Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54520-54540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54029υπουργοποιώ[ὑπουργοποιῶ] υ-πουρ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υπουργοποι-εί ... | υπουργοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: (για τον πρωθυπουργό) διορίζω, κάνω κάποιον υπουργό. Βλ. -ποιώ.
54030υπουργός[ὑπουργός] υ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος της κυβέρνησης που προΐσταται υπουργείου: απερχόμενος/πρώην/πρωτοκλασάτος/συναρμόδιος ~. Γραφείο/δελτίο τύπου/δήλωση/έγκριση/επίσημη επίσκεψη/θητεία (= υπουργία)/μήνυμα/ομιλία/παραίτηση/παρέμβαση/χαιρετισμός του ~ού. Κοινή απόφαση/κόντρα ~ών για ... Νόμος περί ευθύνης ~ών. Άτυπη σύνοδος των ~ών Υγείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέλαβε/διετέλεσε/διορίστηκε ~. Ο ~ εξήγγειλε μέτρα/κατέθεσε νομοσχέδιο για ... Βλ. πρωθ~, υπερ~, υφ~. ● Υποκ.: υπουργίσκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής/αναπληρώτρια υπουργός βλ. αναπληρωτής, αναπληρώτρια, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Συμβούλιο των Υπουργών βλ. συμβούλιο, υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ βλ. πρωθυπουργός ● ΦΡ.: υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου (λόγ.) & (σπάν.) χωρίς χαρτοφυλάκιο: μέλος του υπουργικού συμβουλίου που δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένο υπουργείο, υπουργός επικρατείας: ~ ~ (αρμόδιος) για θέματα ... [< αρχ. ὑπουργός 'που προσφέρει υπηρεσία, βοηθός', παλαιότ. μινίστρος, ιταλ. ministro, γαλλ. ministre]
54031υποφαινόμενος, η, ο [ὑποφαινόμενος] υ-πο-φαι-νό-με-νος επίθ./ουσ. (λόγ.): που υπογράφει έγγραφο ή απευθύνεται σε κάποιο κοινό: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ο ~ δηλώνω/πιστοποιώ ότι ... Πβ. υπογεγραμμένος.|| Πολλοί λίγοι, μεταξύ των οποίων και ο ~ (= αυτός που σας μιλά, εγώ), έχουμε συνειδητοποιήσει το πρόβλημα.|| (ως επίθ.) Το κείμενο συνέταξε η ~η αρθρογράφος. ΣΥΝ. υποσημειούμενος [< μτχ. εν. του ρ. ὑποφαίνομαι ‘μόλις που διακρίνομαι’]
54032υποφάκελος[ὑποφάκελος] υ-πο-φά-κε-λος ουσ. (αρσ.): επιμέρους φάκελος: ~οι δικογραφίας.|| ~ δικαιολογητικών συμμετοχής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δημιουργία ~έλων στα εισερχόμενα. Βλ. υποκατάλογος. [< αγγλ. subfolder, 1975]
54033υποφερτός, ή, ό [ὑποφερτός] υ-πο-φερ-τός επίθ. 1. που μπορεί κανείς να τον υποφέρει, να τον υπομείνει: ~ή: ζέστη/ζωή/κατάσταση. Ο πόνος είναι ~. ΣΥΝ. ανεκτός ΑΝΤ. αβάσταχτος (1), αβίωτος, ανυπόφορος, αφόρητος 2. (κατ' επέκτ.) μέτριος σε ποιότητα: ~ή: απόδοση/λύση. Ο προπονητής προσπαθεί να επαναφέρει την ομάδα σε ~ό επίπεδο. Πβ. καλούτσικος. ● επίρρ.: υποφερτά [< γαλλ. supportable]
54034υποφέρω[ὑποφέρω] υ-πο-φέ-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. υπέφερα, υποφέρ-οντας} 1. ταλαιπωρούμαι από αρρώστια, σωματικό ή ψυχικό πόνο ή δοκιμασία: ~ει (= βασανίζεται) από αϋπνίες/ημικρανίες. Πβ. πάσχω.|| ~ει από τους πόνους. Πβ. πονώ.|| ~ει από τη ζέστη. Όταν λείπεις, ~. Προτιμά να ~ει σιωπηλά παρά να μοιραστεί το πρόβλημά του.|| Τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου ~ουν από στερήσεις/υποσιτισμό. Πβ. δεινοπαθώ, κακοπαθαίνω. 2. αντέχω κάποιον ή κάτι: Έχω ~ει (= υποστεί) τα πάνδεινα. Δεν μπορώ να ~ την γκρίνια του. Πβ. ανέχομαι. ΣΥΝ. υπομένω ● Παθ.: δεν υποφέρεται: δεν είναι ανεκτό(ς): ~ ~ άλλο αυτή η κατάσταση.|| Δεν υποφέρεσαι πια! ΣΥΝ. δεν παλεύεται [< 2: αρχ. ὑποφέρω, γαλλ. souffrir]
54035υποφορά[ὑποφορά] υ-πο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τοποθέτηση πάνω σε προηγούμενη δήλωση, διαπίστωση ή ερώτηση: αντένσταση καθ' ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς βλ. ανθυποφορά [< μτγν. ὑποφορά (ως ρητορικό σχήμα)]
54036υποφύλο[ὑποφῦλο] υ-πο-φύ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από την υπερκλάση και κάτω από το φύλο. ΣΥΝ. υποσυνομοταξία [< νεολατ. subphylum]
54037υπόφυση[ὑπόφυση] υ-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μικρού μεγέθους ενδοκρινής αδένας στη βάση του εγκεφάλου, ο οποίος εκκρίνει ορμόνες που ελέγχουν άλλους αδένες και επιδρά στη σκελετική ανάπτυξη, τη γεννητική ωρίμανση και τον γενικό μεταβολισμό: αδένωμα/όγκοι/υπολειτουργία της ~ης. Οπίσθιος λοβός της ~ης (= νευροϋπόφυση)/πρόσθιος λοβός της ~ης (= αδενοϋπόφυση). [< μτγν. ὑπόφυσις, αγγλ. hypophysis, γαλλ. hypophyse, γερμ. Hypophyse]
54038υποφυσιακός, ή, ό [ὑποφυσιακός] υ-πο-φυ-σι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την υπόφυση: ~ή: ανεπάρκεια. ~ές: ορμόνες. [< αγγλ. hypophysial, γαλλ. hypophysaire]
54039υποφώσκει[ὑποφώσκει] υ-πο-φώ-σκει ρ. (αμτβ.) {υπέφωσκ-ε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): διαφαίνεται αμυδρά: Η αυγή ~.|| (κυρ. μτφ.) ~ (= διακρίνεται) η ελπίδα για ... Η κρίση ~ε εδώ και καιρό. ~ουσα: θλίψη. Βλ. υποβόσκει. ΣΥΝ. αχνοφέγγει, θαμποφέγγει [< αρχ. ὑποφώσκω ‘αρχίζω να λάμπω’]
54040υποφωσφαταιμία[ὑποφωσφαταιμία] υ-πο-φω-σφα-ται-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση της συγκέντρωσης φωσφόρου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπερφωσφαταιμία [< αγγλ. hypophosphat(a)emia, 1935, γαλλ. hypophosphatémie, γερμ. Hypophosphatämie]
54041υποφωτισμός[ὑποφωτισμός] υ-πο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): χαμηλός ή ανεπαρκής φωτισμός: ~ οθόνης.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ φόντου. ΑΝΤ. υπερφωτισμός
54042υποχείριος, α, ο [ὑποχείριος] υ-πο-χεί-ρι-ος επίθ.: που χειραγωγείται από κάποιον ή κάτι, που βρίσκεται κάτω από την εξουσία ή την επιρροή του, χωρίς να έχει ελευθερία βούλησης: ~οι των μεγάλων συμφερόντων. Πβ. δέσμιος. ● Ουσ.: υποχείριο (το): άβουλο άτομο: Δεν είμαι ~ κανενός. ΣΥΝ. άθυρμα (1), ανδρείκελο (1), αχυράνθρωπος, ενεργούμενο, έρμαιο, μαριονέτα (2), πειθήνιο όργανο, πιόνι (2) [< αρχ. ὑποχείριος]
54043υποχθόνιος, α, ο [ὑποχθόνιος] υ-πο-χθό-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται ή ενεργεί με δόλιο τρόπο, καταχθόνιος: ~α: απειλή/δράση. ~α: σχέδια. Πβ. υπόγειος, ύπουλος.|| ~ος: άνθρωπος. Πβ. μηχανορράφος, ραδιούργος. 2. (για μεταφυσικά όντα) που εντοπίζεται ή δρα κάτω από την επιφάνεια της Γης: ~ος: κόσμος. ~ες: θεότητες. ● επίρρ.: υποχθόνια & (λόγ.) -ίως [< 2: αρχ. ὑποχθόνιος]
54044υποχλωριώδης, ης, ες [ὑποχλωριώδης] υ-πο-χλω-ρι-ώ-δης επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ή προκύπτει από χλώριο, το οποίο έχει σθένος χαμηλότερο από ό,τι στις ενώσεις του: ~ες: άλας/ασβέστιο/νάτριο (πβ. χλωρίνη)/οξύ. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. hypochloreux, αγγλ. hypochlorous]
54045υποχονδρία[ὑποχονδρία] υ-πο-χον-δρί-α ουσ. (θηλ.) & υποχονδρίαση 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή κατά την οποία το άτομο καταλαμβάνεται από την έμμονη ιδέα ότι πάσχει από μια ασθένεια, χωρίς να υπάρχει πραγματική αιτία και παρά τις ιατρικές διαβεβαιώσεις ότι είναι υγιής. Πβ. αρρωστοφοβία, μελαγχολία, νευρασθένεια. Βλ. μικροβιοφοβία. 2. (κατ' επέκτ.) σχολαστική φροντίδα κυρ. για την καθαριότητα. [< γαλλ. hypocondrie, αγγλ. hypochondria, hypochondriasis]
54046υποχονδριακός, ή, ό [ὑποχονδριακός] υ-πο-χον-δρι-α-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υποχονδρία ή υποφέρει από αυτή: ~ή: διαταραχή/νεύρωση.|| (ως ουσ.) Είναι ~ και φοβάται τη συναναστροφή με αρρώστους. ΣΥΝ. υποχόνδριος. [< μτγν. ὑποχονδριακός 'σχετικός με το υποχόνδριο', γαλλ. hypocondriaque, αγγλ. hypochondriac]
54047υποχόνδριο[ὑποχόνδριο] υ-πο-χόν-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {υποχονδρί-ου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις δύο πλευρές στην περιοχή της άνω κοιλίας, δεξιά και αριστερά του υπογαστρίου. [< μτγν. ὑποχόνδριον, αγγλ. hypochondrium, γαλλ. hypocondre]
54048υποχόνδριος, α, ο [ὑποχόνδριος] υ-πο-χόν-δρι-ος επίθ. 1. που πάσχει από υποχονδρία· κατ' επέκτ. που δείχνει υπερβολική προσήλωση στις λεπτομέρειες: (ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ος: ασθενής. (ως ουσ.) Οι ~οι υποφέρουν από ανύπαρκτα συμπτώματα. ΣΥΝ. υποχονδριακός.|| Είναι ~α με την καθαριότητα. Πβ. λεπτολόγος, σχολαστικός. Βλ. τελειομανής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το υποχόνδριο ή εντοπίζεται σε αυτό: ~ο: οστό. [< 2: αρχ. ὑποχόνδριος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.