| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53899 | υποπροϊόν | [ὑποπροϊόν] υ-πο-προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. παραπροϊόν 1. δευτερεύον προϊόν το οποίο απομένει κατά τη διαδικασία παρασκευής άλλου προϊόντος, κατάλοιπο· κατ' επέκτ. βλαβερή ουσία που προέρχεται από την επεξεργασία κύριου προϊόντος: φυσικό ~. Βιομηχανικά/ζωικά/τοξικά ~α. Βλ. συμπροϊόν. 2. (μτφ.) προϊόν κατώτερης ποιότητας: πολιτιστικά/τηλεοπτικά ~α. [< γαλλ. sous-produit] | |
| 53900 | υποπρολεταριάτο | [ὑποπρολεταριάτο] υ-πο-προ-λε-τα-ρι-ά-το ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. λούμπεν προλεταριάτο. Βλ. πλέμπα. [< γαλλ. sous-prolétariat, 1945, αγγλ. sub-proletariat, 1958] | |
| 53901 | υποπροξενείο | [ὑποπροξενεῖο] υ-πο-προ-ξε-νεί-ο ουσ. (ουδ.): προξενική Αρχή που υπάγεται σε προξενείο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται αυτή. [< γαλλ. vice-consulat] | |
| 53902 | υποπρόξενος | [ὑποπρόξενος] υ-πο-πρό-ξε-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): προξενικός υπάλληλος που αναπληρώνει τον πρόξενο: επίτιμος ~. [< γαλλ. vice-consul] | |
| 53903 | υποπτέραρχος | [ὑποπτέραρχος] υ-πο-πτέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ταξίαρχο και κατώτερος από τον αντιπτέραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον υποναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. | |
| 53904 | υποπτεύομαι | [ὑποπτεύομαι] υ-πο-πτεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υποπτεύ-θηκε (σπάν.) -τηκε, -θεί, -όμενος} ΣΥΝ. υποψιάζομαι 1. τρέφω υποψίες για κάτι: ~θηκε πως κάτι δεν πάει καλά. Εννοείς αυτό που ~; Ούτε καν ~ονται τις συνέπειες των πράξεών τους (: δεν περνούν από το μυαλό τους). Πβ. μυρίζομαι, οσμίζομαι, ψυλλιάζομαι. 2. αντιμετωπίζω κάποιον καχύποπτα, στρέφω τις υποψίες μου εναντίον του: ~εται ακόμα και τη σκιά του. Τον ~ονται για απάτη/φόνο. [< αρχ. ὑποπτεύω] | |
| 53905 | ύποπτος | , η, ο [ὕποπτος] ύ-πο-πτος επίθ.: που προκαλεί υποψίες συνήθ. ότι είναι παράνομος, ανήθικος ή αξιόμεμπτος: ~η: δράση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: άτομο/περιστατικό. ~ες: δοσοληψίες/δουλειές/ενέργειες/ιστοσελίδες/κινήσεις/μεθοδεύσεις/συμπτώσεις/συναλλαγές. || ~α: κρούσματα (γρίπης, κορονοϊού)/συμπτώματα (: με πολλές πιθανότητες). || Προϊόντα ~ης προέλευσης. Θεωρείται ~ για ... Μου φαίνεται ~ο το γεγονός ότι ...|| ~ες: παρέες. ~α: στέκια. Πβ. κακόφημος.|| (ως ουσ.) Ανακρίνουν τους υπόπτους. Κράτηση/παρακολούθηση/σύλληψη υπόπτου. Ο βασικός/κύριος ~ για τη δολοφονία/ληστεία. ~ εμπρησμού. Βλ. καχ~, φιλ~. ● επίρρ.: ύποπτα & (λόγ.) υπόπτως ● ΣΥΜΠΛ.: οι συνήθεις ύποπτοι: πρόσωπα που εμπλέκονται σε κάποια αξιόποινη πράξη ή θεωρούνται ύποπτα για αυτή· κατ' επέκτ. για όποιον ή ό,τι αναμένεται να συσχετιστεί με συγκεκριμένη κατάσταση, δραστηριότητα: Οι έρευνες της Αστυνομίας στρέφονται στους συνήθεις υπόπτους. Βλ. γνωστοί-άγνωστοι.|| Το κάπνισμα και το άγχος είναι ~ ~ για καρδιαγγειακά νοσήματα.|| (ΑΘΛ.) Σκόρερ ο συνήθης ύποπτος ... [< αγγλ. usual suspects, 1942] [< αρχ. ὕποπτος] | |
| 53906 | υποπυραγός | [ὑποπυραγός] υ-πο-πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον ανθυποπυραγό και κατώτερος από τον πυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον ανθυποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας και τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας. | |
| 53907 | υπορουτίνα | [ὑπορουτίνα] υ-πο-ρου-τί-να ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εντολών για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας η οποία είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να χρησιμοποιείται κατ' επανάληψη. Βλ. κλήση. ΣΥΝ. υποπρόγραμμα (2) [< αγγλ. subroutine, περ. 1946] | |
| 53908 | υπόρρητος | , η, ο [ὑπόρρητος] υ-πόρ-ρη-τος επίθ. (επιστ.): υπονοούμενος: ~η: απειλή/παραδoχή (= έμμεση, λανθάνουσα). ● επίρρ.: υπόρρητα [< γαλλ. implicite] | |
| 53909 | υποσαχάριος | , α/ος, ο [ὑποσαχάριος] υ-πο-σα-χά-ρι-ος επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τις χώρες της Αφρικής που βρίσκονται νότια από τη Σαχάρα ή προέρχεται από αυτές: ~ες: φυλές. [< γαλλ. subsaharien] | |
| 53910 | υποσελίδα | [ὑποσελίδα] υ-πο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ιστοσελίδα προσβάσιμη μέσω άλλης ιστοσελίδας. [< αγγλ. subpage] | |
| 53911 | υποσελίδιος | , α, ο [ὑποσελίδιος] υ-πο-σε-λί-δι-ος επίθ. & υποσέλιδος, η, ο (λόγ.): (συνήθ. για κείμενο) που βρίσκεται στο κάτω μέρος σελίδας: ~ες: παραπομπές/σημειώσεις. [< γαλλ. en bas de page] | |
| 53912 | υποσέλιδο | [ὑποσέλιδο] υ-πο-σέ-λι-δο ουσ. (ουδ.): περιοχή στο κάτω μέρος της σελίδας εγγράφου, όπου καταγράφονται πληροφορίες, όπως ο τίτλος, ο αριθμός σελίδας ή η ημερομηνία: προσθήκη κειμένου στο ~. Βλ. κεφαλίδα. [< γαλλ. bas de page, αγγλ. footer] | |
| 53913 | υποσέντονο | [ὑποσέντονο] υ-πο-σέ-ντο-νο ουσ. (ουδ.): σεντόνι από ιδιαίτερα απορροφητικό υλικό, που μπαίνει πάνω από το κατωσέντονο, συνήθ. σε κρεβάτια ασθενών και μικρών παιδιών: ~α μιας χρήσης. | |
| 53914 | υποσημαίνει | [ὑποσημαίνει] υ-πο-ση-μαί-νει ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.-επιστ.): υποδηλώνει: Η αφύσικα χαμηλή τιμή της οστικής μάζας ~ οστεοπόρωση. [< αρχ. ὑποσημαίνω] | |
| 53915 | υποσημασία | [ὑποσημασία] υ-πο-ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): δευτερεύουσα σημασία λέξης ή φράσης. [< πβ. μεσν. υποσημασία 'υποσημείωση', αγγλ. subsense] | |
| 53916 | υποσημειώνω | [ὑποσημειώνω] υ-πο-ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υποσημείω-σα, υποσημειώ-σω, -θεί, υποσημειού-μενος, υποσημειω-μένος, υποσημειών-οντας} (λόγ.) 1. σημειώνω στο κάτω μέρος κειμένου ή εικόνας. 2. (κυρ. μτφ.) αναφέρω επιπρόσθετα, επισημαίνω: Θα ήθελα να ~σω ότι ... Όπως ~εται στη σχετική ανακοίνωση, ... ● Μτχ.: υποσημειούμενος , η, ο (επίσ.): υποφαινόμενος: (ως ουσ.) Ο ~ ασκεί τη συμπροεδρία. [< μτγν. ὑποσημειοῦμαι ‘καταγράφω, σημειώνω’] | |
| 53917 | υποσημείωση | [ὑποσημείωση] υ-πο-ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): σημείωση, παρατήρηση στο κάτω μέρος κειμένου· συνεκδ. επισήμανση, μνεία: διευκρινιστικές/επεξηγηματικές ~ώσεις στο τέλος του κεφαλαίου/της σελίδας. Παραπομπή σε ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εισαγωγή ~ης. Βλ. σημειώσεις τέλους.|| Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια ~ (: να υποσημειώσω ότι ...). Το γεγονός αυτό αποτελεί μια απλή ~ στην ιστορία της χώρας (: είναι ασήμαντο, δευτερεύον). [< μτγν. ὑποσημείωσις 'σημείωση περιθωρίου, υπογραφή', αγγλ. footnote] | |
| 53918 | υποσιάγονο | [ὑποσιάγονο] υ-πο-σι-ά-γο-νο ουσ. (ουδ.) & υποσιάγωνο (επίσ.): εξάρτημα το οποίο στηρίζει ή καλύπτει το σαγόνι: αφαιρούμενο ~. ~ βιολιού/κράνους. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ