| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53889 | υποπληθυσμός | [ὑποπληθυσμός] υ-πο-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.): μέρος ευρύτερου πληθυσμού: ~ της καφέ αρκούδας.|| (ΙΑΤΡ.) Λεμφοκυτταρικοί ~οί. [< αγγλ. subpopulation] | |
| 53890 | υποπλοίαρχος | [ὑποπλοίαρχος] υ-πο-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο και κατώτερος από τον πλωτάρχη κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον σμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας. 2. ο δεύτερος στην ιεραρχία καπετάνιος στα πλοία του Εμπορικού Ναυτικού, ύπαρχος. [< γαλλ. lieutenant de vaisseau] | |
| 53891 | υπόπνοια | [ὑπόπνοια] υ-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής: δείκτης/σύνδρομο άπνοιας-~ας. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, παραϋπνίες, υποαερισμός. ΑΝΤ. υπέρπνοια [< πβ. αγγλ. hypopnea, γαλλ. hypopnée, γερμ. Hypopnoe] | |
| 53892 | υποπόδιο | [ὑποπόδιο] υ-πο-πό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου} (λόγ.): ειδική κατασκευή, εξάρτημα πάνω στο οποίο πατά κάποιος, όταν κάθεται, για να στηρίξει ή να ξεκουράσει τα πόδια του: αλουμινένιο ~. ~ οδηγού (αυτοκινήτου). ~α γραφείου. Πολυθρόνα με ~.|| ~ κιθάρας. [< μτγν. ὑποπόδιον 'σκαμνί'] | |
| 53893 | υποπολιτισμός | [ὑποπολιτισμός] υ-πο-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποκουλτούρα. | |
| 53894 | υποπολλαπλάσιος | , α, ο [ὑποπολλαπλάσιος] υ-πο-πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πολύ μικρότερος ή λιγότερος από κάτι άλλο: Ο προηγούμενος μισθός μου ήταν ~ του τωρινού. ΑΝΤ. υπερπολλαπλάσιος ● Ουσ.: υποπολλαπλάσιο (το): ΜΑΘ. ακέραιος διαιρέτης φυσικού αριθμού: Το πέντε είναι ~ του πενήντα. [< μτγν. ὑποπολλαπλάσιος] | |
| 53895 | υποπολυβόλο | [ὑποπολυβόλο] υ-πο-πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.): ελαφρύ και μικρό οπλοπολυβόλο που εκτοξεύει σφαίρες παρόμοιες με αυτές που ρίχνει ένα πιστόλι. [< αγγλ. submachine gun, 1920, γαλλ. mitraillette, 1935] | |
| 53896 | υποπράκτορας | [ὑποπράκτορας] υ-πο-πρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διευθύνει παράρτημα πρακτορείου ή συνεργάζεται με αυτό: ~ εφημερίδων και περιοδικών. [< πβ. μεσν. υποπράκτωρ ‘αυτός που βρίσκεται υπό τις διαταγές του εισπράκτορα’, αγγλ. sub-agent] | |
| 53897 | υποπρακτορείο | [ὑποπρακτορεῖο] υ-πο-πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): παράρτημα πρακτορείου: ~ της ΔΕΗ. | |
| 53898 | υποπρόγραμμα | [ὑποπρόγραμμα] υ-πο-πρό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. επιμέρους πρόγραμμα: ~ για την προστασία του περιβάλλοντος/για την τοπική ανάπτυξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπορουτίνα. [< αγγλ. subprogram, 1947, γαλλ. sous-programme, περ. 1950] | |
| 53899 | υποπροϊόν | [ὑποπροϊόν] υ-πο-προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. παραπροϊόν 1. δευτερεύον προϊόν το οποίο απομένει κατά τη διαδικασία παρασκευής άλλου προϊόντος, κατάλοιπο· κατ' επέκτ. βλαβερή ουσία που προέρχεται από την επεξεργασία κύριου προϊόντος: φυσικό ~. Βιομηχανικά/ζωικά/τοξικά ~α. Βλ. συμπροϊόν. 2. (μτφ.) προϊόν κατώτερης ποιότητας: πολιτιστικά/τηλεοπτικά ~α. [< γαλλ. sous-produit] | |
| 53900 | υποπρολεταριάτο | [ὑποπρολεταριάτο] υ-πο-προ-λε-τα-ρι-ά-το ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. λούμπεν προλεταριάτο. Βλ. πλέμπα. [< γαλλ. sous-prolétariat, 1945, αγγλ. sub-proletariat, 1958] | |
| 53901 | υποπροξενείο | [ὑποπροξενεῖο] υ-πο-προ-ξε-νεί-ο ουσ. (ουδ.): προξενική Αρχή που υπάγεται σε προξενείο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται αυτή. [< γαλλ. vice-consulat] | |
| 53902 | υποπρόξενος | [ὑποπρόξενος] υ-πο-πρό-ξε-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): προξενικός υπάλληλος που αναπληρώνει τον πρόξενο: επίτιμος ~. [< γαλλ. vice-consul] | |
| 53903 | υποπτέραρχος | [ὑποπτέραρχος] υ-πο-πτέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ταξίαρχο και κατώτερος από τον αντιπτέραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον υποναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. | |
| 53904 | υποπτεύομαι | [ὑποπτεύομαι] υ-πο-πτεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υποπτεύ-θηκε (σπάν.) -τηκε, -θεί, -όμενος} ΣΥΝ. υποψιάζομαι 1. τρέφω υποψίες για κάτι: ~θηκε πως κάτι δεν πάει καλά. Εννοείς αυτό που ~; Ούτε καν ~ονται τις συνέπειες των πράξεών τους (: δεν περνούν από το μυαλό τους). Πβ. μυρίζομαι, οσμίζομαι, ψυλλιάζομαι. 2. αντιμετωπίζω κάποιον καχύποπτα, στρέφω τις υποψίες μου εναντίον του: ~εται ακόμα και τη σκιά του. Τον ~ονται για απάτη/φόνο. [< αρχ. ὑποπτεύω] | |
| 53905 | ύποπτος | , η, ο [ὕποπτος] ύ-πο-πτος επίθ.: που προκαλεί υποψίες συνήθ. ότι είναι παράνομος, ανήθικος ή αξιόμεμπτος: ~η: δράση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: άτομο/περιστατικό. ~ες: δοσοληψίες/δουλειές/ενέργειες/ιστοσελίδες/κινήσεις/μεθοδεύσεις/συμπτώσεις/συναλλαγές. || ~α: κρούσματα (γρίπης, κορονοϊού)/συμπτώματα (: με πολλές πιθανότητες). || Προϊόντα ~ης προέλευσης. Θεωρείται ~ για ... Μου φαίνεται ~ο το γεγονός ότι ...|| ~ες: παρέες. ~α: στέκια. Πβ. κακόφημος.|| (ως ουσ.) Ανακρίνουν τους υπόπτους. Κράτηση/παρακολούθηση/σύλληψη υπόπτου. Ο βασικός/κύριος ~ για τη δολοφονία/ληστεία. ~ εμπρησμού. Βλ. καχ~, φιλ~. ● επίρρ.: ύποπτα & (λόγ.) υπόπτως ● ΣΥΜΠΛ.: οι συνήθεις ύποπτοι: πρόσωπα που εμπλέκονται σε κάποια αξιόποινη πράξη ή θεωρούνται ύποπτα για αυτή· κατ' επέκτ. για όποιον ή ό,τι αναμένεται να συσχετιστεί με συγκεκριμένη κατάσταση, δραστηριότητα: Οι έρευνες της Αστυνομίας στρέφονται στους συνήθεις υπόπτους. Βλ. γνωστοί-άγνωστοι.|| Το κάπνισμα και το άγχος είναι ~ ~ για καρδιαγγειακά νοσήματα.|| (ΑΘΛ.) Σκόρερ ο συνήθης ύποπτος ... [< αγγλ. usual suspects, 1942] [< αρχ. ὕποπτος] | |
| 53906 | υποπυραγός | [ὑποπυραγός] υ-πο-πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον ανθυποπυραγό και κατώτερος από τον πυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον ανθυποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας και τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας. | |
| 53907 | υπορουτίνα | [ὑπορουτίνα] υ-πο-ρου-τί-να ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εντολών για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας η οποία είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να χρησιμοποιείται κατ' επανάληψη. Βλ. κλήση. ΣΥΝ. υποπρόγραμμα (2) [< αγγλ. subroutine, περ. 1946] | |
| 53908 | υπόρρητος | , η, ο [ὑπόρρητος] υ-πόρ-ρη-τος επίθ. (επιστ.): υπονοούμενος: ~η: απειλή/παραδoχή (= έμμεση, λανθάνουσα). ● επίρρ.: υπόρρητα [< γαλλ. implicite] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ