| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53909 | υποσαχάριος | , α/ος, ο [ὑποσαχάριος] υ-πο-σα-χά-ρι-ος επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τις χώρες της Αφρικής που βρίσκονται νότια από τη Σαχάρα ή προέρχεται από αυτές: ~ες: φυλές. [< γαλλ. subsaharien] | |
| 53910 | υποσελίδα | [ὑποσελίδα] υ-πο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ιστοσελίδα προσβάσιμη μέσω άλλης ιστοσελίδας. [< αγγλ. subpage] | |
| 53911 | υποσελίδιος | , α, ο [ὑποσελίδιος] υ-πο-σε-λί-δι-ος επίθ. & υποσέλιδος, η, ο (λόγ.): (συνήθ. για κείμενο) που βρίσκεται στο κάτω μέρος σελίδας: ~ες: παραπομπές/σημειώσεις. [< γαλλ. en bas de page] | |
| 53912 | υποσέλιδο | [ὑποσέλιδο] υ-πο-σέ-λι-δο ουσ. (ουδ.): περιοχή στο κάτω μέρος της σελίδας εγγράφου, όπου καταγράφονται πληροφορίες, όπως ο τίτλος, ο αριθμός σελίδας ή η ημερομηνία: προσθήκη κειμένου στο ~. Βλ. κεφαλίδα. [< γαλλ. bas de page, αγγλ. footer] | |
| 53913 | υποσέντονο | [ὑποσέντονο] υ-πο-σέ-ντο-νο ουσ. (ουδ.): σεντόνι από ιδιαίτερα απορροφητικό υλικό, που μπαίνει πάνω από το κατωσέντονο, συνήθ. σε κρεβάτια ασθενών και μικρών παιδιών: ~α μιας χρήσης. | |
| 53914 | υποσημαίνει | [ὑποσημαίνει] υ-πο-ση-μαί-νει ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.-επιστ.): υποδηλώνει: Η αφύσικα χαμηλή τιμή της οστικής μάζας ~ οστεοπόρωση. [< αρχ. ὑποσημαίνω] | |
| 53915 | υποσημασία | [ὑποσημασία] υ-πο-ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): δευτερεύουσα σημασία λέξης ή φράσης. [< πβ. μεσν. υποσημασία 'υποσημείωση', αγγλ. subsense] | |
| 53916 | υποσημειώνω | [ὑποσημειώνω] υ-πο-ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υποσημείω-σα, υποσημειώ-σω, -θεί, υποσημειού-μενος, υποσημειω-μένος, υποσημειών-οντας} (λόγ.) 1. σημειώνω στο κάτω μέρος κειμένου ή εικόνας. 2. (κυρ. μτφ.) αναφέρω επιπρόσθετα, επισημαίνω: Θα ήθελα να ~σω ότι ... Όπως ~εται στη σχετική ανακοίνωση, ... ● Μτχ.: υποσημειούμενος , η, ο (επίσ.): υποφαινόμενος: (ως ουσ.) Ο ~ ασκεί τη συμπροεδρία. [< μτγν. ὑποσημειοῦμαι ‘καταγράφω, σημειώνω’] | |
| 53917 | υποσημείωση | [ὑποσημείωση] υ-πο-ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): σημείωση, παρατήρηση στο κάτω μέρος κειμένου· συνεκδ. επισήμανση, μνεία: διευκρινιστικές/επεξηγηματικές ~ώσεις στο τέλος του κεφαλαίου/της σελίδας. Παραπομπή σε ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εισαγωγή ~ης. Βλ. σημειώσεις τέλους.|| Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια ~ (: να υποσημειώσω ότι ...). Το γεγονός αυτό αποτελεί μια απλή ~ στην ιστορία της χώρας (: είναι ασήμαντο, δευτερεύον). [< μτγν. ὑποσημείωσις 'σημείωση περιθωρίου, υπογραφή', αγγλ. footnote] | |
| 53918 | υποσιάγονο | [ὑποσιάγονο] υ-πο-σι-ά-γο-νο ουσ. (ουδ.) & υποσιάγωνο (επίσ.): εξάρτημα το οποίο στηρίζει ή καλύπτει το σαγόνι: αφαιρούμενο ~. ~ βιολιού/κράνους. | |
| 53919 | υποσιτίζω | [ὑποσιτίζω] υ-πο-σι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υποσιτίζ-εται, υποσιτι-στεί, υποσιτιζ-όμενος, υποσιτι-σμένος, κυρ. μεσοπαθ.}: (σπάν.) χορηγώ σε κάποιον τροφή ανεπαρκούς ποσότητας ή χαμηλής ποιότητας. ΑΝΤ. υπερσιτίζω ● Παθ.: υποσιτίζεται: τρέφεται ανεπαρκώς: Ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Γης ~. [< γαλλ. sous-alimenter] | |
| 53920 | υποσιτισμένος | , η, ο [ὑποσιτισμένος] υ-πο-σι-τι-σμέ-νος επίθ.: που υποσιτίζεται: ~α: παιδιά.|| (ως ουσ.) Οι ~οι του πλανήτη ξεπερνούν το ένα δις. [< γαλλ. sous-alimenté, 1925] | |
| 53921 | υποσιτισμός | [ὑποσιτισμός] υ-πο-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): διατροφή ελλιπής σε ποσότητα ή θρεπτικές ουσίες, η οποία θέτει σε κίνδυνο την υγεία: παιδικός/χρόνιος ~. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερσιτισμός (1) [< γαλλ. sous-alimentation, 1918] | |
| 53922 | υποσκάπτω | [ὑποσκάπτω] υ-πο-σκά-πτω ρ. (μτβ.) {υπέσκα-ψα, υποσκάπτ-οντας}: φθείρω, αποδυναμώνω ενεργώντας συνήθ. ύπουλα: ~ουν την αξιοπιστία (της χώρας)/την εμπιστοσύνη (των καταναλωτών)/τα θεμέλια (της δημοκρατίας/της κοινωνίας)/το κύρος (του προέδρου)/τις προσπάθειες (για ειρήνη). Πβ. επιβουλεύομαι, σαμποτάρω, φαλκιδεύω. ΣΥΝ. ναρκοθετώ (2), υπονομεύω [< μτγν. ὑποσκάπτω] | |
| 53923 | υποσκαφή | [ὑποσκαφή] υ-πο-σκα-φή ουσ. (θηλ.): σκάψιμο κάτω από μια επιφάνεια: ~ του εδάφους (λόγω διάβρωσης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ του δέρματος. [< μτγν. ὑποσκαφή ‘σκάψιμο’] | |
| 53924 | υπόσκαφος | , η, ο [ὑπόσκαφος] υ-πό-σκα-φος επίθ.: που έχει λαξευτεί σε βράχο, πλαγιά βουνού ή κάτω από το έδαφος: ~ος: χώρος. ~η: σπηλιά. ~ο: κτίριο. ● Ουσ.: υπόσκαφο (το): ΑΡΧΙΤ. παραδοσιακό κτίσμα, χαρακτηριστικό κυρ. της Σαντορίνης, το οποίο είναι λαξευμένο στον ηφαιστειογενή βράχο και φωτίζεται και εξαερίζεται μόνο από την πρόσοψη. | |
| 53925 | υπόσκαψη | [ὑπόσκαψη] υ-πό-σκα-ψη ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποσκάπτω: ~ των θεσμών. Προσπάθεια ~ης του προέδρου. Πβ. σαμποτάρισμα. ΣΥΝ. υπονόμευση, φαλκίδευση | |
| 53926 | υποσκελίζω | [ὑποσκελίζω] υ-πο-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποσκέλι-σε, υποσκελί-σει, -στηκε, -στεί, υποσκελίζ-οντας} (λόγ.): επικρατώ συνήθ. με αθέμιτα μέσα, θέτω στο περιθώριο: ~σε τους αντιπάλους του. Πβ. καπακώνω, παραμερίζω. Βλ. υπερσκελίζω. ΣΥΝ. παραγκωνίζω [< αρχ. ὑποσκελίζω ‘κάνω κάποιον να σκοντάωει, εξαπατώ’] | |
| 53927 | υποσκελισμός | [ὑποσκελισμός] υ-πο-σκε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & υποσκέλιση (η) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποσκελίζω: Δεν θα ανεχθεί τον ~ό του από τους κομματικούς αντιπάλους. Πβ. παρα-γκωνισμός, -μερισμός, τρικλοποδιά. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑποσκελισμός] | |
| 53928 | υποσκιάζω | [ὑποσκιάζω] υ-πο-σκι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υποσκία-σε, υποσκιά-στηκε} (σπάν.-μτφ.): επισκιάζω. [< μτγν. ὑποσκιάζω ‘σκοτεινιάζω σταδιακά’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ