Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5420-5440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4500αντιθρομβωτικός, ή, ό [ἀντιθρομβωτικός] α-ντι-θρομ-βω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή καταπολεμά τη θρόμβωση: ~ή: αγωγή. ~ές: κάλτσες. ΑΝΤ. θρομβωτικός ● Ουσ.: αντιθρομβωτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antithrombotic]
4501αντιθυρεοειδικός, ή, ό [ἀντιθυρεοειδικός] α-ντι-θυ-ρε-ο-ει-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μειώνει την έκκριση θυρεοειδικών ορμονών, που καταπολεμά τον υπερθυρεοειδισμό: ~ά: αντισώματα. [< γαλλ. antithyroïdien, 1904, αγγλ. antithyroid, 1908]
4502αντιιδρωτικός, ή, ό [ἀντιιδρωτικός] α-ντι-ι-δρω-τι-κός επίθ. & (λόγ.) ανθιδρωτικός: που ελέγχει, εμποδίζει ή καταπολεμά την εφίδρωση: ~ό: αποσμητικό/ύφασμα. ~ά: σπρέι. [< αγγλ. antiperspirant, 1944]
4503αντιικός, ή, ό [ἀντιικός] α-ντι-ι-κός επίθ.: που δρα εναντίον των ιών: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία.|| (ως ουσ.) ~ά (ενν. φάρμακα) για την αντιμετώπιση της γρίπης. Πβ. ιοκτόνος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: προστασία. ~ό: λογισμικό (= αντιβάιρους). [< αγγλ. antiviral, 1929, γαλλ. ~, περ. 1950, αγγλ. antivirus, 1988]
4504αντιιμπεριαλισμός[ἀντιιμπεριαλισμός] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση ή κίνημα που αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. anti-imperialism]
4505αντιιμπεριαλιστής[ἀντιιμπεριαλιστής] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του αντιιμπεριαλισμού. Βλ. -ιστής. ΑΝΤ. ιμπεριαλιστής [< αγγλ. anti-imperialist]
4506αντιιμπεριαλιστικός, ή, ό [ἀντιιμπεριαλιστικός] α-ντι-ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό: ~ή: διαδήλωση. ~ό: κίνημα/μέτωπο. ~ές: οργανώσεις. ~ά: συνθήματα. ΑΝΤ. ιμπεριαλιστικός
4507αντιιός[ἀντιιός] α-ντι-ι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που ανιχνεύει και αφαιρεί ιούς υπολογιστών: λογισμικό ~ών. ΣΥΝ. αντιβάιρους, αντιβιοτικό (2) 2. ΦΑΡΜΑΚ. (σπάν.) ουσία που εμποδίζει την ανάπτυξη ιών. [< 1: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989, 2: αγγλ. ~, 1914, γαλλ. ~, 1927]
4508αντιισταμινικός, ή, ό [ἀντιισταμινικός] α-ντι-ι-στα-μι-νι-κός επίθ. & αντισταμινικός: ΦΑΡΜΑΚ. που ανταγωνίζεται και αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης. Βλ. αντιαλλεργικός. ● Ουσ.: αντιισταμινικό & αντισταμινικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: το αντίστοιχο φάρμακο: τοπικό ~. ~ά κατά της αλλεργικής ρινίτιδας. [< γαλλ. antihistaminique, 1939, αγγλ. antihistamine, 1933, antihistaminic, 1950]
4509αντιιστορικός, ή, ό [ἀντιιστορικός] α-ντι-ι-στο-ρι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια ή στις μεθόδους της ιστορικής επιστήμης. Βλ. αν-ιστόρητος, -ιστορικός. [< αγγλ. antihistorical]
4510αντίκα[ἀντίκα] α-ντί-κα ουσ. (θηλ.) 1. παλιό αντικείμενο με αισθητική και εμπορική αξία: αυθεντικές ~ες. Γκαλερί/παλαιοπωλεία με ~ες. (ως παραθετικό σύνθ.) Αυτοκίνητο/ρολόι-~. Έπιπλα/κοσμήματα-~ες. 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε δεν είναι σύγχρονο, μοντέρνο. Πβ. αρχαιολογία, παλιατζούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράλι-αντίκα βλ. ράλι [< ιταλ. antica, γαλλ. antique]
4511αντικαθεστωτικός, ή, ό [ἀντικαθεστωτικός] α-ντι-κα-θε-στω-τι-κός επίθ.: που αντιμάχεται, αντιτίθεται στο πολιτικό κυρ. καθεστώς μιας χώρας: ~ή: διαδήλωση/δράση/οργάνωση. ~ά: συνθήματα. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. καθεστωτικός. ● Ουσ.: αντικαθεστωτικός (ο): πρόσωπο που εναντιώνεται σε ένα καθεστώς και επιδιώκει την ανατροπή του. Πβ. αντιφρονούντες. [< γαλλ. antirégime, αγγλ. antiregime]
4512αντικαθιστώ[ἀντικαθιστῶ] α-ντι-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αντικαθιστ-άς ... | αντικατέστη-σα, αντικαταστή-σει, αντικαθίσταται, αντικαταστά-θηκε, αντικατεστημένος, αντικαθιστ-ώντας} & (προφ.) αντικατασταίνω: βάζω ή τοποθετώ κάτι ή κάποιον στη θέση άλλου: ~ τον ηλεκτρικό θερμοσίφωνα με ηλιακό (πβ. αλλάζω).|| (για πρόσ.) Ποιος θα τον ~σει (: θα πάρει τη θέση του) όσο λείπει; Τον ~σαν προσωρινά. Παίκτης που ~θηκε λόγω τραυματισμού. Πβ. αναπληρώνω, υποκαθιστώ. [< αρχ. ἀντικαθίστημι, γαλλ. remplacer]
4514αντικαθρέφτισμα[ἀντικαθρέφτισμα] α-ντι-κα-θρέ-φτι-σμα ουσ. (ουδ.): αντικατοπτρισμός.
4516αντικανονικότητα[ἀντικανονικότητα] α-ντι-κα-νο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντικανονικού, του μη νόμιμου: ~ της προκήρυξης ενός διαγωνισμού. Πβ. παρα-νομία, -τυπία. ΑΝΤ. κανονικότητα, νομιμότητα (1) [< γαλλ. irrégularité]
4517αντικαπιταλιστικός, ή, ό [ἀντικαπιταλιστικός] α-ντι-κα-πι-τα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο σύστημα του καπιταλισμού: ~ή: πολιτική. ~ές: δυνάμεις. ΑΝΤ. καπιταλιστικός [< γαλλ. anticapitaliste, αγγλ. anticapitalist]
4518αντικαπνιστής[ἀντικαπνιστής] α-ντι-κα-πνι-στής ουσ. (αρσ.) , αντικαπνίστρια (η): αυτός που είναι εναντίον του καπνίσματος: φανατικός ~. [< αγγλ. anti-smoker]
4519αντικαπνιστικός, ή, ό [ἀντικαπνιστικός] α-ντι-κα-πνι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο κάπνισμα, αποσκοπεί στην απαγόρευση, την καταπολέμηση, τον περιορισμό ή τη διακοπή του: ~ός: αγώνας/νόμος. ~ή: εκστρατεία/καμπάνια. Βλ. καπνοαπαγόρευση. [< αγγλ. antismoking, γαλλ. anti-tabac, περ. 1960]
4520αντικαρκινικός, ή, ό [ἀντικαρκινικός] α-ντι-καρ-κι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αποσκοπεί στην πρόληψη ή και καταπολέμηση του καρκίνου: ~ός: αγώνας. ~ή: δράση/θεραπεία/ουσία. ~ό: εμβόλιο/φάρμακο. Πανελλήνιος ~ Έρανος. [< γαλλ. anticancéreux, αγγλ. anticancer]
4521αντικαταβολή[ἀντικαταβολή] α-ντι-κα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος πληρωμής αγαθού κατά τον οποίο η καταβολή του χρηματικού αντιτίμου γίνεται τη στιγμή της παραλαβής του και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ποσό: πληρωμή με ~/(σπανιότ.-λόγ.) επί ~. 2. ΟΙΚΟΝ. πρακτική χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την οποία πληρώνεται εκ των προτέρων από τους επενδυτές το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την αγορά χρεογράφων. [< γαλλ. (contre) remboursement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.