησκος. ΑΝΤ. θρήσκος
4499αντιθρομβίνη[ἀντιθρομβίνη] α-ντι-θρομ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία που περιορίζει ή αναστέλλει την πήξη του αίματος. Βλ. αιμόσταση, αντιπηκτικός. ΑΝΤ. θρομβίνη [< γαλλ. antithrombine, 1908, αγγλ. antithrombin, 1909]
4500αντιθρομβωτικός, ή, ό [ἀντιθρομβωτικός] α-ντι-θρομ-βω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή καταπολεμά τη θρόμβωση: ~ή: αγωγή. ~ές: κάλτσες. ΑΝΤ. θρομβωτικός ● Ουσ.: αντιθρομβωτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antithrombotic]
4501αντιθυρεοειδικός, ή, ό [ἀντιθυρεοειδικός] α-ντι-θυ-ρε-ο-ει-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μειώνει την έκκριση θυρεοειδικών ορμονών, που καταπολεμά τον υπερθυρεοειδισμό: ~ά: αντισώματα. [< γαλλ. antithyroïdien, 1904, αγγλ. antithyroid, 1908]
4502αντιιδρωτικός, ή, ό [ἀντιιδρωτικός] α-ντι-ι-δρω-τι-κός επίθ. & (λόγ.) ανθιδρωτικός: που ελέγχει, εμποδίζει ή καταπολεμά την εφίδρωση: ~ό: αποσμητικό/ύφασμα. ~ά: σπρέι. [< αγγλ. antiperspirant, 1944]
4503αντιικός, ή, ό [ἀντιικός] α-ντι-ι-κός επίθ.: που δρα εναντίον των ιών: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία.|| (ως ουσ.) ~ά (ενν. φάρμακα) για την αντιμετώπιση της γρίπης. Πβ. ιοκτόνος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: προστασία. ~ό: λογισμικό (= αντιβάιρους). [< αγγλ. antiviral, 1929, γαλλ. ~, περ. 1950, αγγλ. antivirus, 1988]
4504αντιιμπεριαλισμός[ἀντιιμπεριαλισμός] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση ή κίνημα που αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. anti-imperialism]
4505αντιιμπεριαλιστής[ἀντιιμπεριαλιστής] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του αντιιμπεριαλισμού. Βλ. -ιστής. ΑΝΤ. ιμπεριαλιστής [< αγγλ. anti-imperialist]
4506αντιιμπεριαλιστικός, ή, ό [ἀντιιμπεριαλιστικός] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό: ~ή: διαδήλωση. ~ό: κίνημα/μέτωπο. ~ές: οργανώσεις. ~ά: συνθήματα. ΑΝΤ. ιμπεριαλιστικός
4507αντιιός[ἀντιιός] α-ντι-ι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που ανιχνεύει και αφαιρεί ιούς υπολογιστών: λογισμικό ~ών. ΣΥΝ. αντιβάιρους, αντιβιοτικό (2) 2. ΦΑΡΜΑΚ. (σπάν.) ουσία που εμποδίζει την ανάπτυξη ιών. [< 1: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989, 2: αγγλ. ~, 1914, γαλλ. ~, 1927]
4508αντιισταμινικός, ή, ό [ἀντιισταμινικός] α-ντι-ι-στα-μι-νι-κός επίθ. & αντισταμινικός: ΦΑΡΜΑΚ. που ανταγωνίζεται και αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης. Βλ. αντιαλλεργικός. ● Ουσ.: αντιισταμινικό & αντισταμινικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: το αντίστοιχο φάρμακο: τοπικό ~. ~ά κατά της αλλεργικής ρινίτιδας. [< γαλλ. antihistaminique, 1939, αγγλ. antihistamine, 1933, antihistaminic, 1950]
4509αντιιστορικός, ή, ό [ἀντιιστορικός] α-ντι-ι-στο-ρι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια ή στις μεθόδους της ιστορικής επιστήμης. Βλ. αν-ιστόρητος, -ιστορικός. [< αγγλ. antihistorical]
4510αντίκα[ἀντίκα] α-ντί-κα ουσ. (θηλ.) 1. παλιό αντικείμενο με αισθητική και εμπορική αξία: αυθεντικές ~ες. Γκαλερί/παλαιοπωλεία με ~ες. (ως παραθετικό σύνθ.) Αυτοκίνητο/ρολόι-~. Έπιπλα/κοσμήματα-~ες. 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε δεν είναι σύγχρονο, μοντέρνο. Πβ. αρχαιολογία, παλιατζούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράλι-αντίκα βλ. ράλι [< ιταλ. antica, γαλλ. antique]
4511αντικαθεστωτικός, ή, ό [ἀντικαθεστωτικός] α-ντι-κα-θε-στω-τι-κός επίθ.: που αντιμάχεται, αντιτίθεται στο πολιτικό κυρ. καθεστώς μιας χώρας: ~ή: διαδήλωση/δράση/οργάνωση. ~ά: συνθήματα. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. καθεστωτικός. ● Ουσ.: αντικαθεστωτικός (ο): πρόσωπο που εναντιώνεται σε ένα καθεστώς και επιδιώκει την ανατροπή του. Πβ. αντιφρονούντες. [< γαλλ. antirégime, αγγλ. antiregime]
4512αντικαθιστώ[ἀντικαθιστῶ] α-ντι-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αντικαθιστ-άς ... | αντικατέστη-σα, αντικαταστή-σει, αντικαθίσταται, αντικαταστά-θηκε, αντικατεστημένος, αντικαθιστ-ώντας} & (προφ.) αντικατασταίνω: βάζω ή τοποθετώ κάτι ή κάποιον στη θέση άλλου: ~ τον ηλεκτρικό θερμοσίφωνα με ηλιακό (πβ. αλλάζω).|| (για πρόσ.) Ποιος θα τον ~σει (: θα πάρει τη θέση του) όσο λείπει; Τον ~σαν προσωρινά. Παίκτης που ~θηκε λόγω τραυματισμού. Πβ. αναπληρώνω, υποκαθιστώ. [< αρχ. ἀντικαθίστημι, γαλλ. remplacer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.