Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54460-54480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53959υποστροφικός, ή, ό [ὑποστροφικός] υ-πο-στρο-φι-κός επίθ.: (για όχημα) που υποστρέφει, αυξάνοντας την ταχύτητα: ~ός: χαρακτήρας του αυτοκινήτου.
53960υπόστροφος, η/ος, ο [ὑπόστροφος] υ-πό-στρο-φος επίθ.: ΙΑΤΡ. που επανεμφανίζεται ύστερα από περίοδο ύφεσης: ~ος: πυρετός. [< μτγν. ὑπόστροφος]
53961υπόστρωμα[ὑπόστρωμα] υ-πό-στρω-μα ουσ. (ουδ.) {υποστρώμ-ατα} 1. οτιδήποτε τοποθετείται, δημιουργείται ή υπάρχει κάτω από κάτι άλλο: αδιάβροχο/ακρυλικό/αντισκωριακό/μαλακό/μονωτικό/φυσικό ~. Κρεβάτι με ~. ~ του ενυδρείου.|| (ΓΕΩΛ.) Βραχώδες/γεωλογικό/εδαφικό ~. Ορυκτά ~ατα. ~ του βυθού/καλλιέργειας μανιταριών.|| (ΙΑΤΡ.) Γονιδιακό/παθολογικό ~ (πβ. προδιάθεση).|| (ΒΙΟΛ.) Θρεπτικό ~ (για την ανάπτυξη μικροοργανισμών). 2. (μτφ.) βάση ή βαθύτερη αιτία μιας μεταγενέστερης κατάστασης ή εξέλιξης: βιολογικό/κοινωνικό/πνευματικό/πολιτιστικό/ψυχολογικό ~. Tο ~ μιας προβληματικής σχέσης. Πβ. υπόβαθρο. 3. ΓΛΩΣΣ. στοιχεία ή χαρακτηριστικά μιας γλώσσας τα οποία θεωρούνται υπολείμματα ή αποτέλεσμα επίδρασης προγενέστερης γλώσσας που μιλιόταν στην ίδια περιοχή: προελληνικό ~. 4. ΒΙΟΧ. ουσία πάνω στην οποία ασκεί καταλυτική δράση ένα ένζυμο: οξείδωση του ~ατος. [< 1,2: αρχ. ὑπόστρωμα 3,4: γαλλ. substrat]
53962υπόστρωση[ὑπόστρωση] υ-πό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): στρώση κάτω από μια επιφάνεια. Βλ. υπόστρωμα. [< πβ. μτγν. ὑπόστρωσις 'πάτωμα']
53963υπόστυλος, η, ο [ὑπόστυλος] υ-πό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (κυρ. για οικοδόμημα) το οποίο στηρίζεται σε κολόνες, στύλους: ~ος: χώρος. ~η: αίθουσα/κρύπτη. [< μτγν. ὑπόστυλος]
53964υποστύλωμα[ὑποστύλωμα] υ-πο-στύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {υποστυλώμ-ατος | -ατα}: ΑΡΧΙΤ. στύλος, κολόνα ή άλλο δομικό στοιχείο που τοποθετείται κυρ. κατακόρυφα και λειτουργεί ως υποστήριγμα: φυτευτό ~. Βάση ~ατος. Η κατάρρευση του ~ατος. Πβ. αντέρεισμα, (αντι)στήριγμα.|| (μτφ.) Ο τουρισμός θεωρείται ~ της τοπικής οικονομίας. [< μτγν. ὑποστύλωμα]
53965υποστυλώνω[ὑποστυλώνω] υ-πο-στυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {υποστύλω-σε, υποστυλώ-σει, -θηκε, -μένος}: στηρίζω με υποστυλώματα: Δύο χαμηλά τόξα ~ουν την αψίδα της στέγης. Πβ. υποστηρίζω.|| (μτφ.) Τα ανθρωπιστικά ιδεώδη ~ουν τη δημοκρατία. [< μτγν. ὑποστυλῶ]
53966υποστύλωση[ὑποστύλωση] υ-πο-στύ-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποστυλώνω: έργα ~ης κτιρίων. Πβ. αντιστήριξη.|| (ΓΕΩΠ.) Καλλιέργεια αμπελιών με ~.|| (μτφ.) ~ των δημοκρατικών θεσμών. Πβ. υποστήριξη. [< μτγν. ὑποστύλωσις]
53967υποστώβλ. υφίσταμαι
53968υποσυνείδητο[ὑποσυνείδητο] υ-πο-συ-νεί-δη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου}: ΨΥΧΟΛ. ψυχικές διεργασίες που συμβαίνουν κάτω από το επίπεδο της συνείδησης και μπορεί να επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, χωρίς το άτομο να τις αντιλαμβάνεται: ατομικό/σκοτεινό ~. Τα βάθη/η δύναμη του ~ήτου. Συναισθήματα θαμμένα/κρυμμένα στο ~. Μια τραυματική εμπειρία συχνά απωθείται/καταγράφεται στο ~. Διαφημίσεις/τεχνικές που απευθύνονται στο ~. Βλ. ασυνείδητο, συνειδητό. [< γερμ. Unterbewusstsein]
53969υποσυνείδητος, η, ο [ὑποσυνείδητος] υ-πο-συ-νεί-δη-τος επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στο υποσυνείδητο, που είναι μόνο εν μέρει συνειδητός: ~ο: επίπεδο/μυαλό.|| ~ος: φόβος. ~η: ανάγκη/γνώση/επιθυμία/τάση. ~ο: μήνυμα. Βλ. ασυνείδητος. ● επίρρ.: υποσυνείδητα & (λόγ.) υποσυνειδήτως [< γαλλ. subconscient, αγγλ. subconscious]
53970υποσύνολο[ὑποσύνολο] υ-πο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) 1. σύνολο που αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου: κοινωνικό ~. ~ θεμάτων/του πληθυσμού (βλ. δείγμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολών. 2. ΜΑΘ. σύνολο, τα στοιχεία του οποίου περιέχονται και σε άλλο σύνολο: γνήσιο/κλειστό/πυκνό/συμπαγές ~. Βλ. υπερσύνολο. [< αγγλ. subset, γαλλ. sous-ensemble, πριν από το 1937]
53971υποσυνομοταξία[ὑποσυνομοταξία] υ-πο-συ-νο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία κατατάσσεται κάτω από τη συνομοταξία (φύλο) και πάνω από την υπερομοταξία (υπερκλάση). ΣΥΝ. υποφύλο [< γαλλ. sous-embranchement]
53972υποσύστημα[ὑποσύστημα] υ-πο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): επιμέρους σύστημα: ~ ελέγχου/παραγωγής/παρακολούθησης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραφικών. ~ διαχείρισης/επεξεργασίας δεδομένων. [< αγγλ. subsystem]
53973υποσχέθηκαβλ. υπόσχομαι
53974υπόσχεση[ὑπόσχεση] υ-πό-σχε-ση ουσ. (θηλ.): ανάληψη υποχρέωσης για τέλεση μιας πράξης: αμοιβαία/ανεκπλήρωτη/γραπτή/δημόσια/επίσημη ~. Ανέξοδες/αόριστες/απατηλές/γενικόλογες/κούφιες/προεκλογικές/σαφείς/ψεύτικες ~έσεις. ~ γάμου/εχεμύθειας. ~ ενώπιον του Θεού. Δίνω ~ (= υπόσχομαι). Αθέτησε/ανανέωσε/εκπλήρωσε/κράτησε/πραγματοποίησε/τήρησε την ~ή του. Απέσπασε/έλαβε/εξασφάλισε την ~ για οικονομική ενίσχυση. Έκανε πράξη την ~ή του. Πβ. δέσμευση, διαβεβαίωση, επαγγελία, λόγος, τάξιμο. Βλ. όρκος.|| ~έσεις χωρίς αντίκρισμα. Βλέμμα γεμάτο ~έσεις (: ερωτικά υπονοούμενα). (αρνητ. συνυποδ.) Πλειοδοσία ~έσεων. Μοιράζει ~έσεις για αύξηση των μισθών.|| Η ομάδα με την επίδοσή της άφησε πολλές ~έσεις (= ελπίδες, προσδοκίες) για το μέλλον.|| (ΘΕΟΛ.) ~ του Θεού. [< αρχ. ὑπόσχεσις]
53975υποσχεσιολογία[ὑποσχεσιολογία] υ-πο-σχε-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.) : το να δίνει κάποιος πολλές υποσχέσεις: ακατάσχετη/άκρατη/ανέξοδη/προεκλογική ~. Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για ~. Βλ. -λογία, παροχολογία.
53976υποσχετικός, ή, ό [ὑποσχετικός] υ-πο-σχε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με υπόσχεση: ~ό: μέλλον (= πολλά υποσχόμενο).|| (ΝΟΜ.) ~ή: δικαιοπραξία/επιστολή/σύμβαση. ● Ουσ.: υποσχετικό (το) & υποσχετική (η): έγγραφο που περιέχει επίσημη υπόσχεση, δέσμευση για αποπληρωμή καθορισμένου χρηματικού ποσού σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή επί τη εμφανίσει: μεταγραφή (αθλητή) με ~ή. Βλ. συν~. [< γαλλ. billet à ordre] [< μτγν. ὑποσχετικός 'επιρρεπής σε υποσχέσεις']
53977υπόσχομαι[ὑπόσχομαι] υ-πό-σχο-μαι ρ. (μτβ.) {υποσχέ-θηκα, -θώ, υποσχ-όμενος, (λόγ.) υπεσχημένος}: αναλαμβάνω υποχρέωση, δέσμευση ότι θα κάνω κάτι: ~ (= δίνω υπόσχεση, δίνω τον λόγο μου) ότι δεν θα επαναληφθεί/να μην το πω σε κανένα. Δεν σου ~ τίποτα. Η κυβέρνηση ~θηκε οικονομική βοήθεια στους σεισμόπληκτους. Πβ. δεσμεύομαι, διαβεβαιώνω, επαγγέλλομαι, τάζω.|| Ο αγώνας ~εται συγκινήσεις. Πβ. εγγυώμαι. ● ΦΡ.: πολλά υποσχόμενος: που παρέχει πολλές ελπίδες για μελλοντική επιτυχία, εκπλήρωση προσδοκιών ή θετική έκβαση: ταλαντούχος και ~ ~ καλλιτέχνης/νέος (= φέρελπις).|| ~ ~ θεσμός. ~ ~η αγορά/καριέρα/θεραπεία/συνεργασία/τεχνολογία. ~ ~ο μέλλον. ~ ~α ταλέντα. [< μεσν. υπόσχομαι, γαλλ. promettre]
53978υποταγή[ὑποταγή] υ-πο-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. υποδούλωση, αποδοχή της εξουσίας ή κυριαρχίας άλλου: ~ της χώρας στους κατακτητές. Πβ. καθυπόταξη, παράδοση.|| (μτφ.) Άνευ όρων/απόλυτη/δουλική/παθητική/πλήρης/πνευματική/πολιτική/τυφλή ~. ~ στις εντολές των ανωτέρων/στα συμφέροντα των ισχυρών. Στάση/σχέση ~ής (πβ. υποτέλεια). Δηλώνει ~ στο κόμμα. Απαιτεί/αρνείται την ~ στον αρχηγό της ομάδας.|| ~ του ατόμου στην κοινωνία. 2. συμμόρφωση, υπακοή: ~ στο θέλημα του Θεού/στη μοίρα/στους νόμους. [< μτγν. ὑποταγή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.