| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53949 | υποστηρικτής | [ὑποστηρικτής] υ-πο-στη-ρι-κτής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υποστηρίκτρια} & (προφ.) υποστηριχτής: πρόσωπο που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι: βασικός/ενεργός/θερμός/σθεναρός/σταθερός/φανατικός ~. ~ των δικαιωμάτων (των ατόμων με αναπηρία/των μειονοτήτων). ~ του έργου/της προσπάθειας/της πρωτοβουλίας κάποιου. Πβ. αρωγός, βοηθός, προστάτης, σύμμαχος, (συμ)παραστάτης, υπερασπιστής.|| ~ της δημοκρατίας/μιας θεωρίας. Πβ. θιασώτης, υπέρμαχος.|| ~ της ομάδας. Πβ. οπαδός.|| Επίσημος ~ της διοργάνωσης/της καμπάνιας/του συνεδρίου. Πβ. χορηγός.|| Γίνε ~ (της ιστοσελίδας/οικολογικής οργάνωσης). Βλ. μέλος, συνδρομητής. [< γαλλ. défenseur, αγγλ.-γαλλ. supporter] | |
| 53950 | υποστηρικτικός | , ή, ό [ὑποστηρικτικός] υ-πο-στη-ρι-κτι-κός επίθ. & (προφ.) υποστηριχτικός: που προσφέρει υποστήριξη: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισµός/ρόλος (πβ. ενισχυτικός). ~ή: αγωγή/βάση/διδασκαλία/δομή/δράση/θεραπεία/ομάδα/παρέμβαση/στάση/τεχνολογία (: που συμβάλλει στη βελτίωση των λειτουργικών δυνατοτήτων ατόμων με ειδικές ανάγκες)/φροντίδα/ψυχοθεραπεία. ~ό: έργο/λογισμικό/(μαθησιακό/οικογενειακό) περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/προσωπικό/(διδακτικό/εκπαιδευτικό) υλικό. ~οί: φορείς. ~ές: υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: εργαλεία/μαθήματα/μέσα/μέτρα. Το σεμινάριο έχει ~ό χαρακτήρα. Πβ. (υπο)βοηθητικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: ιστός (= ερειστικός). ● επίρρ.: υποστηρικτικά [< πβ. αγγλ. assistive (σπανιότ. supportive) technology] | |
| 53951 | υποστήριξη | [ὑποστήριξη] υ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κάθε μορφής βοήθεια, ενίσχυση: γραμματειακή/διδακτική/διοικητική/εκλογική/επιστημονική/ηλεκτρονική/ιατρική/νομική (= κάλυψη)/οικονομική/πληροφοριακή/συμβουλευτική/τηλεφωνική (: γραμμή ~ης)/υλική/φορολογική/ψηφιακή ~. ~ πελατών/προϊόντων/χρηστών. ~ του κόμματος/της ομάδας. Γραφείο/κέντρο/ομάδα/περιοχή/υπηρεσίες/φορέας ~ης. Πβ. συνδρομή.|| Ηθική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. Ξεπέρασε το πρόβλημά του χάρη στην ~ των φίλων του. Εξασφάλισε/κέρδισε την ~ του ... Ο υποψήφιος βουλευτής έχει τη λαϊκή ~. Με τη θερμή ~ του κόσμου. Πβ. στήριξη, συμπαράσταση. Βλ. αλληλοϋποστήριξη.|| (ΙΑΤΡ.) Μηχανική ~ της αναπνοής/καρδιάς.|| (ΣΤΡΑΤ.) Τάγμα/ταξιαρχία ~ίξεως.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ λογισμικού/πληροφοριακών συστημάτων. Βλ. τηλεϋποστήριξη. 2. (μτφ.) υπεράσπιση: ~ της γνώμης/θέσης/θεωρίας/ιδέας ότι ...|| ~ των δικαιωμάτων των παιδιών. Πβ. προάσπιση.|| ~ της διδακτορικής διατριβής. 3. παροχή στήριξης κάτω από κάτι: ~ τοίχου (για ηχεία/οθόνη). ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική υποστήριξη: ΣΤΡΑΤ. κάθε μορφή υποστήριξης που παρέχεται από την αεροπορία σε ναυτικές ή χερσαίες δυνάμεις κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων. [< αγγλ. air support] , τεχνική υποστήριξη/βοήθεια βλ. τεχνικός, υποστήριξη της ζωής βλ. ζωή [< μεσν. υποστήριξις, γαλλ. soutien, αγγλ. support] | |
| 53952 | υποστηρίξιμος | , η, ο [ὑποστηρίξιμος] υ-πο-στη-ρί-ξι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υποστηριχτεί: ~η: θέση. ~ες: απόψεις. | |
| 53953 | υποστιγμή | [ὑποστιγμή] υ-πο-στιγ-μή ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΓΡΑΜΜ. κόμμα. [< μτγν. ὑποστιγμή ‘παύση του λόγου (αντίστοιχη με το κόμμα)’] | |
| 53954 | υποστολή | [ὑποστολή] υ-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υποστολή (της) σημαίας 1. κατέβασμα της σημαίας από τον ιστό της: επίσημη έπαρση και ~ ~. Τελετή ~ής της ~ας. ΑΝΤ. ύψωση. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος εγκαταλείπει την ενεργό δράση: ~ ~ για τον ποδοσφαιριστή μετά από είκοσι χρόνια στα γήπεδα. [< μτγν. ὑποστολή ‘περιορισμός, μείωση’] | |
| 53955 | υποστρατηγείο | [ὑποστρατηγεῖο] υ-πο-στρα-τη-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. η έδρα του υποστράτηγου και του επιτελείου του και συνεκδ. το ίδιο το επιτελείο: αεροπορικό/νατοϊκό ~. | |
| 53956 | υποστράτηγος | [ὑποστράτηγος] υ-πο-στρά-τη-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήγου}: ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς και της Ελληνικής Αστυνομίας, ανώτερος από τον ταξίαρχο και κατώτερος από τον αντιστράτηγο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος και τον υποπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. || ~ του Πυροσβεστικού Σώματος (: ανώτερος από τον αρχιπύραρχο και κατώτερος από τον αντιστράτηγο). [< αρχ. ὑποστράτηγος] | |
| 53957 | υποστρέφω | [ὑποστρέφω] υ-πο-στρέ-φω ρ. (αμτβ.) {υπέστρε-ψε, υποστρέ-ψει} 1. (για όχημα) εκτελώ υποστροφή: Το αυτοκίνητο ~ει ελαφρά/έντονα σε ολισθηρό οδόστρωμα. Βλ. υπερστρέφω. 2. ΙΑΤΡ. υποχωρώ: Τα συγγενή αιμαγγειώματα συνήθως ~ουν χωρίς θεραπεία. 3. ΝΑΥΤ. στρέφω την πρύμνη του ιστιοφόρου προς την κατεύθυνση που φυσά ο άνεμος. Πβ. ποδίζω. [< αρχ. ὑποστρέφω ‘γυρίζω προς τα πίσω’ 1: αγγλ. understeer, 1936 3: γαλλ. virer de bord] | |
| 53958 | υποστροφή | [ὑποστροφή] υ-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. η τάση ενός οχήματος να διαγράφει πιο ανοιχτή στροφή από την επιθυμητή, επειδή οι μπροστινοί τροχοί χάνουν την πρόσφυσή τους, με αποτέλεσμα το όχημα να συνεχίζει την ευθεία πορεία: ~ ισχύος. Βλ. υπερστροφή. 2. ΙΑΤΡ. υποχώρηση, διακοπή της εξέλιξης: αυτόματη ~. ~ του όγκου/της υπερτροφίας (της αριστερής κοιλίας). 3. ΝΑΥΤ. αλλαγή πορείας ιστιοφόρου για την αντιμετώπιση του ανέμου που έρχεται από την πρύμνη. Βλ. ορτσάρισμα. ΣΥΝ. πότζα [< αρχ. ὑποστροφή 1: αγγλ. understeer, 1936, γαλλ. retour, virage] | |
| 53959 | υποστροφικός | , ή, ό [ὑποστροφικός] υ-πο-στρο-φι-κός επίθ.: (για όχημα) που υποστρέφει, αυξάνοντας την ταχύτητα: ~ός: χαρακτήρας του αυτοκινήτου. | |
| 53960 | υπόστροφος | , η/ος, ο [ὑπόστροφος] υ-πό-στρο-φος επίθ.: ΙΑΤΡ. που επανεμφανίζεται ύστερα από περίοδο ύφεσης: ~ος: πυρετός. [< μτγν. ὑπόστροφος] | |
| 53961 | υπόστρωμα | [ὑπόστρωμα] υ-πό-στρω-μα ουσ. (ουδ.) {υποστρώμ-ατα} 1. οτιδήποτε τοποθετείται, δημιουργείται ή υπάρχει κάτω από κάτι άλλο: αδιάβροχο/ακρυλικό/αντισκωριακό/μαλακό/μονωτικό/φυσικό ~. Κρεβάτι με ~. ~ του ενυδρείου.|| (ΓΕΩΛ.) Βραχώδες/γεωλογικό/εδαφικό ~. Ορυκτά ~ατα. ~ του βυθού/καλλιέργειας μανιταριών.|| (ΙΑΤΡ.) Γονιδιακό/παθολογικό ~ (πβ. προδιάθεση).|| (ΒΙΟΛ.) Θρεπτικό ~ (για την ανάπτυξη μικροοργανισμών). 2. (μτφ.) βάση ή βαθύτερη αιτία μιας μεταγενέστερης κατάστασης ή εξέλιξης: βιολογικό/κοινωνικό/πνευματικό/πολιτιστικό/ψυχολογικό ~. Tο ~ μιας προβληματικής σχέσης. Πβ. υπόβαθρο. 3. ΓΛΩΣΣ. στοιχεία ή χαρακτηριστικά μιας γλώσσας τα οποία θεωρούνται υπολείμματα ή αποτέλεσμα επίδρασης προγενέστερης γλώσσας που μιλιόταν στην ίδια περιοχή: προελληνικό ~. 4. ΒΙΟΧ. ουσία πάνω στην οποία ασκεί καταλυτική δράση ένα ένζυμο: οξείδωση του ~ατος. [< 1,2: αρχ. ὑπόστρωμα 3,4: γαλλ. substrat] | |
| 53962 | υπόστρωση | [ὑπόστρωση] υ-πό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): στρώση κάτω από μια επιφάνεια. Βλ. υπόστρωμα. [< πβ. μτγν. ὑπόστρωσις 'πάτωμα'] | |
| 53963 | υπόστυλος | , η, ο [ὑπόστυλος] υ-πό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (κυρ. για οικοδόμημα) το οποίο στηρίζεται σε κολόνες, στύλους: ~ος: χώρος. ~η: αίθουσα/κρύπτη. [< μτγν. ὑπόστυλος] | |
| 53964 | υποστύλωμα | [ὑποστύλωμα] υ-πο-στύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {υποστυλώμ-ατος | -ατα}: ΑΡΧΙΤ. στύλος, κολόνα ή άλλο δομικό στοιχείο που τοποθετείται κυρ. κατακόρυφα και λειτουργεί ως υποστήριγμα: φυτευτό ~. Βάση ~ατος. Η κατάρρευση του ~ατος. Πβ. αντέρεισμα, (αντι)στήριγμα.|| (μτφ.) Ο τουρισμός θεωρείται ~ της τοπικής οικονομίας. [< μτγν. ὑποστύλωμα] | |
| 53965 | υποστυλώνω | [ὑποστυλώνω] υ-πο-στυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {υποστύλω-σε, υποστυλώ-σει, -θηκε, -μένος}: στηρίζω με υποστυλώματα: Δύο χαμηλά τόξα ~ουν την αψίδα της στέγης. Πβ. υποστηρίζω.|| (μτφ.) Τα ανθρωπιστικά ιδεώδη ~ουν τη δημοκρατία. [< μτγν. ὑποστυλῶ] | |
| 53966 | υποστύλωση | [ὑποστύλωση] υ-πο-στύ-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποστυλώνω: έργα ~ης κτιρίων. Πβ. αντιστήριξη.|| (ΓΕΩΠ.) Καλλιέργεια αμπελιών με ~.|| (μτφ.) ~ των δημοκρατικών θεσμών. Πβ. υποστήριξη. [< μτγν. ὑποστύλωσις] | |
| 53967 | υποστώ | βλ. υφίσταμαι | |
| 53968 | υποσυνείδητο | [ὑποσυνείδητο] υ-πο-συ-νεί-δη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου}: ΨΥΧΟΛ. ψυχικές διεργασίες που συμβαίνουν κάτω από το επίπεδο της συνείδησης και μπορεί να επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, χωρίς το άτομο να τις αντιλαμβάνεται: ατομικό/σκοτεινό ~. Τα βάθη/η δύναμη του ~ήτου. Συναισθήματα θαμμένα/κρυμμένα στο ~. Μια τραυματική εμπειρία συχνά απωθείται/καταγράφεται στο ~. Διαφημίσεις/τεχνικές που απευθύνονται στο ~. Βλ. ασυνείδητο, συνειδητό. [< γερμ. Unterbewusstsein] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ