| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53999 | υποτιμολογώ | [ὑποτιμολογῶ] υ-πο-τι-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υποτιμολογ-εί ... | υποτιμολογ-ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω χαμηλότερη τιμή για αγαθό ή υπηρεσία σε σχέση με την πραγματική τους αξία: ~ημένα: προϊόντα. ΑΝΤ. υπερτιμολογώ [< γαλλ. sous-facturer] | |
| 54000 | υποτιμώ | [ὑποτιμῶ] υ-πο-τι-μώ ρ. (μτβ.) {υποτιμ-άς ... | υποτίμ-ησα, -ήσει, -άται, -ώνται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & υποτιμάω ΑΝΤ. υπερτιμώ 1. (μτφ.) αποδίδω σε πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση μικρότερη αξία ή σπουδαιότητα από την πραγματική: ~ησε τον αντίπαλό του και τελικά έχασε. Μην ~άς τoν εαυτό σoυ. ~ημένο: πρόβλημα. Πβ. απαξιώνω, καταφρονώ, υποβαθμίζω, υποβιβάζω. ΑΝΤ. υπερεκτιμώ (1) 2. ΟΙΚΟΝ. ελαττώνω την τιμή ή την αξία ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας: ~ημένα: επίπεδα (τιμών). ΑΝΤ. ανατιμώ ● Παθ.: υποτιμάται: για νόμισμα του οποίου η επίσημη τιμή προσαρμόζεται καθοδικά στη συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. ΑΝΤ. υπερτιμάται [< 1,2: γαλλ. déprécier, dévaluer, 1935 2: αρχ. ὑποτιμῶ] | |
| 54001 | υποτιτλίζω | [ὑποτιτλίζω] υ-πο-τιτ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υποτιτλί-σει, -στεί, -σμένος, υποτιτλίζ-οντας} 1. εισάγω υπότιτλους: ~ μια ξενόγλωσση σειρά/ταινία. Βλ. μεταγλωττίζω. 2. παρέχω υπότιτλο, λεζάντα σε κείμενο: ~ ένα βιβλίο/μυθιστόρημα. [< γαλλ. sous-titrer, 1923] | |
| 54002 | υποτιτλισμός | [ὑποτιτλισμός] υ-πο-τιτ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): εισαγωγή υποτίτλων: αυτόματος ~. ~ ταινιών/τηλεοπτικών προγραμμάτων. Βλ. -ισμός, μεταγλώττιση. [< γαλλ. sous-titrage, 1954] | |
| 54003 | υποτιτλιστής | [ὑποτιτλιστής] υ-πο-τιτ-λι-στής ουσ. (αρσ.) , υποτιτλίστρια (η) 1. πρόσωπο που συνήθ. μεταφράζει το κείμενο ξενόγλωσσης ταινίας ή τηλεοπτικού προγράμματος και εισάγει τους υπότιτλους. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύστημα ή πρόγραμμα επεξεργασίας και συγγραφής υπότιτλων: ελληνικός ~. [< αγγλ. subtitler, 1930, γαλλ. sous-titreur] | |
| 54004 | υπότιτλος | [ὑπότιτλος] υ-πό-τιτ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίτλου}: τίτλος που επεξηγεί ή συμπληρώνει κύριο τίτλο κειμένου ή λεζάντα εικόνας: ~ του άρθρου/του βιβλίου/της ταινίας/της φωτογραφίας. Βλ. υπέρτιτλος. ● υπότιτλοι (οι): μεταφρασμένοι διάλογοι ξενόγλωσσης κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής ταινίας σε μορφή γραπτού κειμένου που εμφανίζονται στο κάτω μέρος της οθόνης: ταινία με/χωρίς (ελληνικούς) ~ους. Συγχρονισμός ~ων.|| ~ για άτομα με προβλήματα ακοής. [< μεσν. υπότιτλος ‘υποδιαίρεση κεφαλαίου, υποκεφάλαιο’, αγγλ. subtitle, γαλλ. sous-titre, 1912] | |
| 54005 | υποτονία | [ὑποτονία] υ-πο-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάττωση του μυϊκού τόνου με αποτέλεσμα διάφορες μορφές παράλυσης. Βλ. α-, δυσ-τονία. ΑΝΤ. υπερτονία [< γαλλ. hypotonie, αγγλ. hypotonia] | |
| 54006 | υποτονικός | , ή, ό [ὑποτονικός] υ-πο-το-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωντάνιας, έντασης, ενδιαφέροντος: ~ός: ρυθμός. ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/διάθεση/κίνηση (στην αγορά)/λειτουργία/παρουσία. Σε ~ό κλίμα διεξήχθησαν οι εκλογές. Πβ. αδύναμος, αναιμ-, ατον-ικός, άνευρος, χλιαρός. 2. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υποτονία ή σχετίζεται με αυτή. ΑΝΤ. υπερτονικός (1) 3. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει μικρότερη οσμωτική πίεση σε σύγκριση με άλλο: ~ό: ιαματικό νερό. Βλ. ισοτονικός. ΣΥΝ. υπότονος ΑΝΤ. υπερτονικός (2) ● επίρρ.: υποτονικά [< 2,3: γαλλ. hypotonique, 1904, αγγλ. hypotonic] | |
| 54007 | υποτονικότητα | [ὑποτονικότητα] υ-πο-το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα, η κατάσταση του υποτονικού: (μτφ.) ~ της αγοράς/της ζήτησης/των συναλλαγών. Πβ. χλιαρότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Μυϊκή ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. hypotonicity, 1906] | |
| 54008 | υπότονος | , η, ο [ὑπότονος] υ-πό-το-νος επίθ.: ΧΗΜ. υποτονικός: ~ο: διάλυμα. Βλ. ισότονος. ΑΝΤ. υπέρτονος | |
| 54009 | υποτροπή | [ὑποτροπή] υ-πο-τρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. επανεμφάνιση συμπτωμάτων νόσου μετά από περίοδο (φαινομενικής) ίασης ή βελτίωσης· γενικότ. επιστροφή σε προηγούμενη αρνητική κατάσταση: κλινική/πιθανή/τοπική ~. Οξείες ~ές. Φόβος για ~ του καρκίνου/της ουρολοίμωξης. Ο ασθενής παρουσίασε ~.|| ~ μετά από προσωρινή διακοπή του καπνίσματος.|| (μτφ.) ~ της κρίσης. 2. ΝΟΜ. εκ νέου τέλεση αξιόποινης πράξης για την οποία έχει ήδη καταδικαστεί κάποιος, πριν παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα: παράβαση καθήκοντος/συκοφαντική δυσφήμιση καθ' ~. Έχει καταδικασθεί καθ' ~ για πλημμέλημα.|| Η ομάδα τιμωρήθηκε με έναν αγώνα κεκλεισμένων των θυρών λόγω ~ής (: επανάληψη αδικήματος στην ίδια αγωνιστική περίοδο). [< 1: μτγν. ὑποτροπή, γαλλ. rechute 2: γαλλ. récidive] | |
| 54010 | υποτροπιάζω | [ὑποτροπιάζω] υ-πο-τρο-πι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {υποτροπία-σε, (λόγ.) μτχ. υποτροπιάζ-ων, -ουσα, -ον} 1. εμφανίζω υποτροπή: (ΙΑΤΡ.) Ο έρπης συχνά ~ει. ~ων: πυρετός. ~ουσες: λοιμώξεις. ~οντα: επεισόδια συριγµού.|| Ο ασθενής ~σε.|| (μτφ.) ~σε η διεθνής κρίση. ΣΥΝ. ξανακυλάω 2. ΝΟΜ. υποπίπτω ξανά σε αδίκημα για το οποίο έχω καταδικαστεί στο παρελθόν: Ο πρώην κατάδικος ~σε και φυλακίστηκε εκ νέου. [< πβ. αρχ. ὑποτροπιάζω ‘επανέρχομαι’ 2: γαλλ. récidiver] | |
| 54011 | υποτροπιασμός | [ὑποτροπιασμός] υ-πο-τρο-πι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & υποτροπίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποτροπιάζω. [< αρχ. ὑποτροπιασμός ‘υποτροπή (νόσου)’, γαλλ. récidivité] | |
| 54012 | υποτροπικός | , ή, ό [ὑποτροπικός] υ-πο-τρο-πι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που βρίσκεται σε περιοχές μεταξύ της τροπικής και της εύκρατης ζώνης, που εμφανίζει χαρακτηριστικά αυτών των περιοχών: ~ή: βλάστηση/ζώνη. ~ό: δάσος. ~ές: χώρες.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: αεροχείμαρρος. ● ΣΥΜΠΛ.: υποτροπικό κλίμα: ΜΕΤΕΩΡ. που χαρακτηρίζεται από θερμά και υγρά καλοκαίρια και ήπιους χειµώνες. [< γαλλ. subtropical] | |
| 54013 | υπότροπος | , ος/η, ο [ὑπότροπος] υ-πό-τρο-πος επίθ.: ΝΟΜ. που διαπράττει ξανά μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα το ίδιο αδίκημα για το οποίο είχε καταδικαστεί στο παρελθόν: ~ος: εγκληματίας.|| Η ομάδα θεωρείται ~ για τα επεισόδια κατά τη διάρκεια του αγώνα. [< πβ. αρχ. ὑπότροπος ‘αυτός που επιστρέφει’, γαλλ. récidivist] | |
| 54014 | υποτροφία | [ὑποτροφία] υ-πο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) {υποτροφι-ών}: ολική ή μερική κάλυψη εξόδων φοιτητή ή σπουδαστή από ίδρυμα, φορέα, ιδιώτη: ~ες εξωτερικού/επίδοσης/εσωτερικού/κινητικότητας. ~ από το ΙΚΥ/το κληροδότημα ... ~ για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. Το Ίδρυμα δίνει/παρέχει/προσφέρει ~ες. [< γερμ. Stipendium, γαλλ. bourse (d'études)] | |
| 54015 | υπότροφος | [ὑπότροφος] υ-πό-τρο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όφου}: πρόσωπο στο οποίο χορηγείται υποτροφία για τις σπουδές του: ακαδημαϊκός/μεταδιδακτορικός/μεταπτυχιακός ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επιτροπής/του κοινωφελούς ιδρύματος .../του ΙΚΥ.|| (ως επίθ.) ~ος: ερευνητής. ~οι: φοιτητές. [< πβ. αβέβαιο αρχ. ὑπό(τ)ροφος 'που τον ανατρέφουν', γερμ. Stipendiat, γαλλ. boursier] | |
| 54016 | υποτυπώδης | , ης, ες [ὑποτυπώδης] υ-πο-τυ-πώ-δης επίθ. {υποτυπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που δεν έχει αναπτυχθεί ή διαμορφωθεί πλήρως, που παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις ή ατέλειες· στοιχειώδης: ~ης: έλεγχος. ~ης: ενημέρωση/λειτουργία/μορφή/οργάνωση. ~ες: σενάριο. ~η: εργαλεία/μέσα/μέτρα. Δημιουργία υποτυπωδών δομών. Πβ. ατελής.|| (ΒΙΟΛ.) ~ες: νευρικό σύστημα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ατροφικός (3) ● επίρρ.: υποτυπωδώς [-ῶς] [< γαλλ. rudimentaire] | |
| 54017 | υποτύπωση | [ὑποτύπωση] υ-πο-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. γραφική απεικόνιση του εδάφους, η οποία παρέχει ενδείξεις για λεπτομέρειες της επιφάνειας, αλλά και για υψομετρικές διαφορές. Πβ. αποτύπωση. [< μτγν. ὑποτύπωσις 'σχεδιάγραμμα', αγγλ. plotting] | |
| 54018 | ύπουλος | , η, ο [ὕπουλος] ύ-που-λος επίθ. 1. που ενεργεί ή γίνεται κρυφά και δόλια, με πονηριά: ~ος: άνθρωπος/ρόλος. ~η: δράση/επίθεση/ερώτηση/παγίδα/πολιτική/προπαγάνδα. ~ο: σχέδιο/χτύπημα. ~ες: κινήσεις. Προσπάθησε να αποσπάσει πληροφορίες με ~ο τρόπο (= με υπουλότητα). Παίζει ~α παιχνίδια. Πβ. κατα-, υπο-χθόνιος, υπόγειος. 2. (για ασθένεια) που δεν γίνεται αντιληπτή σε πρώιμο στάδιο ή που εκδηλώνεται ξαφνικά: ~ος: ιός. ~η: πάθηση. Η παχυσαρκία είναι ~ εχθρός για την υγεία. ● επίρρ.: ύπουλα [< αρχ. ὕπουλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ