Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54420-54440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53929υποσκληρίδιος, α/ος, ο [ὑποσκληρίδιος] υ-πο-σκλη-ρί-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εντοπίζεται μεταξύ σκληρής και αραχνοειδούς μήνιγγας του εγκεφάλου: ~ος: χώρος. ~ος: αιμορραγία. ~ο: αιμάτωμα. Βλ. επισκληρίδιος. [< αγγλ. subdural]
53930υποσμηναγός[ὑποσμηναγός] υ-πο-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ανθυποσμηναγό και κατώτερος από τον σμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον ανθυποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον υποπυραγό της Πυροσβεστικής.
53931υποσμηνίας[ὑποσμηνίας] υ-πο-σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κατώτερος από τον σμηνία κατά έναν βαθμό. Βλ. δεκανέας, δίοπος.
53932υποσπαδίας[ὑποσπαδίας] υ-πο-σπα-δί-ας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υποσπαδίαση (η): ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία κατά την οποία η έξοδος της ουρήθρας βρίσκεται στην κάτω πλευρά του πέους. Βλ. κρυψορχία. [< μτγν. ὑποσπαδίας, αγγλ.-γαλλ. hypospadias]
53933υποστάθμη[ὑποστάθμη] υ-πο-στάθ-μη ουσ. (θηλ.): κατακάθι, ίζημα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατωτάτης/της τελευταίας/χαμηλής υποστάθμης (μτφ.-λόγ.): για κάποιον ή κάτι που είναι πολύ κακής ποιότητας: Παρουσιάζει μια εκπομπή ~ ~. [< αρχ. ὑποστάθμη]
53934υποσταθμός[ὑποσταθμός] υ-πο-σταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. κτίριο ή εγκατάσταση που λειτουργεί ως παρακλάδι μεγαλύτερου ή κεντρικού σταθμού: υπαίθριος/υπόγειος ~. ~ φυσικού αερίου. 2. δευτερεύων σταθμός μετατροπής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος: ~ μέσης/υψηλής τάσης. ~ της ΔΕΗ. [< 2: γαλλ. sous-station, 1900]
53935υπόσταση[ὑπόσταση] υ-πό-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ύπαρξη, οντότητα: εθνική/ηθική/κοινωνική/νομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική/υλική/φυσική/ψυχική ~. ~ του ανθρώπου/κράτους. Πβ. είναι, φύση.|| Το σωματείο απέκτησε/έλαβε ~ χάρη στη δράση άξιων μελών. Πβ. λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά.|| Με τις δηλώσεις του έδωσε ~ στις φήμες ... Πβ. δίνω σάρκα και οστά.|| (μτφ.) Άτομο χωρίς ~ (= κύρος, προσωπικότητα).|| (ΝΟΜ.) Αντικειμενική/υποκειμενική ~ (ενός αδικήματος).|| (ΘΕΟΛ.) Οι τρεις ~άσεις του Θεού (βλ. τρισυπόστατος). Πβ. Αγία Τριάδα. 2. (μτφ.) βάση, θεμέλιο: Οι κατηγορίες σου δεν έχουν καμία ~/στερούνται ~ης (: δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, βλ. ανυπόστατος). Πβ. έρεισμα. 3. ΙΑΤΡ. παθητική υπεραιμία σε ένα όργανο ή άλλο μέρος του σώματος λόγω μειωμένης κυκλοφορίας του αίματος: πτωματικές ~άσεις (: ερυθρές κηλίδες ακανόνιστου σχήματος στο δέρμα και τα εσωτερικά όργανα). 4. ΜΟΥΣ. {στον πληθ.} (στη βυζαντινή παρασημαντική) άφωνα σημάδια που σημειώνονται με κόκκινο μελάνι κάτω από τους φθόγγους: άχρονες/έγχρονες ~άσεις. 5. ΦΙΛΟΣ. η ουσία ενός πράγματος, ό,τι υπάρχει ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, σε αντιδιαστολή με τις ιδιότητές του. [< αρχ. ὑπόστασις, αγγλ. hypostasis, γαλλ. hypostase]
53936υποστασιακός, ή, ό [ὑποστασιακός] υ-πο-στα-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υπόσταση. Πβ. υπαρξιακός.
53937υποστασιοποίηση[ὑποστασιοποίηση] υ-πο-στα-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποστασιοποιώ: πολιτική ~ (του έθνους). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. réification, 1912]
53938υποστασιοποιώ[ὑποστασιοποιῶ] υ-πο-στα-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υποστασιοποι-εί ... | υποστασιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): δίνω υπόσταση, πραγματώνω: Η πρωταγωνίστρια ~εί όλους τους χαρακτήρες του έργου. Πβ. δίνω σάρκα και οστά. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. substantialize, γαλλ. réifier, 1930]
53939υποστάτης[ὑποστάτης] υ-πο-στά-της ουσ. (αρσ.): στήριγμα, βάση: επιτραπέζιος ~.|| ~ λέμβου. Βλ. -στάτης. [< μτγν. ὑποστάτης]
53940υποστατικό[ὑποστατικό] υ-πο-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.) (κυρ. στην Κύπρο) 1. αγρόκτημα: κτηνοτροφικό ~. Πβ. κτήμα, φάρμα. 2. αγροικία και γενικότ. κατοικία ή άλλο οίκημα. [< μεσν. υποστατικό(ν)]
53941υποστατικός, ή, ό [ὑποστατικός] υ-πο-στα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υπόσταση: ~ή: ετερότητα. Βλ. προσωπικότητα, ψυχισμός.|| (ΘΕΟΛ.) ~ή: αρχή (πβ. κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν)/ένωση (θείας και ανθρώπινης φύσης)/ιδιότητα. ~ό: ιδίωμα (: χαρακτηριστικά της υπόστασης του κάθε προσώπου της Αγίας Τριάδας).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: πνευμονία (: λοίμωξη λόγω παρατεταμένης κατάκλισης). [< μτγν. ὑποστατικός, γαλλ. hypostatique, αγγλ. hypostatic]
53942υποστατός, ή, ό [ὑποστατός] υ-πο-στα-τός επίθ.: που έχει υπόσταση, βάσιμος, πραγματικός: (ΝΟΜ.) ~ός: γάμος. Πβ. έγκυρος, νόμιμος.|| (ως ουσ.) Το ~ό της απόφασης/των εξόδων. ΑΝΤ. ανυπόστατος [< μτγν. ὑποστατός]
53943υπόστεγο[ὑπόστεγο] υ-πό-στε-γο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έγου}: στεγασμένος ανοιχτός χώρος, ανεξάρτητος ή προσαρτημένος σε κτίριο: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ αεροσκαφών (: τεχνική βάση)/αποθήκευσης (= αποθήκη). Κατασκευή ~έγου. Στάθηκε κάτω από το ~ μέχρι να σταματήσει η βροχή. Πβ. χαγιάτι. Βλ. προστέγασμα. [< μτγν. ὑπόστεγον]
53944υπόστεγος, η, ο [ὑπόστεγος] υ-πό-στε-γος επίθ. (λόγ.): καλυμμένος με υπόστεγο: ~ος: χώρος. [< μτγν. ὑπόστεγος ‘που βρίσκεται κάτω από τη στέγη, στο σπίτι, στεγασμένος’]
53945υποστελέχωση[ὑποστελέχωση] υ-πο-στε-λέ-χω-ση ουσ. (θηλ.): ανεπαρκής, ελλιπής στελέχωση.
53946υποστέλλω[ὑποστέλλω] υ-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {υπέστειλε, υποστείλει, (λόγ.) υπεστάλη, υποσταλεί, υποστέλλ-οντας} (λόγ.) 1. μετακινώ προς τα κάτω, χαμηλώνω: Υπέστειλαν τα λάβαρα (ΑΝΤ. υψώνω). 2. (μτφ.) ελαττώνω, περιορίζω: Αποφάσισαν να μην υποστείλουν τους αγώνες τους. ● ΦΡ.: υποστέλλω τη σημαία 1. την κατεβάζω από τον ιστό της. 2. (μτφ.) παραιτούμαι από προσπάθεια, στόχους: Δεν υπέστειλε ~ του καθήκοντος/του χρέους. [< αρχ. ὑποστέλλω]
53947υποστήριγμα[ὑποστήριγμα] υ-πο-στή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.): στήριγμα που τοποθετείται κάτω από κάτι, βάση: μεταλλικό/πλάγιο/σταθερό ~. ~ καρπού/κεφαλής/πτέρνας/ώμου. Πβ. ακουμπιστήρι, έρεισμα, ορθοστάτης, υπόβαθρο. [< μτγν. ὑποστήριγμα]
53948υποστηρίζω[ὑποστηρίζω] υ-πο-στη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {υποστήρι-ξα, υποστηρί-ξω, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, υποστηρίζ-οντας, -όμενος, υποστηρι-γμένος} 1. (μτφ.) υπερασπίζομαι μια άποψη ή τάσσομαι υπέρ κάποιου: ~ει με επιχειρήματα/πάθος τη θέση/τη θεωρία/την ιδέα ότι ... ~ουν αποφασιστικά/σθεναρά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ει το δικαίωμά του να ... Πβ. προωθώ.|| ~ξε την διδακτορική του διατριβή (: την παρουσίασε επίσημα ενώπιον της επιτροπής).|| Όποτε μαλώνω με τον αδελφό μου, πάντα τον ~εις. ΣΥΝ. παίρνω το μέρος (κάποιου).|| ~ ένα κόμμα/τον υποψήφιο του ... Ποια ομάδα ~εις στο μπάσκετ; 2. (μτφ.) παρέχω κάθε μορφής βοήθεια ή ενίσχυση: Μετά το ατύχημά του, ο φίλος του τον ~ξε (= στήριξε) ηθικά και οικονομικά. Πβ. ενισχύω, συμπαραστέκομαι. 3. (μτφ.) ισχυρίζομαι: ~ει ότι τον λήστεψαν. Ο κατηγορούμενος ~ξε ότι είναι αθώος. ΣΥΝ. διατείνομαι 4. στηρίζω κάτι από κάτω, υποβαστάζω: Τέσσερις κολόνες/στύλοι ~ουν την οροφή. Πβ. υποστυλώνω. 5. ΠΛΗΡΟΦ. για υπολογιστή ή λειτουργικό σύστημα που επιτρέπει τη χρήση ή λειτουργία συγκεκριμένου λογισμικού, γλώσσας προγραμματισμού: Το πρόγραμμα ~ει αρχαία ελληνική γραμματοσειρά. [< 2, 4: μτγν. ὑποστηρίζω 5: αγγλ. support]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.