Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54440-54460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53939υποστάτης[ὑποστάτης] υ-πο-στά-της ουσ. (αρσ.): στήριγμα, βάση: επιτραπέζιος ~.|| ~ λέμβου. Βλ. -στάτης. [< μτγν. ὑποστάτης]
53940υποστατικό[ὑποστατικό] υ-πο-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.) (κυρ. στην Κύπρο) 1. αγρόκτημα: κτηνοτροφικό ~. Πβ. κτήμα, φάρμα. 2. αγροικία και γενικότ. κατοικία ή άλλο οίκημα. [< μεσν. υποστατικό(ν)]
53941υποστατικός, ή, ό [ὑποστατικός] υ-πο-στα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υπόσταση: ~ή: ετερότητα. Βλ. προσωπικότητα, ψυχισμός.|| (ΘΕΟΛ.) ~ή: αρχή (πβ. κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν)/ένωση (θείας και ανθρώπινης φύσης)/ιδιότητα. ~ό: ιδίωμα (: χαρακτηριστικά της υπόστασης του κάθε προσώπου της Αγίας Τριάδας).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: πνευμονία (: λοίμωξη λόγω παρατεταμένης κατάκλισης). [< μτγν. ὑποστατικός, γαλλ. hypostatique, αγγλ. hypostatic]
53942υποστατός, ή, ό [ὑποστατός] υ-πο-στα-τός επίθ.: που έχει υπόσταση, βάσιμος, πραγματικός: (ΝΟΜ.) ~ός: γάμος. Πβ. έγκυρος, νόμιμος.|| (ως ουσ.) Το ~ό της απόφασης/των εξόδων. ΑΝΤ. ανυπόστατος [< μτγν. ὑποστατός]
53943υπόστεγο[ὑπόστεγο] υ-πό-στε-γο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έγου}: στεγασμένος ανοιχτός χώρος, ανεξάρτητος ή προσαρτημένος σε κτίριο: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ αεροσκαφών (: τεχνική βάση)/αποθήκευσης (= αποθήκη). Κατασκευή ~έγου. Στάθηκε κάτω από το ~ μέχρι να σταματήσει η βροχή. Πβ. χαγιάτι. Βλ. προστέγασμα. [< μτγν. ὑπόστεγον]
53944υπόστεγος, η, ο [ὑπόστεγος] υ-πό-στε-γος επίθ. (λόγ.): καλυμμένος με υπόστεγο: ~ος: χώρος. [< μτγν. ὑπόστεγος ‘που βρίσκεται κάτω από τη στέγη, στο σπίτι, στεγασμένος’]
53945υποστελέχωση[ὑποστελέχωση] υ-πο-στε-λέ-χω-ση ουσ. (θηλ.): ανεπαρκής, ελλιπής στελέχωση.
53946υποστέλλω[ὑποστέλλω] υ-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {υπέστειλε, υποστείλει, (λόγ.) υπεστάλη, υποσταλεί, υποστέλλ-οντας} (λόγ.) 1. μετακινώ προς τα κάτω, χαμηλώνω: Υπέστειλαν τα λάβαρα (ΑΝΤ. υψώνω). 2. (μτφ.) ελαττώνω, περιορίζω: Αποφάσισαν να μην υποστείλουν τους αγώνες τους. ● ΦΡ.: υποστέλλω τη σημαία 1. την κατεβάζω από τον ιστό της. 2. (μτφ.) παραιτούμαι από προσπάθεια, στόχους: Δεν υπέστειλε ~ του καθήκοντος/του χρέους. [< αρχ. ὑποστέλλω]
53947υποστήριγμα[ὑποστήριγμα] υ-πο-στή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.): στήριγμα που τοποθετείται κάτω από κάτι, βάση: μεταλλικό/πλάγιο/σταθερό ~. ~ καρπού/κεφαλής/πτέρνας/ώμου. Πβ. ακουμπιστήρι, έρεισμα, ορθοστάτης, υπόβαθρο. [< μτγν. ὑποστήριγμα]
53948υποστηρίζω[ὑποστηρίζω] υ-πο-στη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {υποστήρι-ξα, υποστηρί-ξω, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, υποστηρίζ-οντας, -όμενος, υποστηρι-γμένος} 1. (μτφ.) υπερασπίζομαι μια άποψη ή τάσσομαι υπέρ κάποιου: ~ει με επιχειρήματα/πάθος τη θέση/τη θεωρία/την ιδέα ότι ... ~ουν αποφασιστικά/σθεναρά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ει το δικαίωμά του να ... Πβ. προωθώ.|| ~ξε την διδακτορική του διατριβή (: την παρουσίασε επίσημα ενώπιον της επιτροπής).|| Όποτε μαλώνω με τον αδελφό μου, πάντα τον ~εις. ΣΥΝ. παίρνω το μέρος (κάποιου).|| ~ ένα κόμμα/τον υποψήφιο του ... Ποια ομάδα ~εις στο μπάσκετ; 2. (μτφ.) παρέχω κάθε μορφής βοήθεια ή ενίσχυση: Μετά το ατύχημά του, ο φίλος του τον ~ξε (= στήριξε) ηθικά και οικονομικά. Πβ. ενισχύω, συμπαραστέκομαι. 3. (μτφ.) ισχυρίζομαι: ~ει ότι τον λήστεψαν. Ο κατηγορούμενος ~ξε ότι είναι αθώος. ΣΥΝ. διατείνομαι 4. στηρίζω κάτι από κάτω, υποβαστάζω: Τέσσερις κολόνες/στύλοι ~ουν την οροφή. Πβ. υποστυλώνω. 5. ΠΛΗΡΟΦ. για υπολογιστή ή λειτουργικό σύστημα που επιτρέπει τη χρήση ή λειτουργία συγκεκριμένου λογισμικού, γλώσσας προγραμματισμού: Το πρόγραμμα ~ει αρχαία ελληνική γραμματοσειρά. [< 2, 4: μτγν. ὑποστηρίζω 5: αγγλ. support]
53949υποστηρικτής[ὑποστηρικτής] υ-πο-στη-ρι-κτής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υποστηρίκτρια} & (προφ.) υποστηριχτής: πρόσωπο που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι: βασικός/ενεργός/θερμός/σθεναρός/σταθερός/φανατικός ~. ~ των δικαιωμάτων (των ατόμων με αναπηρία/των μειονοτήτων). ~ του έργου/της προσπάθειας/της πρωτοβουλίας κάποιου. Πβ. αρωγός, βοηθός, προστάτης, σύμμαχος, (συμ)παραστάτης, υπερασπιστής.|| ~ της δημοκρατίας/μιας θεωρίας. Πβ. θιασώτης, υπέρμαχος.|| ~ της ομάδας. Πβ. οπαδός.|| Επίσημος ~ της διοργάνωσης/της καμπάνιας/του συνεδρίου. Πβ. χορηγός.|| Γίνε ~ (της ιστοσελίδας/οικολογικής οργάνωσης). Βλ. μέλος, συνδρομητής. [< γαλλ. défenseur, αγγλ.-γαλλ. supporter]
53950υποστηρικτικός, ή, ό [ὑποστηρικτικός] υ-πο-στη-ρι-κτι-κός επίθ. & (προφ.) υποστηριχτικός: που προσφέρει υποστήριξη: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισµός/ρόλος (πβ. ενισχυτικός). ~ή: αγωγή/βάση/διδασκαλία/δομή/δράση/θεραπεία/ομάδα/παρέμβαση/στάση/τεχνολογία (: που συμβάλλει στη βελτίωση των λειτουργικών δυνατοτήτων ατόμων με ειδικές ανάγκες)/φροντίδα/ψυχοθεραπεία. ~ό: έργο/λογισμικό/(μαθησιακό/οικογενειακό) περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/προσωπικό/(διδακτικό/εκπαιδευτικό) υλικό. ~οί: φορείς. ~ές: υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: εργαλεία/μαθήματα/μέσα/μέτρα. Το σεμινάριο έχει ~ό χαρακτήρα. Πβ. (υπο)βοηθητικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: ιστός (= ερειστικός). ● επίρρ.: υποστηρικτικά [< πβ. αγγλ. assistive (σπανιότ. supportive) technology]
53951υποστήριξη[ὑποστήριξη] υ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κάθε μορφής βοήθεια, ενίσχυση: γραμματειακή/διδακτική/διοικητική/εκλογική/επιστημονική/ηλεκτρονική/ιατρική/νομική (= κάλυψη)/οικονομική/πληροφοριακή/συμβουλευτική/τηλεφωνική (: γραμμή ~ης)/υλική/φορολογική/ψηφιακή ~. ~ πελατών/προϊόντων/χρηστών. ~ του κόμματος/της ομάδας. Γραφείο/κέντρο/ομάδα/περιοχή/υπηρεσίες/φορέας ~ης. Πβ. συνδρομή.|| Ηθική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. Ξεπέρασε το πρόβλημά του χάρη στην ~ των φίλων του. Εξασφάλισε/κέρδισε την ~ του ... Ο υποψήφιος βουλευτής έχει τη λαϊκή ~. Με τη θερμή ~ του κόσμου. Πβ. στήριξη, συμπαράσταση. Βλ. αλληλοϋποστήριξη.|| (ΙΑΤΡ.) Μηχανική ~ της αναπνοής/καρδιάς.|| (ΣΤΡΑΤ.) Τάγμα/ταξιαρχία ~ίξεως.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ λογισμικού/πληροφοριακών συστημάτων. Βλ. τηλεϋποστήριξη. 2. (μτφ.) υπεράσπιση: ~ της γνώμης/θέσης/θεωρίας/ιδέας ότι ...|| ~ των δικαιωμάτων των παιδιών. Πβ. προάσπιση.|| ~ της διδακτορικής διατριβής. 3. παροχή στήριξης κάτω από κάτι: ~ τοίχου (για ηχεία/οθόνη). ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική υποστήριξη: ΣΤΡΑΤ. κάθε μορφή υποστήριξης που παρέχεται από την αεροπορία σε ναυτικές ή χερσαίες δυνάμεις κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων. [< αγγλ. air support] , τεχνική υποστήριξη/βοήθεια βλ. τεχνικός, υποστήριξη της ζωής βλ. ζωή [< μεσν. υποστήριξις, γαλλ. soutien, αγγλ. support]
53952υποστηρίξιμος, η, ο [ὑποστηρίξιμος] υ-πο-στη-ρί-ξι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υποστηριχτεί: ~η: θέση. ~ες: απόψεις.
53953υποστιγμή[ὑποστιγμή] υ-πο-στιγ-μή ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΓΡΑΜΜ. κόμμα. [< μτγν. ὑποστιγμή ‘παύση του λόγου (αντίστοιχη με το κόμμα)’]
53954υποστολή[ὑποστολή] υ-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υποστολή (της) σημαίας 1. κατέβασμα της σημαίας από τον ιστό της: επίσημη έπαρση και ~ ~. Τελετή ~ής της ~ας. ΑΝΤ. ύψωση. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος εγκαταλείπει την ενεργό δράση: ~ ~ για τον ποδοσφαιριστή μετά από είκοσι χρόνια στα γήπεδα. [< μτγν. ὑποστολή ‘περιορισμός, μείωση’]
53955υποστρατηγείο[ὑποστρατηγεῖο] υ-πο-στρα-τη-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. η έδρα του υποστράτηγου και του επιτελείου του και συνεκδ. το ίδιο το επιτελείο: αεροπορικό/νατοϊκό ~.
53956υποστράτηγος[ὑποστράτηγος] υ-πο-στρά-τη-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήγου}: ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς και της Ελληνικής Αστυνομίας, ανώτερος από τον ταξίαρχο και κατώτερος από τον αντιστράτηγο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος και τον υποπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. || ~ του Πυροσβεστικού Σώματος (: ανώτερος από τον αρχιπύραρχο και κατώτερος από τον αντιστράτηγο). [< αρχ. ὑποστράτηγος]
53957υποστρέφω[ὑποστρέφω] υ-πο-στρέ-φω ρ. (αμτβ.) {υπέστρε-ψε, υποστρέ-ψει} 1. (για όχημα) εκτελώ υποστροφή: Το αυτοκίνητο ~ει ελαφρά/έντονα σε ολισθηρό οδόστρωμα. Βλ. υπερστρέφω. 2. ΙΑΤΡ. υποχωρώ: Τα συγγενή αιμαγγειώματα συνήθως ~ουν χωρίς θεραπεία. 3. ΝΑΥΤ. στρέφω την πρύμνη του ιστιοφόρου προς την κατεύθυνση που φυσά ο άνεμος. Πβ. ποδίζω. [< αρχ. ὑποστρέφω ‘γυρίζω προς τα πίσω’ 1: αγγλ. understeer, 1936 3: γαλλ. virer de bord]
53958υποστροφή[ὑποστροφή] υ-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. η τάση ενός οχήματος να διαγράφει πιο ανοιχτή στροφή από την επιθυμητή, επειδή οι μπροστινοί τροχοί χάνουν την πρόσφυσή τους, με αποτέλεσμα το όχημα να συνεχίζει την ευθεία πορεία: ~ ισχύος. Βλ. υπερστροφή. 2. ΙΑΤΡ. υποχώρηση, διακοπή της εξέλιξης: αυτόματη ~. ~ του όγκου/της υπερτροφίας (της αριστερής κοιλίας). 3. ΝΑΥΤ. αλλαγή πορείας ιστιοφόρου για την αντιμετώπιση του ανέμου που έρχεται από την πρύμνη. Βλ. ορτσάρισμα. ΣΥΝ. πότζα [< αρχ. ὑποστροφή 1: αγγλ. understeer, 1936, γαλλ. retour, virage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.