| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53879 | υποπερίοδος | [ὑποπερίοδος] υ-πο-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): υποδιαίρεση περιόδου: (ΓΕΩΛ.) πλειστόκαινη ~. [< αγγλ. subperiod] | |
| 53880 | υποπερίπτωση | [ὑποπερίπτωση] υ-πο-πε-ρί-πτω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε επίσημα έγγραφα) επιμέρους περίπτωση: διατάξεις της ~ης ... | |
| 53881 | υποπεριφέρεια | [ὑποπεριφέρεια] υ-πο-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): τμήμα ευρύτερης περιφέρειας. Βλ. υπερπεριφέρεια. | |
| 53882 | υποπεριφερειακός | , ή, ό [ὑποπεριφερειακός] υ-πο-πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με μια υποπεριφέρεια: ~ή: συνεργασία. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. διαπεριφερειακός. | |
| 53883 | υποπίεση | [ὑποπίεση] υ-πο-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπερπίεση 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για υγρά ή αέρια) ανεπαρκής πίεση: αναρροφητήρας με μεγάλη ~. ~ εισαγωγής/του κινητήρα. Βλ. μανό-, μπαρό-, πιεσό-μετρο. 2. ΦΥΣ. πίεση μικρότερη από την περιβάλλουσα ατμοσφαιρική. | |
| 53884 | υπόπικρος | , η, ο [ὑπόπικρος] υ-πό-πι-κρος επίθ. (λόγ.): κάπως πικρός: ~η: γεύση. Βλ. υπόγλυκος. ΣΥΝ. πικρούτσικος [< μτγν. ὑπόπικρος] | |
| 53885 | υποπίπτω | [ὑποπίπτω] υ-πο-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {υπέπε-σα} (+ σε) (λόγ.): διαπράττω: ~σε σε αδίκημα/ατόπημα/γκάφα/λάθος/παράβαση/σφάλμα (= έσφαλε). Στην αρχική του κατάθεση είχε υποπέσει σε αντιφάσεις.|| (ΑΘΛ.) Ο παίκτης ~σε σε (επιθετικό) φάουλ.|| ~ στον πειρασμό. Πβ. υποκύπτω. ● ΦΡ.: πέφτει στην αντίληψή μου βλ. αντίληψη [< μτγν. ὑποπίπτω ‘πέφτω κάτω, σφάλλω’] | |
| 53886 | υποπλασία | [ὑποπλασία] υ-πο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελλιπής ανάπτυξη οργάνου ή ιστού του σώματος λόγω μείωσης του αριθμού των κυττάρων: νεφρική/πνευμονική ~. ~ του μυελού των οστών. Βλ. απλασία, δυσπλασία. ΑΝΤ. υπερπλασία [< αγγλ. hypoplasia, γαλλ. hypoplasie, 1905, γερμ. Hypoplasie] | |
| 53887 | υποπλαστικός | , ή, ό [ὑποπλαστικός] υ-πο-πλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ιστό ή όργανο του σώματος) που εμφανίζει υποπλασία ή (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: αναιμία/μήτρα. Σύνδρομο ~ής αριστερής καρδιάς/κοιλίας. ΑΝΤ. υπερπλαστικός (1) [< αγγλ. hypoplastic, γαλλ. hypoplasique] | |
| 53888 | υποπλάτιος | , α/ος, ο [ὑποπλάτιος] υ-πο-πλά-τι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κάτω από την ωμοπλάτη: ~ος: μυς. ~α: αρτηρία. [< γαλλ. sous-scapulaire] | |
| 53889 | υποπληθυσμός | [ὑποπληθυσμός] υ-πο-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.): μέρος ευρύτερου πληθυσμού: ~ της καφέ αρκούδας.|| (ΙΑΤΡ.) Λεμφοκυτταρικοί ~οί. [< αγγλ. subpopulation] | |
| 53890 | υποπλοίαρχος | [ὑποπλοίαρχος] υ-πο-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο και κατώτερος από τον πλωτάρχη κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον σμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας. 2. ο δεύτερος στην ιεραρχία καπετάνιος στα πλοία του Εμπορικού Ναυτικού, ύπαρχος. [< γαλλ. lieutenant de vaisseau] | |
| 53891 | υπόπνοια | [ὑπόπνοια] υ-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής: δείκτης/σύνδρομο άπνοιας-~ας. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, παραϋπνίες, υποαερισμός. ΑΝΤ. υπέρπνοια [< πβ. αγγλ. hypopnea, γαλλ. hypopnée, γερμ. Hypopnoe] | |
| 53892 | υποπόδιο | [ὑποπόδιο] υ-πο-πό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου} (λόγ.): ειδική κατασκευή, εξάρτημα πάνω στο οποίο πατά κάποιος, όταν κάθεται, για να στηρίξει ή να ξεκουράσει τα πόδια του: αλουμινένιο ~. ~ οδηγού (αυτοκινήτου). ~α γραφείου. Πολυθρόνα με ~.|| ~ κιθάρας. [< μτγν. ὑποπόδιον 'σκαμνί'] | |
| 53893 | υποπολιτισμός | [ὑποπολιτισμός] υ-πο-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποκουλτούρα. | |
| 53894 | υποπολλαπλάσιος | , α, ο [ὑποπολλαπλάσιος] υ-πο-πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πολύ μικρότερος ή λιγότερος από κάτι άλλο: Ο προηγούμενος μισθός μου ήταν ~ του τωρινού. ΑΝΤ. υπερπολλαπλάσιος ● Ουσ.: υποπολλαπλάσιο (το): ΜΑΘ. ακέραιος διαιρέτης φυσικού αριθμού: Το πέντε είναι ~ του πενήντα. [< μτγν. ὑποπολλαπλάσιος] | |
| 53895 | υποπολυβόλο | [ὑποπολυβόλο] υ-πο-πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.): ελαφρύ και μικρό οπλοπολυβόλο που εκτοξεύει σφαίρες παρόμοιες με αυτές που ρίχνει ένα πιστόλι. [< αγγλ. submachine gun, 1920, γαλλ. mitraillette, 1935] | |
| 53896 | υποπράκτορας | [ὑποπράκτορας] υ-πο-πρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διευθύνει παράρτημα πρακτορείου ή συνεργάζεται με αυτό: ~ εφημερίδων και περιοδικών. [< πβ. μεσν. υποπράκτωρ ‘αυτός που βρίσκεται υπό τις διαταγές του εισπράκτορα’, αγγλ. sub-agent] | |
| 53897 | υποπρακτορείο | [ὑποπρακτορεῖο] υ-πο-πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): παράρτημα πρακτορείου: ~ της ΔΕΗ. | |
| 53898 | υποπρόγραμμα | [ὑποπρόγραμμα] υ-πο-πρό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. επιμέρους πρόγραμμα: ~ για την προστασία του περιβάλλοντος/για την τοπική ανάπτυξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπορουτίνα. [< αγγλ. subprogram, 1947, γαλλ. sous-programme, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ