| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53969 | υποσυνείδητος | , η, ο [ὑποσυνείδητος] υ-πο-συ-νεί-δη-τος επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στο υποσυνείδητο, που είναι μόνο εν μέρει συνειδητός: ~ο: επίπεδο/μυαλό.|| ~ος: φόβος. ~η: ανάγκη/γνώση/επιθυμία/τάση. ~ο: μήνυμα. Βλ. ασυνείδητος. ● επίρρ.: υποσυνείδητα & (λόγ.) υποσυνειδήτως [< γαλλ. subconscient, αγγλ. subconscious] | |
| 53970 | υποσύνολο | [ὑποσύνολο] υ-πο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) 1. σύνολο που αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου: κοινωνικό ~. ~ θεμάτων/του πληθυσμού (βλ. δείγμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολών. 2. ΜΑΘ. σύνολο, τα στοιχεία του οποίου περιέχονται και σε άλλο σύνολο: γνήσιο/κλειστό/πυκνό/συμπαγές ~. Βλ. υπερσύνολο. [< αγγλ. subset, γαλλ. sous-ensemble, πριν από το 1937] | |
| 53971 | υποσυνομοταξία | [ὑποσυνομοταξία] υ-πο-συ-νο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία κατατάσσεται κάτω από τη συνομοταξία (φύλο) και πάνω από την υπερομοταξία (υπερκλάση). ΣΥΝ. υποφύλο [< γαλλ. sous-embranchement] | |
| 53972 | υποσύστημα | [ὑποσύστημα] υ-πο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): επιμέρους σύστημα: ~ ελέγχου/παραγωγής/παρακολούθησης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραφικών. ~ διαχείρισης/επεξεργασίας δεδομένων. [< αγγλ. subsystem] | |
| 53973 | υποσχέθηκα | βλ. υπόσχομαι | |
| 53974 | υπόσχεση | [ὑπόσχεση] υ-πό-σχε-ση ουσ. (θηλ.): ανάληψη υποχρέωσης για τέλεση μιας πράξης: αμοιβαία/ανεκπλήρωτη/γραπτή/δημόσια/επίσημη ~. Ανέξοδες/αόριστες/απατηλές/γενικόλογες/κούφιες/προεκλογικές/σαφείς/ψεύτικες ~έσεις. ~ γάμου/εχεμύθειας. ~ ενώπιον του Θεού. Δίνω ~ (= υπόσχομαι). Αθέτησε/ανανέωσε/εκπλήρωσε/κράτησε/πραγματοποίησε/τήρησε την ~ή του. Απέσπασε/έλαβε/εξασφάλισε την ~ για οικονομική ενίσχυση. Έκανε πράξη την ~ή του. Πβ. δέσμευση, διαβεβαίωση, επαγγελία, λόγος, τάξιμο. Βλ. όρκος.|| ~έσεις χωρίς αντίκρισμα. Βλέμμα γεμάτο ~έσεις (: ερωτικά υπονοούμενα). (αρνητ. συνυποδ.) Πλειοδοσία ~έσεων. Μοιράζει ~έσεις για αύξηση των μισθών.|| Η ομάδα με την επίδοσή της άφησε πολλές ~έσεις (= ελπίδες, προσδοκίες) για το μέλλον.|| (ΘΕΟΛ.) ~ του Θεού. [< αρχ. ὑπόσχεσις] | |
| 53975 | υποσχεσιολογία | [ὑποσχεσιολογία] υ-πο-σχε-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.) : το να δίνει κάποιος πολλές υποσχέσεις: ακατάσχετη/άκρατη/ανέξοδη/προεκλογική ~. Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για ~. Βλ. -λογία, παροχολογία. | |
| 53976 | υποσχετικός | , ή, ό [ὑποσχετικός] υ-πο-σχε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με υπόσχεση: ~ό: μέλλον (= πολλά υποσχόμενο).|| (ΝΟΜ.) ~ή: δικαιοπραξία/επιστολή/σύμβαση. ● Ουσ.: υποσχετικό (το) & υποσχετική (η): έγγραφο που περιέχει επίσημη υπόσχεση, δέσμευση για αποπληρωμή καθορισμένου χρηματικού ποσού σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή επί τη εμφανίσει: μεταγραφή (αθλητή) με ~ή. Βλ. συν~. [< γαλλ. billet à ordre] [< μτγν. ὑποσχετικός 'επιρρεπής σε υποσχέσεις'] | |
| 53977 | υπόσχομαι | [ὑπόσχομαι] υ-πό-σχο-μαι ρ. (μτβ.) {υποσχέ-θηκα, -θώ, υποσχ-όμενος, (λόγ.) υπεσχημένος}: αναλαμβάνω υποχρέωση, δέσμευση ότι θα κάνω κάτι: ~ (= δίνω υπόσχεση, δίνω τον λόγο μου) ότι δεν θα επαναληφθεί/να μην το πω σε κανένα. Δεν σου ~ τίποτα. Η κυβέρνηση ~θηκε οικονομική βοήθεια στους σεισμόπληκτους. Πβ. δεσμεύομαι, διαβεβαιώνω, επαγγέλλομαι, τάζω.|| Ο αγώνας ~εται συγκινήσεις. Πβ. εγγυώμαι. ● ΦΡ.: πολλά υποσχόμενος: που παρέχει πολλές ελπίδες για μελλοντική επιτυχία, εκπλήρωση προσδοκιών ή θετική έκβαση: ταλαντούχος και ~ ~ καλλιτέχνης/νέος (= φέρελπις).|| ~ ~ θεσμός. ~ ~η αγορά/καριέρα/θεραπεία/συνεργασία/τεχνολογία. ~ ~ο μέλλον. ~ ~α ταλέντα. [< μεσν. υπόσχομαι, γαλλ. promettre] | |
| 53978 | υποταγή | [ὑποταγή] υ-πο-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. υποδούλωση, αποδοχή της εξουσίας ή κυριαρχίας άλλου: ~ της χώρας στους κατακτητές. Πβ. καθυπόταξη, παράδοση.|| (μτφ.) Άνευ όρων/απόλυτη/δουλική/παθητική/πλήρης/πνευματική/πολιτική/τυφλή ~. ~ στις εντολές των ανωτέρων/στα συμφέροντα των ισχυρών. Στάση/σχέση ~ής (πβ. υποτέλεια). Δηλώνει ~ στο κόμμα. Απαιτεί/αρνείται την ~ στον αρχηγό της ομάδας.|| ~ του ατόμου στην κοινωνία. 2. συμμόρφωση, υπακοή: ~ στο θέλημα του Θεού/στη μοίρα/στους νόμους. [< μτγν. ὑποταγή] | |
| 53979 | υποταγμένος | , η, ο [ὑποταγμένος] υ-πο-ταγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) υποτεταγμένος: υποδουλωμένος, δέσμιος: ~η: χώρα. Λαός ~ στον εχθρό.|| (μτφ.) Πλήρως ~οι στα κελεύσματά του/στο σύστημα. Άνθρωποι ~οι στη μοίρα τους. ΣΥΝ. υπόδουλος ΑΝΤ. αγονάτιστος, ανυπότακτος ● ΣΥΜΠΛ.: υποτεταγμένος λόγος: ΓΡΑΜΜ. οι δευτερεύουσες προτάσεις. ● βλ. υποτάσσω [< αρχ. ὑποτεταγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ὑποτάσσω] | |
| 53980 | υποτακτική | [ὑποτακτική] υ-πο-τα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει αβεβαιότητα, επιθυμία, πιθανότητα, προσταγή, ευχή, απορία: ~ αορίστου/ενεστώτα. Βλ. ευκτική, οριστική, προστακτική, τροπικότητα, ας, μη, να. [< μτγν. ὑποτακτική] | |
| 53981 | υποτακτικός | , ή, ό [ὑποτακτικός] υ-πο-τα-κτι-κός επίθ. 1. που υποτάσσεται· υπάκουος, πειθήνιος. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την υπόταξη: ~ός: λόγος. ~ή: έγκλιση/σύνδεση (προτάσεων)/σύνταξη. ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. αιτιολογικοί, ειδικοί, εναντιωματικοί, ενδοιαστικοί, παραχωρητικοί, τελικοί, υποθετικοί, χρονικοί). Βλ. παρατακτικός. ● Ουσ.: υποτακτικός & (λαϊκό) υποταχτικός (ο) 1. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που εξυπηρετεί με δουλοπρέπεια τα συμφέροντα τρίτων: ~ του συστήματος. Πβ. λακές. 2. (παρωχ.) υπηρέτης: ~ του γέροντα/οσίου ... Πβ. ακόλουθος. [< μτγν. ὑποτακτικός ‘τοποθετημένος μετά, εξαρτημενος’] | |
| 53982 | υπόταξη | [ὑπόταξη] υ-πό-τα-ξη ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. τρόπος σύνδεσης προτάσεων κατά τον οποίο μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις εξαρτώνται από μία κύρια ή από άλλη δευτερεύουσα διαφορετικού είδους: διαδοχική ~. Σύνδεση/σύνταξη καθ' ~. Βλ. παράταξη. [< μτγν. ὑπόταξις, γαλλ. hypotaxe, αγγλ. hypotaxis] | |
| 53983 | υποτάξη | [ὑποτάξη] υ-πο-τά-ξη ουσ. (θηλ.) & υπόταξη 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία βρίσκεται κάτω από την τάξη και πάνω από την οικογένεια. Βλ. υπερτάξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υποκλάση. [< 1: γαλλ. sous-classe 2: αγγλ. subclass] | |
| 53984 | υπόταση | [ὑπόταση] υ-πό-τα-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπέρταση 1. ΙΑΤΡ. αφύσικα χαμηλή αρτηριακή πίεση: οξεία/συµπτωµατική/συστηματική ~. Έχει ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. χαμηλή τάση του ηλεκτρικού ρεύματος κάτω από το επιτρεπτό ή ασφαλές όριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθοστατική υπόταση: ξαφνική μείωση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται κατά την απότομη μετάβαση από ύπτια ή καθιστή θέση σε όρθια. [< αγγλ. orthostatic/postural hypotension, 1961] [< πβ. αρχ. ὑπότασις 'έκταση' 1: γαλλ.-αγγλ. hypotension] | |
| 53985 | υποτασικός | , ή, ό [ὑποτασικός] υ-πο-τα-σι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υπόταση ή σχετίζεται με αυτή: ~ά: άτομα.|| (ως ουσ.) Φάρμακα για ~ούς.|| ~ή: δράση (βοτάνου). ~ό: επεισόδιο/σοκ. ΑΝΤ. υπερτασικός 2. (μτφ.) που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, υποτονικός: Οι εκλογές φέτος ήταν ~ές (: με μειωμένη συμμετοχή). ● Ουσ.: υποτασικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτική ουσία ή βότανο που δρα κατά της υπέρτασης: διουρητικά και ~ά. [< γαλλ. hypotensif, 1903, hypotenseur, 1906] | |
| 53986 | υποτάσσω | [ὑποτάσσω] υ-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {υπέτα-ξε, υποτά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε (λόγ.) υπετά-χθη, -χτεί κ. -χθεί, υποτάσσ-οντας, -όμενος, υπο(τε)τα-γμένος)} 1. υποδουλώνω, θέτω κάποιον κάτω από την εξουσία ή τη βούλησή μου: Οι εχθροί ~ξαν και λεηλάτησαν την πόλη.|| (μτφ.) Η ομάδα ~ξε τους αντιπάλους της στο μεγάλο ντέρμπι. Πβ. καθ~. 2. (μτφ.) θέτω υπό τον έλεγχό μου: Κατάφερε να ~ξει τα πάθη/τους φόβους του. Πβ. κατανικώ. 3. (μτφ.) βάζω σε δεύτερη μοίρα: ~ το συναίσθημα στη λογική. ~ει το εθνικό συμφέρον σε προσωπικές σκοπιμότητες. ● Παθ.: υποτάσσομαι 1. δέχομαι παθητικά να υπακούσω σε κάποιον, θέτω τον εαυτό μου ηθελημένα κάτω από την εξουσία του: Η χώρα ~χθηκε στον κατακτητή.|| (μτφ.) ~εται στις επιταγές της αγοράς/στο κέρδος. Έχει ~χθεί στο σύστημα. ~όμενος στα κελεύσματα των ισχυρών. ~γμένος στη μοίρα του. 2. ΓΛΩΣΣ. {στο γ' πρόσ.} (για προτάσεις) συνδέομαι υποτακτικά: Η δευτερεύουσα πρόταση ~εται στην κύρια. ● βλ. υποταγμένος [< 1: μτγν. ὑποτάσσω, γαλλ. subordonner] | |
| 53987 | υποτεθείσθω | βλ. υποθέτω | |
| 53988 | υποτείνουσα | [ὑποτείνουσα] υ-πο-τεί-νου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. η πλευρά ορθογωνίου τριγώνου που βρίσκεται απέναντι από την ορθή γωνία. Βλ. πυθαγόρειο θεώρημα. [< αρχ. ὑποτείνουσα, γαλλ. hypoténuse, αγγλ. hypotenuse] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ