Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54500-54520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54009υποτροπή[ὑποτροπή] υ-πο-τρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. επανεμφάνιση συμπτωμάτων νόσου μετά από περίοδο (φαινομενικής) ίασης ή βελτίωσης· γενικότ. επιστροφή σε προηγούμενη αρνητική κατάσταση: κλινική/πιθανή/τοπική ~. Οξείες ~ές. Φόβος για ~ του καρκίνου/της ουρολοίμωξης. Ο ασθενής παρουσίασε ~.|| ~ μετά από προσωρινή διακοπή του καπνίσματος.|| (μτφ.) ~ της κρίσης. 2. ΝΟΜ. εκ νέου τέλεση αξιόποινης πράξης για την οποία έχει ήδη καταδικαστεί κάποιος, πριν παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα: παράβαση καθήκοντος/συκοφαντική δυσφήμιση καθ' ~. Έχει καταδικασθεί καθ' ~ για πλημμέλημα.|| Η ομάδα τιμωρήθηκε με έναν αγώνα κεκλεισμένων των θυρών λόγω ~ής (: επανάληψη αδικήματος στην ίδια αγωνιστική περίοδο). [< 1: μτγν. ὑποτροπή, γαλλ. rechute 2: γαλλ. récidive]
54010υποτροπιάζω[ὑποτροπιάζω] υ-πο-τρο-πι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {υποτροπία-σε, (λόγ.) μτχ. υποτροπιάζ-ων, -ουσα, -ον} 1. εμφανίζω υποτροπή: (ΙΑΤΡ.) Ο έρπης συχνά ~ει. ~ων: πυρετός. ~ουσες: λοιμώξεις. ~οντα: επεισόδια συριγµού.|| Ο ασθενής ~σε.|| (μτφ.) ~σε η διεθνής κρίση. ΣΥΝ. ξανακυλάω 2. ΝΟΜ. υποπίπτω ξανά σε αδίκημα για το οποίο έχω καταδικαστεί στο παρελθόν: Ο πρώην κατάδικος ~σε και φυλακίστηκε εκ νέου. [< πβ. αρχ. ὑποτροπιάζω ‘επανέρχομαι’ 2: γαλλ. récidiver]
54011υποτροπιασμός[ὑποτροπιασμός] υ-πο-τρο-πι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & υποτροπίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποτροπιάζω. [< αρχ. ὑποτροπιασμός ‘υποτροπή (νόσου)’, γαλλ. récidivité]
54012υποτροπικός, ή, ό [ὑποτροπικός] υ-πο-τρο-πι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που βρίσκεται σε περιοχές μεταξύ της τροπικής και της εύκρατης ζώνης, που εμφανίζει χαρακτηριστικά αυτών των περιοχών: ~ή: βλάστηση/ζώνη. ~ό: δάσος. ~ές: χώρες.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: αεροχείμαρρος. ● ΣΥΜΠΛ.: υποτροπικό κλίμα: ΜΕΤΕΩΡ. που χαρακτηρίζεται από θερμά και υγρά καλοκαίρια και ήπιους χειµώνες. [< γαλλ. subtropical]
54013υπότροπος, ος/η, ο [ὑπότροπος] υ-πό-τρο-πος επίθ.: ΝΟΜ. που διαπράττει ξανά μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα το ίδιο αδίκημα για το οποίο είχε καταδικαστεί στο παρελθόν: ~ος: εγκληματίας.|| Η ομάδα θεωρείται ~ για τα επεισόδια κατά τη διάρκεια του αγώνα. [< πβ. αρχ. ὑπότροπος ‘αυτός που επιστρέφει’, γαλλ. récidivist]
54014υποτροφία[ὑποτροφία] υ-πο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) {υποτροφι-ών}: ολική ή μερική κάλυψη εξόδων φοιτητή ή σπουδαστή από ίδρυμα, φορέα, ιδιώτη: ~ες εξωτερικού/επίδοσης/εσωτερικού/κινητικότητας. ~ από το ΙΚΥ/το κληροδότημα ... ~ για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. Το Ίδρυμα δίνει/παρέχει/προσφέρει ~ες. [< γερμ. Stipendium, γαλλ. bourse (d'études)]
54015υπότροφος[ὑπότροφος] υ-πό-τρο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όφου}: πρόσωπο στο οποίο χορηγείται υποτροφία για τις σπουδές του: ακαδημαϊκός/μεταδιδακτορικός/μεταπτυχιακός ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επιτροπής/του κοινωφελούς ιδρύματος .../του ΙΚΥ.|| (ως επίθ.) ~ος: ερευνητής. ~οι: φοιτητές. [< πβ. αβέβαιο αρχ. ὑπό(τ)ροφος 'που τον ανατρέφουν', γερμ. Stipendiat, γαλλ. boursier]
54016υποτυπώδης, ης, ες [ὑποτυπώδης] υ-πο-τυ-πώ-δης επίθ. {υποτυπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που δεν έχει αναπτυχθεί ή διαμορφωθεί πλήρως, που παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις ή ατέλειες· στοιχειώδης: ~ης: έλεγχος. ~ης: ενημέρωση/λειτουργία/μορφή/οργάνωση. ~ες: σενάριο. ~η: εργαλεία/μέσα/μέτρα. Δημιουργία υποτυπωδών δομών. Πβ. ατελής.|| (ΒΙΟΛ.) ~ες: νευρικό σύστημα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ατροφικός (3) ● επίρρ.: υποτυπωδώς [-ῶς] [< γαλλ. rudimentaire]
54017υποτύπωση[ὑποτύπωση] υ-πο-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. γραφική απεικόνιση του εδάφους, η οποία παρέχει ενδείξεις για λεπτομέρειες της επιφάνειας, αλλά και για υψομετρικές διαφορές. Πβ. αποτύπωση. [< μτγν. ὑποτύπωσις 'σχεδιάγραμμα', αγγλ. plotting]
54018ύπουλος, η, ο [ὕπουλος] ύ-που-λος επίθ. 1. που ενεργεί ή γίνεται κρυφά και δόλια, με πονηριά: ~ος: άνθρωπος/ρόλος. ~η: δράση/επίθεση/ερώτηση/παγίδα/πολιτική/προπαγάνδα. ~ο: σχέδιο/χτύπημα. ~ες: κινήσεις. Προσπάθησε να αποσπάσει πληροφορίες με ~ο τρόπο (= με υπουλότητα). Παίζει ~α παιχνίδια. Πβ. κατα-, υπο-χθόνιος, υπόγειος. 2. (για ασθένεια) που δεν γίνεται αντιληπτή σε πρώιμο στάδιο ή που εκδηλώνεται ξαφνικά: ~ος: ιός. ~η: πάθηση. Η παχυσαρκία είναι ~ εχθρός για την υγεία. ● επίρρ.: ύπουλα [< αρχ. ὕπουλος]
54019υπουλότητα[ὑπουλότητα] υ-που-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & υπουλία (λόγ.): η ιδιότητα του ύπουλου. Πβ. δολιότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ὑπουλότης]
54020υπουργείο[ὑπουργεῖο] υ-πουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ανώτατη διοικητική Αρχή με καθορισμένες αρμοδιότητες, στην οποία προΐσταται υπουργός· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες: ~ Οικονομικών. Εγκύκλιος/εκπρόσωπος/ηγεσία/κατάργηση/πιστώσεις/προτάσεις/προϋπολογισμός/συγκρότηση/φορείς του ~ου. Συγχώνευση/συναρμοδιότητα των ~ων. Καθ' ύλην αρμόδια ~α. Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του ~ου ... Βλ. υπερ~, υφ~.|| Διαμαρτυρία έξω από το ~ ... [< γαλλ. ministère]
54021υπούργημα[ὑπούργημα] υ-πούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {υπουργήμ-ατα} (λόγ.): αξίωμα, λειτούργημα: εκκλησιαστικό/υψηλό ~. [< αρχ. ὑπούργημα ‘υπηρεσία’]
54022υπουργήσιμος, η, ο [ὑπουργήσιμος] υ-πουρ-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που διεκδικεί υπουργείο, που ενδέχεται να γίνει υπουργός.
54023υπουργία[ὑπουργία] υ-πουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το αξίωμα του υπουργού και συνεκδ. η περίοδος της θητείας του: επί ~ας/υπό την ~ του/της ... Βλ. πρωθ~. [< αρχ. ὑπουργία, γαλλ. ministère]
54024υπουργικός, ή, ό [ὑπουργικός] υ-πουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με υπουργό: ~ή: απόφαση/δήλωση/διάσκεψη/έγκριση/επιτροπή/παρέμβαση/πράξη/σύνοδος. ~ό: αξίωμα/έγγραφο. ~ά: γραφεία/διατάγματα/καθήκοντα/στελέχη/χαρτοφυλάκια. Συνάντηση σε ~ό επίπεδο.|| (συνεκδ.) ~ θώκος/~ή καρέκλα (= το αξίωμα του υπουργού). Βλ. πρωθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: υπουργικό συμβούλιο (κ. με κεφαλ. Υ, Σ) & (προφ.) υπουργικό: συλλογικό όργανο που απαρτίζεται από το σύνολο των υπουργών και υφυπουργών και συνεδριάζει υπό τον πρωθυπουργό· συνεκδ. η κυβέρνηση: έκτακτη συνεδρίαση/ενημέρωση/σύγκληση του ~ού ~ου. [< μτγν. ὑπουργικός 'υπηρετικός', γαλλ. ministériel]
54025υπουργιλίκι[ὑπουργιλίκι] υ-πουρ-γι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα και οι δικαιοδοσίες του υπουργού. Πβ. υπουργία. Βλ. -ιλίκι.
54026υπουργίνα[ὑπουργίνα] υ-πουρ-γί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.-λαϊκό): γυναίκα υπουργός ή σπανιότ. σύζυγος υπουργού.
54027υπουργοποίηση[ὑπουργοποίηση] υ-πουρ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπουργοποιώ: υποψήφιοι για/προς ~. Βλ. -ποίηση.
54028υπουργοποιήσιμος, η, ο [ὑπουργοποιήσιμος] υ-πουρ-γο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να υπουργοποιηθεί.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.