Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54480-54500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53979υποταγμένος, η, ο [ὑποταγμένος] υ-πο-ταγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) υποτεταγμένος: υποδουλωμένος, δέσμιος: ~η: χώρα. Λαός ~ στον εχθρό.|| (μτφ.) Πλήρως ~οι στα κελεύσματά του/στο σύστημα. Άνθρωποι ~οι στη μοίρα τους. ΣΥΝ. υπόδουλος ΑΝΤ. αγονάτιστος, ανυπότακτος ● ΣΥΜΠΛ.: υποτεταγμένος λόγος: ΓΡΑΜΜ. οι δευτερεύουσες προτάσεις. ● βλ. υποτάσσω [< αρχ. ὑποτεταγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ὑποτάσσω]
53980υποτακτική[ὑποτακτική] υ-πο-τα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει αβεβαιότητα, επιθυμία, πιθανότητα, προσταγή, ευχή, απορία: ~ αορίστου/ενεστώτα. Βλ. ευκτική, οριστική, προστακτική, τροπικότητα, ας, μη, να. [< μτγν. ὑποτακτική]
53981υποτακτικός, ή, ό [ὑποτακτικός] υ-πο-τα-κτι-κός επίθ. 1. που υποτάσσεται· υπάκουος, πειθήνιος. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την υπόταξη: ~ός: λόγος. ~ή: έγκλιση/σύνδεση (προτάσεων)/σύνταξη. ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. αιτιολογικοί, ειδικοί, εναντιωματικοί, ενδοιαστικοί, παραχωρητικοί, τελικοί, υποθετικοί, χρονικοί). Βλ. παρατακτικός. ● Ουσ.: υποτακτικός & (λαϊκό) υποταχτικός (ο) 1. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που εξυπηρετεί με δουλοπρέπεια τα συμφέροντα τρίτων: ~ του συστήματος. Πβ. λακές. 2. (παρωχ.) υπηρέτης: ~ του γέροντα/οσίου ... Πβ. ακόλουθος. [< μτγν. ὑποτακτικός ‘τοποθετημένος μετά, εξαρτημενος’]
53982υπόταξη[ὑπόταξη] υ-πό-τα-ξη ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. τρόπος σύνδεσης προτάσεων κατά τον οποίο μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις εξαρτώνται από μία κύρια ή από άλλη δευτερεύουσα διαφορετικού είδους: διαδοχική ~. Σύνδεση/σύνταξη καθ' ~. Βλ. παράταξη. [< μτγν. ὑπόταξις, γαλλ. hypotaxe, αγγλ. hypotaxis]
53983υποτάξη[ὑποτάξη] υ-πο-τά-ξη ουσ. (θηλ.) & υπόταξη 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά η οποία βρίσκεται κάτω από την τάξη και πάνω από την οικογένεια. Βλ. υπερτάξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υποκλάση. [< 1: γαλλ. sous-classe 2: αγγλ. subclass]
53984υπόταση[ὑπόταση] υ-πό-τα-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπέρταση 1. ΙΑΤΡ. αφύσικα χαμηλή αρτηριακή πίεση: οξεία/συµπτωµατική/συστηματική ~. Έχει ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. χαμηλή τάση του ηλεκτρικού ρεύματος κάτω από το επιτρεπτό ή ασφαλές όριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθοστατική υπόταση: ξαφνική μείωση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται κατά την απότομη μετάβαση από ύπτια ή καθιστή θέση σε όρθια. [< αγγλ. orthostatic/postural hypotension, 1961] [< πβ. αρχ. ὑπότασις 'έκταση' 1: γαλλ.-αγγλ. hypotension]
53985υποτασικός, ή, ό [ὑποτασικός] υ-πο-τα-σι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υπόταση ή σχετίζεται με αυτή: ~ά: άτομα.|| (ως ουσ.) Φάρμακα για ~ούς.|| ~ή: δράση (βοτάνου). ~ό: επεισόδιο/σοκ. ΑΝΤ. υπερτασικός 2. (μτφ.) που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, υποτονικός: Οι εκλογές φέτος ήταν ~ές (: με μειωμένη συμμετοχή). ● Ουσ.: υποτασικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτική ουσία ή βότανο που δρα κατά της υπέρτασης: διουρητικά και ~ά. [< γαλλ. hypotensif, 1903, hypotenseur, 1906]
53986υποτάσσω[ὑποτάσσω] υ-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {υπέτα-ξε, υποτά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε (λόγ.) υπετά-χθη, -χτεί κ. -χθεί, υποτάσσ-οντας, -όμενος, υπο(τε)τα-γμένος)} 1. υποδουλώνω, θέτω κάποιον κάτω από την εξουσία ή τη βούλησή μου: Οι εχθροί ~ξαν και λεηλάτησαν την πόλη.|| (μτφ.) Η ομάδα ~ξε τους αντιπάλους της στο μεγάλο ντέρμπι. Πβ. καθ~. 2. (μτφ.) θέτω υπό τον έλεγχό μου: Κατάφερε να ~ξει τα πάθη/τους φόβους του. Πβ. κατανικώ. 3. (μτφ.) βάζω σε δεύτερη μοίρα: ~ το συναίσθημα στη λογική. ~ει το εθνικό συμφέρον σε προσωπικές σκοπιμότητες. ● Παθ.: υποτάσσομαι 1. δέχομαι παθητικά να υπακούσω σε κάποιον, θέτω τον εαυτό μου ηθελημένα κάτω από την εξουσία του: Η χώρα ~χθηκε στον κατακτητή.|| (μτφ.) ~εται στις επιταγές της αγοράς/στο κέρδος. Έχει ~χθεί στο σύστημα. ~όμενος στα κελεύσματα των ισχυρών. ~γμένος στη μοίρα του. 2. ΓΛΩΣΣ. {στο γ' πρόσ.} (για προτάσεις) συνδέομαι υποτακτικά: Η δευτερεύουσα πρόταση ~εται στην κύρια. ● βλ. υποταγμένος [< 1: μτγν. ὑποτάσσω, γαλλ. subordonner]
53987υποτεθείσθωβλ. υποθέτω
53988υποτείνουσα[ὑποτείνουσα] υ-πο-τεί-νου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. η πλευρά ορθογωνίου τριγώνου που βρίσκεται απέναντι από την ορθή γωνία. Βλ. πυθαγόρειο θεώρημα. [< αρχ. ὑποτείνουσα, γαλλ. hypoténuse, αγγλ. hypotenuse]
53989υποτέλεια[ὑποτέλεια] υ-πο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας}: πολιτική ή οικονομική κυρ. εξάρτηση από κάποιον ισχυρότερο, υποδούλωση. Πβ. δουλεία, ζυγός, σκλαβιά.|| Εθνική ~. Καθεστώς/πολιτική/σχέσεις ~ας. Πβ. ραγιαδισμός, υποταγή. Βλ. αυτο-διάθεση, -νομία. ΑΝΤ. ανεξαρτησία, αυτεξουσιότητα, αυτοτέλεια ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος υποτέλειας/υποτελείας βλ. φόρος [< γαλλ. sujétion]
53990υποτελής, ής, ές [ὑποτελής] υ-πο-τε-λής επίθ. {υποτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που βρίσκεται κάτω από την εξουσία κάποιου ισχυρότερου, που δεν έχει απόλυτη ανεξαρτησία: ~ής: διοίκηση/χώρα. ~ές: κράτος (βλ. επικυρίαρχος). Πβ. ανελεύθερος, υπόδουλος, υποχείριος. ΑΝΤ. αυτεξούσιος, κυρίαρχος. 2. ΒΙΟΛ. υπολειπόμενος: ~ή: γονίδια. Βλ. επικρατής. ● ΦΡ.: φόρου υποτελής: ΙΣΤ. που υποχρεωνόταν να πληρώνει φόρους στα πλαίσια καθεστώτος εξάρτησης από ισχυρότερη χώρα ή δύναμη: ~ ~είς στον Σουλτάνο. [< 1: αρχ. ὑποτελής, αγγλ. subordinate 2: αγγλ. recessive]
53991υποτεταγμένος, η, ο βλ. υποταγμένος
53992υποτιθέμενος, η, ο [ὑποτιθέμενος] υ-πο-τι-θέ-με-νος επίθ.: που εικάζεται, χωρίς απαραίτητα να είναι πραγματικός: ~ος: κίνδυνος. ~η: δήλωση/ημερομηνία (γέννησης κάποιου). ~ο: ενδιαφέρον (βλ. προσποιητός). ~οι: φίλοι. ΣΥΝ. υποθετικός (1) ● βλ. υποθέτω [< μτχ. παθ. εν. του ρ. ὑποτίθημι]
53993υποτίθεταιρ. βλ. υποθέτω
53994υποτίμημα[ὑποτίμημα] υ-πο-τί-μη-μα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (σπάν.): ΟΙΚΟΝ. το χρηματικό ποσό κατά το οποίο μειώνεται η αξία ενός αγαθού. ΑΝΤ. υπερτίμημα [< μτγν. ὑποτίμημα ‘εκτιμώμενη αξία’]
53995υποτιμημένος, η, ο [ὑποτιμημένος] υ-πο-τι-μη-μέ-νος επίθ.: που του αποδίδεται αξία μικρότερη από αυτή που έχει στην πραγματικότητα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ο: νόμισμα.|| (μτφ.) Ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι ~ (πβ. παρεξηγημένος). ΑΝΤ. υπερτιμημένος
53996υποτίμηση[ὑποτίμηση] υ-πο-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπερτίμηση 1. ΟΙΚΟΝ. μείωση της οικονομικής αξίας αγαθού ή υπηρεσίας: ~ των αποθεμάτων. ΑΝΤ. ανατίμηση 2. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ.) μείωση της συναλλαγματικής αξίας ενός εθνικού νομίσματος έναντι άλλων: εσωτερική ~. 3. (μτφ.) απόδοση μικρότερης αξίας, σημασίας ή σπουδαιότητας από την πραγματική: ~ της ανάγκης (για ...)/του αντιπάλου/του κινδύνου/της νοημοσύνης (κάποιου)/του προβλήματος/του ρόλoυ (της έρευνας). Πβ. παραγνώριση. ΣΥΝ. υποεκτίμηση ΑΝΤ. υπερεκτίμηση [< πβ. μτγν. ὑποτίμησις ‘αποτίμηση, πρόφαση’ 1: γαλλ. dépréciation 2: γαλλ. dévaluation, 1928, 3: γαλλ. sous-estimation]
53997υποτιμητικός, ή, ό [ὑποτιμητικός] υ-πο-τι-μη-τι-κός επίθ. 1. που δείχνει υποτίμηση προς κάποιον, μειωτικός: ~ός: όρος. ~ή: διάθεση/θέση/μεταχείριση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: σχόλια. Αναφέρθηκε στον προκάτοχό του με ~ό τρόπο/~ούς υπαινιγμούς/~ούς χαρακτηρισμούς. Το βρίσκω ιδιαίτερα ~ό να μου μιλάει έτσι. Πβ. απαξιωτ-, προσβλητ-, ταπεινωτ-ικός. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με πτώση τιμής: ~ή: κερδοσκοπία (στο χρηματιστήριο). ● επίρρ.: υποτιμητικά
53998υποτιμολόγηση[ὑποτιμολόγηση] υ-πο-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποτιμολογώ: ~ των εσόδων/μετοχών. Πβ. υποκοστολόγηση. ΑΝΤ. υπερτιμολόγηση [< γαλλ. sous-facturation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.