Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54420-54440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53919υποσιτίζω[ὑποσιτίζω] υ-πο-σι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υποσιτίζ-εται, υποσιτι-στεί, υποσιτιζ-όμενος, υποσιτι-σμένος, κυρ. μεσοπαθ.}: (σπάν.) χορηγώ σε κάποιον τροφή ανεπαρκούς ποσότητας ή χαμηλής ποιότητας. ΑΝΤ. υπερσιτίζω ● Παθ.: υποσιτίζεται: τρέφεται ανεπαρκώς: Ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Γης ~. [< γαλλ. sous-alimenter]
53920υποσιτισμένος, η, ο [ὑποσιτισμένος] υ-πο-σι-τι-σμέ-νος επίθ.: που υποσιτίζεται: ~α: παιδιά.|| (ως ουσ.) Οι ~οι του πλανήτη ξεπερνούν το ένα δις. [< γαλλ. sous-alimenté, 1925]
53921υποσιτισμός[ὑποσιτισμός] υ-πο-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): διατροφή ελλιπής σε ποσότητα ή θρεπτικές ουσίες, η οποία θέτει σε κίνδυνο την υγεία: παιδικός/χρόνιος ~. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερσιτισμός (1) [< γαλλ. sous-alimentation, 1918]
53922υποσκάπτω[ὑποσκάπτω] υ-πο-σκά-πτω ρ. (μτβ.) {υπέσκα-ψα, υποσκάπτ-οντας}: φθείρω, αποδυναμώνω ενεργώντας συνήθ. ύπουλα: ~ουν την αξιοπιστία (της χώρας)/την εμπιστοσύνη (των καταναλωτών)/τα θεμέλια (της δημοκρατίας/της κοινωνίας)/το κύρος (του προέδρου)/τις προσπάθειες (για ειρήνη). Πβ. επιβουλεύομαι, σαμποτάρω, φαλκιδεύω. ΣΥΝ. ναρκοθετώ (2), υπονομεύω [< μτγν. ὑποσκάπτω]
53923υποσκαφή[ὑποσκαφή] υ-πο-σκα-φή ουσ. (θηλ.): σκάψιμο κάτω από μια επιφάνεια: ~ του εδάφους (λόγω διάβρωσης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ του δέρματος. [< μτγν. ὑποσκαφή ‘σκάψιμο’]
53924υπόσκαφος, η, ο [ὑπόσκαφος] υ-πό-σκα-φος επίθ.: που έχει λαξευτεί σε βράχο, πλαγιά βουνού ή κάτω από το έδαφος: ~ος: χώρος. ~η: σπηλιά. ~ο: κτίριο. ● Ουσ.: υπόσκαφο (το): ΑΡΧΙΤ. παραδοσιακό κτίσμα, χαρακτηριστικό κυρ. της Σαντορίνης, το οποίο είναι λαξευμένο στον ηφαιστειογενή βράχο και φωτίζεται και εξαερίζεται μόνο από την πρόσοψη.
53925υπόσκαψη[ὑπόσκαψη] υ-πό-σκα-ψη ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποσκάπτω: ~ των θεσμών. Προσπάθεια ~ης του προέδρου. Πβ. σαμποτάρισμα. ΣΥΝ. υπονόμευση, φαλκίδευση
53926υποσκελίζω[ὑποσκελίζω] υ-πο-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποσκέλι-σε, υποσκελί-σει, -στηκε, -στεί, υποσκελίζ-οντας} (λόγ.): επικρατώ συνήθ. με αθέμιτα μέσα, θέτω στο περιθώριο: ~σε τους αντιπάλους του. Πβ. καπακώνω, παραμερίζω. Βλ. υπερσκελίζω. ΣΥΝ. παραγκωνίζω [< αρχ. ὑποσκελίζω ‘κάνω κάποιον να σκοντάωει, εξαπατώ’]
53927υποσκελισμός[ὑποσκελισμός] υ-πο-σκε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & υποσκέλιση (η) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποσκελίζω: Δεν θα ανεχθεί τον ~ό του από τους κομματικούς αντιπάλους. Πβ. παρα-γκωνισμός, -μερισμός, τρικλοποδιά. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὑποσκελισμός]
53928υποσκιάζω[ὑποσκιάζω] υ-πο-σκι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υποσκία-σε, υποσκιά-στηκε} (σπάν.-μτφ.): επισκιάζω. [< μτγν. ὑποσκιάζω ‘σκοτεινιάζω σταδιακά’]
53929υποσκληρίδιος, α/ος, ο [ὑποσκληρίδιος] υ-πο-σκλη-ρί-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εντοπίζεται μεταξύ σκληρής και αραχνοειδούς μήνιγγας του εγκεφάλου: ~ος: χώρος. ~ος: αιμορραγία. ~ο: αιμάτωμα. Βλ. επισκληρίδιος. [< αγγλ. subdural]
53930υποσμηναγός[ὑποσμηναγός] υ-πο-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ανθυποσμηναγό και κατώτερος από τον σμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον ανθυποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον υποπυραγό της Πυροσβεστικής.
53931υποσμηνίας[ὑποσμηνίας] υ-πο-σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κατώτερος από τον σμηνία κατά έναν βαθμό. Βλ. δεκανέας, δίοπος.
53932υποσπαδίας[ὑποσπαδίας] υ-πο-σπα-δί-ας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υποσπαδίαση (η): ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία κατά την οποία η έξοδος της ουρήθρας βρίσκεται στην κάτω πλευρά του πέους. Βλ. κρυψορχία. [< μτγν. ὑποσπαδίας, αγγλ.-γαλλ. hypospadias]
53933υποστάθμη[ὑποστάθμη] υ-πο-στάθ-μη ουσ. (θηλ.): κατακάθι, ίζημα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατωτάτης/της τελευταίας/χαμηλής υποστάθμης (μτφ.-λόγ.): για κάποιον ή κάτι που είναι πολύ κακής ποιότητας: Παρουσιάζει μια εκπομπή ~ ~. [< αρχ. ὑποστάθμη]
53934υποσταθμός[ὑποσταθμός] υ-πο-σταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. κτίριο ή εγκατάσταση που λειτουργεί ως παρακλάδι μεγαλύτερου ή κεντρικού σταθμού: υπαίθριος/υπόγειος ~. ~ φυσικού αερίου. 2. δευτερεύων σταθμός μετατροπής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος: ~ μέσης/υψηλής τάσης. ~ της ΔΕΗ. [< 2: γαλλ. sous-station, 1900]
53935υπόσταση[ὑπόσταση] υ-πό-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ύπαρξη, οντότητα: εθνική/ηθική/κοινωνική/νομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική/υλική/φυσική/ψυχική ~. ~ του ανθρώπου/κράτους. Πβ. είναι, φύση.|| Το σωματείο απέκτησε/έλαβε ~ χάρη στη δράση άξιων μελών. Πβ. λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά.|| Με τις δηλώσεις του έδωσε ~ στις φήμες ... Πβ. δίνω σάρκα και οστά.|| (μτφ.) Άτομο χωρίς ~ (= κύρος, προσωπικότητα).|| (ΝΟΜ.) Αντικειμενική/υποκειμενική ~ (ενός αδικήματος).|| (ΘΕΟΛ.) Οι τρεις ~άσεις του Θεού (βλ. τρισυπόστατος). Πβ. Αγία Τριάδα. 2. (μτφ.) βάση, θεμέλιο: Οι κατηγορίες σου δεν έχουν καμία ~/στερούνται ~ης (: δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, βλ. ανυπόστατος). Πβ. έρεισμα. 3. ΙΑΤΡ. παθητική υπεραιμία σε ένα όργανο ή άλλο μέρος του σώματος λόγω μειωμένης κυκλοφορίας του αίματος: πτωματικές ~άσεις (: ερυθρές κηλίδες ακανόνιστου σχήματος στο δέρμα και τα εσωτερικά όργανα). 4. ΜΟΥΣ. {στον πληθ.} (στη βυζαντινή παρασημαντική) άφωνα σημάδια που σημειώνονται με κόκκινο μελάνι κάτω από τους φθόγγους: άχρονες/έγχρονες ~άσεις. 5. ΦΙΛΟΣ. η ουσία ενός πράγματος, ό,τι υπάρχει ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, σε αντιδιαστολή με τις ιδιότητές του. [< αρχ. ὑπόστασις, αγγλ. hypostasis, γαλλ. hypostase]
53936υποστασιακός, ή, ό [ὑποστασιακός] υ-πο-στα-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υπόσταση. Πβ. υπαρξιακός.
53937υποστασιοποίηση[ὑποστασιοποίηση] υ-πο-στα-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποστασιοποιώ: πολιτική ~ (του έθνους). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. réification, 1912]
53938υποστασιοποιώ[ὑποστασιοποιῶ] υ-πο-στα-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υποστασιοποι-εί ... | υποστασιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): δίνω υπόσταση, πραγματώνω: Η πρωταγωνίστρια ~εί όλους τους χαρακτήρες του έργου. Πβ. δίνω σάρκα και οστά. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. substantialize, γαλλ. réifier, 1930]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.