| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53989 | υποτέλεια | [ὑποτέλεια] υ-πο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας}: πολιτική ή οικονομική κυρ. εξάρτηση από κάποιον ισχυρότερο, υποδούλωση. Πβ. δουλεία, ζυγός, σκλαβιά.|| Εθνική ~. Καθεστώς/πολιτική/σχέσεις ~ας. Πβ. ραγιαδισμός, υποταγή. Βλ. αυτο-διάθεση, -νομία. ΑΝΤ. ανεξαρτησία, αυτεξουσιότητα, αυτοτέλεια ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος υποτέλειας/υποτελείας βλ. φόρος [< γαλλ. sujétion] | |
| 53990 | υποτελής | , ής, ές [ὑποτελής] υ-πο-τε-λής επίθ. {υποτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που βρίσκεται κάτω από την εξουσία κάποιου ισχυρότερου, που δεν έχει απόλυτη ανεξαρτησία: ~ής: διοίκηση/χώρα. ~ές: κράτος (βλ. επικυρίαρχος). Πβ. ανελεύθερος, υπόδουλος, υποχείριος. ΑΝΤ. αυτεξούσιος, κυρίαρχος. 2. ΒΙΟΛ. υπολειπόμενος: ~ή: γονίδια. Βλ. επικρατής. ● ΦΡ.: φόρου υποτελής: ΙΣΤ. που υποχρεωνόταν να πληρώνει φόρους στα πλαίσια καθεστώτος εξάρτησης από ισχυρότερη χώρα ή δύναμη: ~ ~είς στον Σουλτάνο. [< 1: αρχ. ὑποτελής, αγγλ. subordinate 2: αγγλ. recessive] | |
| 53991 | υποτεταγμένος | , η, ο βλ. υποταγμένος | |
| 53992 | υποτιθέμενος | , η, ο [ὑποτιθέμενος] υ-πο-τι-θέ-με-νος επίθ.: που εικάζεται, χωρίς απαραίτητα να είναι πραγματικός: ~ος: κίνδυνος. ~η: δήλωση/ημερομηνία (γέννησης κάποιου). ~ο: ενδιαφέρον (βλ. προσποιητός). ~οι: φίλοι. ΣΥΝ. υποθετικός (1) ● βλ. υποθέτω [< μτχ. παθ. εν. του ρ. ὑποτίθημι] | |
| 53993 | υποτίθεται | ρ. βλ. υποθέτω | |
| 53994 | υποτίμημα | [ὑποτίμημα] υ-πο-τί-μη-μα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (σπάν.): ΟΙΚΟΝ. το χρηματικό ποσό κατά το οποίο μειώνεται η αξία ενός αγαθού. ΑΝΤ. υπερτίμημα [< μτγν. ὑποτίμημα ‘εκτιμώμενη αξία’] | |
| 53995 | υποτιμημένος | , η, ο [ὑποτιμημένος] υ-πο-τι-μη-μέ-νος επίθ.: που του αποδίδεται αξία μικρότερη από αυτή που έχει στην πραγματικότητα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ο: νόμισμα.|| (μτφ.) Ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι ~ (πβ. παρεξηγημένος). ΑΝΤ. υπερτιμημένος | |
| 53996 | υποτίμηση | [ὑποτίμηση] υ-πο-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπερτίμηση 1. ΟΙΚΟΝ. μείωση της οικονομικής αξίας αγαθού ή υπηρεσίας: ~ των αποθεμάτων. ΑΝΤ. ανατίμηση 2. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ.) μείωση της συναλλαγματικής αξίας ενός εθνικού νομίσματος έναντι άλλων: εσωτερική ~. 3. (μτφ.) απόδοση μικρότερης αξίας, σημασίας ή σπουδαιότητας από την πραγματική: ~ της ανάγκης (για ...)/του αντιπάλου/του κινδύνου/της νοημοσύνης (κάποιου)/του προβλήματος/του ρόλoυ (της έρευνας). Πβ. παραγνώριση. ΣΥΝ. υποεκτίμηση ΑΝΤ. υπερεκτίμηση [< πβ. μτγν. ὑποτίμησις ‘αποτίμηση, πρόφαση’ 1: γαλλ. dépréciation 2: γαλλ. dévaluation, 1928, 3: γαλλ. sous-estimation] | |
| 53997 | υποτιμητικός | , ή, ό [ὑποτιμητικός] υ-πο-τι-μη-τι-κός επίθ. 1. που δείχνει υποτίμηση προς κάποιον, μειωτικός: ~ός: όρος. ~ή: διάθεση/θέση/μεταχείριση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: σχόλια. Αναφέρθηκε στον προκάτοχό του με ~ό τρόπο/~ούς υπαινιγμούς/~ούς χαρακτηρισμούς. Το βρίσκω ιδιαίτερα ~ό να μου μιλάει έτσι. Πβ. απαξιωτ-, προσβλητ-, ταπεινωτ-ικός. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με πτώση τιμής: ~ή: κερδοσκοπία (στο χρηματιστήριο). ● επίρρ.: υποτιμητικά | |
| 53998 | υποτιμολόγηση | [ὑποτιμολόγηση] υ-πο-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποτιμολογώ: ~ των εσόδων/μετοχών. Πβ. υποκοστολόγηση. ΑΝΤ. υπερτιμολόγηση [< γαλλ. sous-facturation] | |
| 53999 | υποτιμολογώ | [ὑποτιμολογῶ] υ-πο-τι-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υποτιμολογ-εί ... | υποτιμολογ-ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω χαμηλότερη τιμή για αγαθό ή υπηρεσία σε σχέση με την πραγματική τους αξία: ~ημένα: προϊόντα. ΑΝΤ. υπερτιμολογώ [< γαλλ. sous-facturer] | |
| 54000 | υποτιμώ | [ὑποτιμῶ] υ-πο-τι-μώ ρ. (μτβ.) {υποτιμ-άς ... | υποτίμ-ησα, -ήσει, -άται, -ώνται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & υποτιμάω ΑΝΤ. υπερτιμώ 1. (μτφ.) αποδίδω σε πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση μικρότερη αξία ή σπουδαιότητα από την πραγματική: ~ησε τον αντίπαλό του και τελικά έχασε. Μην ~άς τoν εαυτό σoυ. ~ημένο: πρόβλημα. Πβ. απαξιώνω, καταφρονώ, υποβαθμίζω, υποβιβάζω. ΑΝΤ. υπερεκτιμώ (1) 2. ΟΙΚΟΝ. ελαττώνω την τιμή ή την αξία ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας: ~ημένα: επίπεδα (τιμών). ΑΝΤ. ανατιμώ ● Παθ.: υποτιμάται: για νόμισμα του οποίου η επίσημη τιμή προσαρμόζεται καθοδικά στη συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. ΑΝΤ. υπερτιμάται [< 1,2: γαλλ. déprécier, dévaluer, 1935 2: αρχ. ὑποτιμῶ] | |
| 54001 | υποτιτλίζω | [ὑποτιτλίζω] υ-πο-τιτ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποτιτλί-σει, -στεί, -σμένος, υποτιτλίζ-οντας} 1. εισάγω υπότιτλους: ~ μια ξενόγλωσση σειρά/ταινία. Βλ. μεταγλωττίζω. 2. παρέχω υπότιτλο, λεζάντα σε κείμενο: ~ ένα βιβλίο/μυθιστόρημα. [< γαλλ. sous-titrer, 1923] | |
| 54002 | υποτιτλισμός | [ὑποτιτλισμός] υ-πο-τιτ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): εισαγωγή υποτίτλων: αυτόματος ~. ~ ταινιών/τηλεοπτικών προγραμμάτων. Βλ. -ισμός, μεταγλώττιση. [< γαλλ. sous-titrage, 1954] | |
| 54003 | υποτιτλιστής | [ὑποτιτλιστής] υ-πο-τιτ-λι-στής ουσ. (αρσ.) , υποτιτλίστρια (η) 1. πρόσωπο που συνήθ. μεταφράζει το κείμενο ξενόγλωσσης ταινίας ή τηλεοπτικού προγράμματος και εισάγει τους υπότιτλους. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύστημα ή πρόγραμμα επεξεργασίας και συγγραφής υπότιτλων: ελληνικός ~. [< αγγλ. subtitler, 1930, γαλλ. sous-titreur] | |
| 54004 | υπότιτλος | [ὑπότιτλος] υ-πό-τιτ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίτλου}: τίτλος που επεξηγεί ή συμπληρώνει κύριο τίτλο κειμένου ή λεζάντα εικόνας: ~ του άρθρου/του βιβλίου/της ταινίας/της φωτογραφίας. Βλ. υπέρτιτλος. ● υπότιτλοι (οι): μεταφρασμένοι διάλογοι ξενόγλωσσης κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής ταινίας σε μορφή γραπτού κειμένου που εμφανίζονται στο κάτω μέρος της οθόνης: ταινία με/χωρίς (ελληνικούς) ~ους. Συγχρονισμός ~ων.|| ~ για άτομα με προβλήματα ακοής. [< μεσν. υπότιτλος ‘υποδιαίρεση κεφαλαίου, υποκεφάλαιο’, αγγλ. subtitle, γαλλ. sous-titre, 1912] | |
| 54005 | υποτονία | [ὑποτονία] υ-πο-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάττωση του μυϊκού τόνου με αποτέλεσμα διάφορες μορφές παράλυσης. Βλ. α-, δυσ-τονία. ΑΝΤ. υπερτονία [< γαλλ. hypotonie, αγγλ. hypotonia] | |
| 54006 | υποτονικός | , ή, ό [ὑποτονικός] υ-πο-το-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωντάνιας, έντασης, ενδιαφέροντος: ~ός: ρυθμός. ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/διάθεση/κίνηση (στην αγορά)/λειτουργία/παρουσία. Σε ~ό κλίμα διεξήχθησαν οι εκλογές. Πβ. αδύναμος, αναιμ-, ατον-ικός, άνευρος, χλιαρός. 2. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υποτονία ή σχετίζεται με αυτή. ΑΝΤ. υπερτονικός (1) 3. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει μικρότερη οσμωτική πίεση σε σύγκριση με άλλο: ~ό: ιαματικό νερό. Βλ. ισοτονικός. ΣΥΝ. υπότονος ΑΝΤ. υπερτονικός (2) ● επίρρ.: υποτονικά [< 2,3: γαλλ. hypotonique, 1904, αγγλ. hypotonic] | |
| 54007 | υποτονικότητα | [ὑποτονικότητα] υ-πο-το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα, η κατάσταση του υποτονικού: (μτφ.) ~ της αγοράς/της ζήτησης/των συναλλαγών. Πβ. χλιαρότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Μυϊκή ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. hypotonicity, 1906] | |
| 54008 | υπότονος | , η, ο [ὑπότονος] υ-πό-το-νος επίθ.: ΧΗΜ. υποτονικός: ~ο: διάλυμα. Βλ. ισότονος. ΑΝΤ. υπέρτονος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ