Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54520-54540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54019υπουλότητα[ὑπουλότητα] υ-που-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & υπουλία (λόγ.): η ιδιότητα του ύπουλου. Πβ. δολιότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ὑπουλότης]
54020υπουργείο[ὑπουργεῖο] υ-πουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ανώτατη διοικητική Αρχή με καθορισμένες αρμοδιότητες, στην οποία προΐσταται υπουργός· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες: ~ Οικονομικών. Εγκύκλιος/εκπρόσωπος/ηγεσία/κατάργηση/πιστώσεις/προτάσεις/προϋπολογισμός/συγκρότηση/φορείς του ~ου. Συγχώνευση/συναρμοδιότητα των ~ων. Καθ' ύλην αρμόδια ~α. Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του ~ου ... Βλ. υπερ~, υφ~.|| Διαμαρτυρία έξω από το ~ ... [< γαλλ. ministère]
54021υπούργημα[ὑπούργημα] υ-πούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {υπουργήμ-ατα} (λόγ.): αξίωμα, λειτούργημα: εκκλησιαστικό/υψηλό ~. [< αρχ. ὑπούργημα ‘υπηρεσία’]
54022υπουργήσιμος, η, ο [ὑπουργήσιμος] υ-πουρ-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που διεκδικεί υπουργείο, που ενδέχεται να γίνει υπουργός.
54023υπουργία[ὑπουργία] υ-πουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το αξίωμα του υπουργού και συνεκδ. η περίοδος της θητείας του: επί ~ας/υπό την ~ του/της ... Βλ. πρωθ~. [< αρχ. ὑπουργία, γαλλ. ministère]
54024υπουργικός, ή, ό [ὑπουργικός] υ-πουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με υπουργό: ~ή: απόφαση/δήλωση/διάσκεψη/έγκριση/επιτροπή/παρέμβαση/πράξη/σύνοδος. ~ό: αξίωμα/έγγραφο. ~ά: γραφεία/διατάγματα/καθήκοντα/στελέχη/χαρτοφυλάκια. Συνάντηση σε ~ό επίπεδο.|| (συνεκδ.) ~ θώκος/~ή καρέκλα (= το αξίωμα του υπουργού). Βλ. πρωθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: υπουργικό συμβούλιο (κ. με κεφαλ. Υ, Σ) & (προφ.) υπουργικό: συλλογικό όργανο που απαρτίζεται από το σύνολο των υπουργών και υφυπουργών και συνεδριάζει υπό τον πρωθυπουργό· συνεκδ. η κυβέρνηση: έκτακτη συνεδρίαση/ενημέρωση/σύγκληση του ~ού ~ου. [< μτγν. ὑπουργικός 'υπηρετικός', γαλλ. ministériel]
54025υπουργιλίκι[ὑπουργιλίκι] υ-πουρ-γι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα και οι δικαιοδοσίες του υπουργού. Πβ. υπουργία. Βλ. -ιλίκι.
54026υπουργίνα[ὑπουργίνα] υ-πουρ-γί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.-λαϊκό): γυναίκα υπουργός ή σπανιότ. σύζυγος υπουργού.
54027υπουργοποίηση[ὑπουργοποίηση] υ-πουρ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπουργοποιώ: υποψήφιοι για/προς ~. Βλ. -ποίηση.
54028υπουργοποιήσιμος, η, ο [ὑπουργοποιήσιμος] υ-πουρ-γο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να υπουργοποιηθεί.
54029υπουργοποιώ[ὑπουργοποιῶ] υ-πουρ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υπουργοποι-εί ... | υπουργοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: (για τον πρωθυπουργό) διορίζω, κάνω κάποιον υπουργό. Βλ. -ποιώ.
54030υπουργός[ὑπουργός] υ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος της κυβέρνησης που προΐσταται υπουργείου: απερχόμενος/πρώην/πρωτοκλασάτος/συναρμόδιος ~. Γραφείο/δελτίο τύπου/δήλωση/έγκριση/επίσημη επίσκεψη/θητεία (= υπουργία)/μήνυμα/ομιλία/παραίτηση/παρέμβαση/χαιρετισμός του ~ού. Κοινή απόφαση/κόντρα ~ών για ... Νόμος περί ευθύνης ~ών. Άτυπη σύνοδος των ~ών Υγείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέλαβε/διετέλεσε/διορίστηκε ~. Ο ~ εξήγγειλε μέτρα/κατέθεσε νομοσχέδιο για ... Βλ. πρωθ~, υπερ~, υφ~. ● Υποκ.: υπουργίσκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής/αναπληρώτρια υπουργός βλ. αναπληρωτής, αναπληρώτρια, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Συμβούλιο των Υπουργών βλ. συμβούλιο, υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ βλ. πρωθυπουργός ● ΦΡ.: υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου (λόγ.) & (σπάν.) χωρίς χαρτοφυλάκιο: μέλος του υπουργικού συμβουλίου που δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένο υπουργείο, υπουργός επικρατείας: ~ ~ (αρμόδιος) για θέματα ... [< αρχ. ὑπουργός 'που προσφέρει υπηρεσία, βοηθός', παλαιότ. μινίστρος, ιταλ. ministro, γαλλ. ministre]
54031υποφαινόμενος, η, ο [ὑποφαινόμενος] υ-πο-φαι-νό-με-νος επίθ./ουσ. (λόγ.): που υπογράφει έγγραφο ή απευθύνεται σε κάποιο κοινό: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ο ~ δηλώνω/πιστοποιώ ότι ... Πβ. υπογεγραμμένος.|| Πολλοί λίγοι, μεταξύ των οποίων και ο ~ (= αυτός που σας μιλά, εγώ), έχουμε συνειδητοποιήσει το πρόβλημα.|| (ως επίθ.) Το κείμενο συνέταξε η ~η αρθρογράφος. ΣΥΝ. υποσημειούμενος [< μτχ. εν. του ρ. ὑποφαίνομαι ‘μόλις που διακρίνομαι’]
54032υποφάκελος[ὑποφάκελος] υ-πο-φά-κε-λος ουσ. (αρσ.): επιμέρους φάκελος: ~οι δικογραφίας.|| ~ δικαιολογητικών συμμετοχής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δημιουργία ~έλων στα εισερχόμενα. Βλ. υποκατάλογος. [< αγγλ. subfolder, 1975]
54033υποφερτός, ή, ό [ὑποφερτός] υ-πο-φερ-τός επίθ. 1. που μπορεί κανείς να τον υποφέρει, να τον υπομείνει: ~ή: ζέστη/ζωή/κατάσταση. Ο πόνος είναι ~. ΣΥΝ. ανεκτός ΑΝΤ. αβάσταχτος (1), αβίωτος, ανυπόφορος, αφόρητος 2. (κατ' επέκτ.) μέτριος σε ποιότητα: ~ή: απόδοση/λύση. Ο προπονητής προσπαθεί να επαναφέρει την ομάδα σε ~ό επίπεδο. Πβ. καλούτσικος. ● επίρρ.: υποφερτά [< γαλλ. supportable]
54034υποφέρω[ὑποφέρω] υ-πο-φέ-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. υπέφερα, υποφέρ-οντας} 1. ταλαιπωρούμαι από αρρώστια, σωματικό ή ψυχικό πόνο ή δοκιμασία: ~ει (= βασανίζεται) από αϋπνίες/ημικρανίες. Πβ. πάσχω.|| ~ει από τους πόνους. Πβ. πονώ.|| ~ει από τη ζέστη. Όταν λείπεις, ~. Προτιμά να ~ει σιωπηλά παρά να μοιραστεί το πρόβλημά του.|| Τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου ~ουν από στερήσεις/υποσιτισμό. Πβ. δεινοπαθώ, κακοπαθαίνω. 2. αντέχω κάποιον ή κάτι: Έχω ~ει (= υποστεί) τα πάνδεινα. Δεν μπορώ να ~ την γκρίνια του. Πβ. ανέχομαι. ΣΥΝ. υπομένω ● Παθ.: δεν υποφέρεται: δεν είναι ανεκτό(ς): ~ ~ άλλο αυτή η κατάσταση.|| Δεν υποφέρεσαι πια! ΣΥΝ. δεν παλεύεται [< 2: αρχ. ὑποφέρω, γαλλ. souffrir]
54035υποφορά[ὑποφορά] υ-πο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τοποθέτηση πάνω σε προηγούμενη δήλωση, διαπίστωση ή ερώτηση: αντένσταση καθ' ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς βλ. ανθυποφορά [< μτγν. ὑποφορά (ως ρητορικό σχήμα)]
54036υποφύλο[ὑποφῦλο] υ-πο-φύ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από την υπερκλάση και κάτω από το φύλο. ΣΥΝ. υποσυνομοταξία [< νεολατ. subphylum]
54037υπόφυση[ὑπόφυση] υ-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μικρού μεγέθους ενδοκρινής αδένας στη βάση του εγκεφάλου, ο οποίος εκκρίνει ορμόνες που ελέγχουν άλλους αδένες και επιδρά στη σκελετική ανάπτυξη, τη γεννητική ωρίμανση και τον γενικό μεταβολισμό: αδένωμα/όγκοι/υπολειτουργία της ~ης. Οπίσθιος λοβός της ~ης (= νευροϋπόφυση)/πρόσθιος λοβός της ~ης (= αδενοϋπόφυση). [< μτγν. ὑπόφυσις, αγγλ. hypophysis, γαλλ. hypophyse, γερμ. Hypophyse]
54038υποφυσιακός, ή, ό [ὑποφυσιακός] υ-πο-φυ-σι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την υπόφυση: ~ή: ανεπάρκεια. ~ές: ορμόνες. [< αγγλ. hypophysial, γαλλ. hypophysaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.