| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54049 | υπόχρεος | , η, ο [ὑπόχρεος] υ-πό-χρε-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που διέπεται από τη νομική κυρ. υποχρέωση να προβεί σε κάποια ενέργεια: ~ος: εργοδότης/φορέας. ~ο: πρόσωπο. Είναι ~ για την καταβολή του φόρου (πβ. υποκείμενος)/την υποβολή (της δήλωσης/του εντύπου). Είμαι ~ σε αποζημίωση. Ιατρός ~ υπηρεσίας υπαίθρου.|| (ως ουσ.) ~ διατροφής/μειωμένης θητείας. Οι ~οι στράτευσης. Βλ. δικαιούχος. 2. (λόγ.) που χρωστά χάρη: Θα σας ήμουν ~, αν μπορούσατε να ... Μένω (ειλικρινά) ~. Πβ. ευγνώμων, υποχρεωμένος. [< μτγν. ὑπόχρεος, γαλλ. obligé] | |
| 54050 | υποχρεούμαι | [ὑποχρεοῦμαι] υ-πο-χρε-ού-μαι ρ. (μτβ.) {υποχρεού-σαι, -ται ... | παρατ. υποχρεού-το, -μενος, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): έχω την υποχρέωση, οφείλω να κάνω κάτι: ~ται να δώσει εξηγήσεις/σε υποβολή φορολογικής δήλωσης. ΑΝΤ. δικαιούμαι (2) [< γαλλ. être obligé de] | |
| 54051 | υποχρεωμένος | , η, ο [ὑποχρεωμένος] υ-πο-χρε-ω-μέ-νος επίθ.: που είναι αναγκασμένος ή έχει την ηθική υποχρέωση να κάνει κάτι: Είμαι ~ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.|| Αισθάνομαι/νιώθω ~ που με βοήθησες. Είμαι ~η απέναντί σου. Πβ. ευγνώμων, υπόχρεος. [< γαλλ. obligé] | |
| 54052 | υποχρεώνω | [ὑποχρεώνω] υ-πο-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υποχρέω-σα, υποχρεώ-σω, -θηκα, -θώ, υποχρεών-οντας, -μένος} 1. πιέζω κάποιον να κάνει κάτι, εξαναγκάζω, επιβάλλω: Η απόφαση/ο νόμος ~ει τη χώρα μας να ... Η εταιρεία ~εται (= υποχρεούται) να καταβάλει αποζημίωση.|| Τον ~σε σε παραίτηση. Δεν ~ κανένα να συμφωνήσει μαζί μου. ΣΥΝ. αναγκάζω, δεσμεύω (1) 2. κάνω κάποιον να αισθάνεται ευγνωμοσύνη απέναντί μου: Η φιλική συμπεριφορά του μας έχει ~σει. Πβ. καταϋποχρεώνω, σκλαβώνω. ● ΦΡ.: (τώρα) μας υποχρέωσες! (ειρων.): για να δηλωθεί απογοήτευση, όταν κάποιος δεν επιδεικνύει την αναμενόμενη ή επιθυμητή συμπεριφορά: ~ ~! Δεν μας λες τίποτα καινούργιο., η ευγένεια υποχρεώνει βλ. ευγένεια [< γαλλ. obliger] | |
| 54053 | υποχρέωση | [ὑποχρέωση] υ-πο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε επιβάλλεται από τον νόμο ή από κοινωνική, ηθική επιταγή: αδήριτη/αναγκαία/επιτακτική ~. ακαδημαϊκές/επαγγελματικές/επείγουσες/μακροπρόθεσμες/οικονομικές/πολλές/στοιχειώδεις ~ώσεις. Ανέλαβε/έχει την ~ να ... Εκπληρώνει τις ~ώσεις του. Δεν έχεις μόνο δικαιώματα, αλλά και ~ώσεις. Κάνω ταξίδια, όταν μου το επιτρέπουν οι ~ώσεις μου (: όταν βρίσκω ελεύθερο χρόνο). Δεν θα έρθω μαζί σας, έχω άλλες ~ώσεις. (ως έκφραση ευγένειας:) ~ή μου! Πβ. καθήκον.|| (ΝΟΜ.) ~ του οφειλέτη.|| (ΣΤΡΑΤ.) Εθελοντές Πενταετούς ~ης (ακρ. ΕΠΥ). 2. αίσθημα ευγνωμοσύνης και οφειλής απέναντι σε κάποιον, για ωφέλεια, εξυπηρέτηση, βοήθεια: Αισθάνομαι/έχω/νιώθω μεγάλη ~ απέναντί του. Τους κάλεσε σπίτι της για να βγάλει την ~/βγει από την ~ (: για να ανταποδώσει την ~). Το θεωρώ ~ή μου να … ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικές υποχρεώσεις: που ορίζονται από τους κοινωνικούς κανόνες, όπως προσφορά δώρων ή παρουσία σε εκδηλώσεις ή εκκλησιαστικά μυστήρια. [< γαλλ. obligations sociales] , οικογενειακές υποχρεώσεις: δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κάποιος απέναντι στην οικογένειά του, όπως οικονομική ή ηθική στήριξη, φροντίδα ανήλικων μελών, συμμετοχή σε δραστηριότητες· ειδικότ. το να έχει κάποιος σύζυγο και κυρ. παιδιά: Δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στην εκδήλωση λόγω ~ών ~ώσεων.|| Εργαζόμενοι με/χωρίς ~ ~. Πβ. οικογενειακά βάρη., στρατιωτικές υποχρεώσεις: στρατιωτική θητεία., ανειλημμένες υποχρεώσεις βλ. ανειλημμένος, συγγραφή υποχρεώσεων βλ. συγγραφή ● ΦΡ.: από υποχρέωση: για κάτι που κάνει κάποιος από αίσθηση ηθικού ή κοινωνικού χρέους, συνήθ. χωρίς να το θέλει πραγματικά: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~. [< γαλλ. obligation] | |
| 54054 | υποχρεωτικός | , ή, ό [ὑποχρεωτικός] υ-πο-χρε-ω-τι-κός επίθ. 1. που πρέπει να υπάρχει, να γίνει, να εφαρμοστεί, αναγκαστικός, απαραίτητος: ~ός: έλεγχος/εμβολιασμός. ~ή: άδεια/ασφάλιση/εκπαίδευση/εφαρμογή (του κανονισμού)/μετάταξη/παρουσία/πορεία (αριστερά/δεξιά)/στρατιωτική θητεία (ΑΝΤ. εθελοντικός)/συμμετοχή (ΑΝΤ. αυτοπροαίρετος, προαιρετικός)/σύνταξη/υποβολή (αιτήσεων/δηλώσεων)/χρήση (ζώνης ασφαλείας)/ψήφος. ~ό: μάθημα (ΑΝΤ. επιλεγόμενος, επιλογής)/ωράριο. ~οί: έλεγχοι/όροι. ~ά: κριτήρια. Πρέπει να συμπληρώσετε όλα τα ~ά πεδία (της αίτησης). Είναι ~ό να ... 2. (σπάν.) που είναι ιδιαίτερα ευγενικός και εξυπηρετικός, με αποτέλεσμα να δημιουργεί αίσθημα ηθικής οφειλής. ● επίρρ.: υποχρεωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. obligatoire] | |
| 54055 | υποχρεωτικότητα | [ὐποχρεωτικότητα] υ-πο-χρε-ω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υποχρεωτικού: ~ της εκπαίδευσης/προσχολικής αγωγής/ψήφου. Βλ. -ότητα. | |
| 54056 | υποχρηματοδότηση | [ὑποχρηματοδότηση] υ-πο-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανεπαρκής ή ελλιπής χρηματοδότηση: ~ του έργου. Βλ. -δότηση. ΑΝΤ. υπερχρηματοδότηση [< αγγλ. underfunding, 1963, γαλλ. sous-financement] | |
| 54057 | υποχρηματοδοτώ | [ὑποχρηματοδοτῶ] υ-πο-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {υποχρηματοδοτ-εί ... | υποχρηματοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας, συνήθ. στο γ’ πρόσ. } (επίσ.): παρέχω σε κάποιον μικρότερο από το απαραίτητο χρηματικό ποσό για την επιτέλεση ενός έργου: Πολλά ερευνητικά προγράμματα ~ούνται. ~ούμενος: τομέας. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. underfund, 1963, γαλλ. sous-financer] | |
| 54058 | υποχώρηση | [ὑποχώρηση] υ-πο-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. (για στρατιωτική δύναμη) κίνηση προς τα πίσω μετά από νικηφόρα προέλαση ή κυρ. πίεση του εχθρού: άτακτη ~. Βλ. αντίσταση. ΣΥΝ. αναδίπλωση (2), οπισθοχώρηση (1) 2. μετακίνηση σε χαμηλότερο επίπεδο: ~ της ακτογραμμής/των παγετώνων/των υδάτων/της στάθμης της θάλασσας (βλ. άμπωτη).|| ~ του εδάφους. Πβ. καθίζηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των ούλων (= υφίζηση). 3. (μτφ.) μετριασμός απαιτήσεων για επίτευξη συμφωνίας, εξεύρεση λύσης ή ως δείγμα αδυναμίας, συμβιβασμός: κυβερνητική/πολιτική/στρατηγική ~. Σειρά/τακτική ~ήσεων. Προέβησαν σε αμοιβαίες/αναγκαίες ~ήσεις. Κάνει συνεχείς ~ήσεις για να τους ευχαριστήσει. Δεν είναι διατεθειμένος να κάνει καμία ~. Πβ. συνθηκολόγηση. 4. (μτφ.) πτώση, ύφεση: Καταγράφεται/παρατηρείται αισθητή/απροσδόκητη/ελαφρά/ήπια/οριακή/περαιτέρω/προσωρινή/ραγδαία/σημαντική/σταδιακή ~ του γενικού δείκτη (του χρηματιστηρίου)/των μετοχών/του όγκου (των συναλλαγών). Πβ. κάμψη, μείωση.|| Πλήρης/ταχεία ~ των συμπτωμάτων (μιας ασθένειας).|| ~ του καύσωνα. Πβ. εξασθένηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τακτική υποχώρηση βλ. τακτικός [< 1,3: αρχ. ὑποχώρησις 2: γαλλ. concession] | |
| 54059 | υποχωρητικός | , ή, ό [ὑποχωρητικός] υ-πο-χω-ρη-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. συμβιβαστικός: ~ή: διάθεση/πολιτική/στάση. Είναι ~ στις απαιτήσεις των άλλων. Αν φανείς ~, θα το εκμεταλλευτεί. Πβ. διαλλακτ-, ενδοτ-ικός. ΑΝΤ. άκαμπτος (1), αλύγιστος (1), ανένδοτος, ανυποχώρητος 2. που οπισθοχωρεί ή μειώνεται: ~ή: κίνηση/τακτική.|| ~ές: τάσεις (στο χρηματιστήριο). Πβ. πτωτικός. ● επίρρ.: υποχωρητικά ● ΣΥΜΠΛ.: υποχωρητικός σχηματισμός: ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο η παράγωγη λέξη, και όχι αυτή από την οποία παράγεται, μοιάζει να είναι η πρωτότυπη και είναι βραχύτερη: π.χ. "ανάσα" από το "ανασαίνω". [< αγγλ. back-formation] [< μτγν. ὑποχωρητικός, γαλλ. régressif] | |
| 54060 | υποχωρητικότητα | [ὑποχωρητικότητα] υ-πο-χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμβιβαστικότητα. Πβ. διαλλακτικ-, ενδοτικ-ότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλλαξία, ακαμψία (1) | |
| 54061 | υποχωρώ | [ὑποχωρῶ] υ-πο-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {υποχωρ-είς ..., -ώντας | υποχώρ-ησα, -ήσει} 1. ΣΤΡΑΤ. (για στρατιωτική δύναμη) μετακινούμαι προς τα πίσω μετά από πίεση ή νίκη του αντιπάλου: Ο στρατός ~ησε (= αναδιπλώθηκε). Πβ. συμπτύσσω. ΣΥΝ. οπισθοχωρώ (1) ΑΝΤ. προελαύνω 2. (μτφ.) συμβιβάζομαι, κάνω πίσω στις απαιτήσεις μου ή υποκύπτω στις απαιτήσεις άλλων: Δεν πρόκειται να ~ήσει στα αιτήματα των εργαζομένων/στους εκβιασμούς/στις πιέσεις των αντιπάλων του. Πβ. κάμπτομαι, λυγίζω, συνθηκολογώ, βάζω νερό στο κρασί μου. ΣΥΝ. ενδίδω ● υποχωρεί 1. (μτφ.) μειώνεται, μετριάζεται σε ένταση, ισχύ: Ο καύσωνας/το κρύο θα ~ήσει στο τέλος της βδομάδας. Μετά από μία μέρα ο πυρετός ~ησε. Η κακοκαιρία άρχισε να ~. Πβ. εξασθενώ.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ το ευρώ/η μετοχή/η τιμή (του πετρελαίου). 2. πέφτει σε χαμηλότερο επίπεδο, υφίσταται καθίζηση: Ο δρόμος/η στέγη ~ησε από την καταρρακτώδη βροχή/τον σεισμό. Πβ. βουλιάζει, καταρρέει. ● ΦΡ.: η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος [< 1: αρχ. ὑποχωρῶ 2: γαλλ. céder] | |
| 54062 | υπόψη | [ὑπόψη] υ-πό-ψη επίρρ. & υπ' όψη & (λόγ.) υπ' όψιν, υπόψιν: κατά νου: Υπόψιν ότι η πτήση σου είναι στις δύο (= μην ξεχνάς). (εμφατ.) Εγώ δεν πρόκειται να μαγειρέψω, ~! (για τον παραλήπτη επιστολής, κειμένου, φαξ, ηλεκτρονικής αλληλογραφίας:) ~ του κυρίου ... ● ΦΡ.: έχω υπόψη: έχω κατά νου: Έχε ~ σου ότι αύριο είναι αργία., στα υπ' όψιν: σε αυτά που δεν πρέπει κάποιος να ξεχάσει: Βάζω ~ ~. Θα σε/το έχω ~ ~, αν προκύψει κάτι νεότερο., θέτω (κάτι) υπόψη (κάποιου) βλ. θέτω, λαμβανομένου/λαμβανομένης υπόψη βλ. λαμβάνω, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω [< μτγν. φρ. ὑπ' ὄψιν] | |
| 48511 | ΥΠΟΨΗ | συμ-φρα-ζό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {συμφραζομένων}: γλωσσικό περιβάλλον μιας λέξης ή φράσης, το νόημα της οποίας προσδιορίζεται μέσα σε αυτό· γενικότ. το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύεται ένα γεγονός: Η έκφραση αποκομμένη από τα ~ είναι ασαφής. Όπως προκύπτει από τα ~ ... ΣΥΝ. συγκείμενο. Πβ. περικείμενο.|| Κοινωνικά και πολιτικά ~. Τα ιστορικά ~ της κρίσης. Βλ. κατάσταση. [< μτγν. τά συμφραζόμενα] | |
| 54063 | υποψήφιος | , α, ο [ὑποψήφιος] υ-πο-ψή-φι-ος επίθ. 1. που διεκδικεί αξίωμα, θέση μέσω ψηφοφορίας, συμμετοχής σε διαγωνισμό ή κρίσης: ~ος: αρχηγός/περιφερειάρχης/πρόεδρος. ~α: κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατεβαίνει ~ βουλευτής. Είναι ~ για Όσκαρ/για τον τίτλο του κορυφαίου αθλητή της χρονιάς.|| ~ος: ανάδοχος (δημοσίου έργου)/οδηγός. ~οι: διδάκτορες/φοιτητές. Η εργασία του είναι ~α για βραβείο.|| (σε σόου ή τηλεπαιχνίδι) Ο παίκτης είναι ~ προς αποχώρηση. Βλ. συν~. 2. (κατ' επέκτ.) που πρόκειται ή επιδιώκει να αποκτήσει συγκεκριμένη ιδιότητα: ~ος: γαμπρός. ~α: μητέρα (= έγκυος). ~οι: αιμοδότες. Αναζήτηση ~ων αγοραστών. ● Ουσ.: υποψήφιος, υποψήφια (ο/η): πρόσωπο που θέτει υποψηφιότητα: οι ~οι για τις πανελλαδικές (εξετάσεις). Η λίστα των ~ίων. Είναι ο μοναδικός ~ για τη θέση του ... Βλ. ανθ~. [< 1: μτγν. ὑποψήφιος, γαλλ. candidat 2: αγγλ. aspirant] | |
| 54064 | υποψηφιότητα | [ὑποψηφιότητα] υ-πο-ψη-φι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του υποψηφίου για θέση, αξίωμα κατόπιν εκλογής, ψηφοφορίας, διαγωνισμού: ~ της χώρας (για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Δήλωσε/έθεσε/(υπ)έβαλε ~ για τον δήμο .../την προεδρία του κόμματος. Αίτηση/πρόταση/φάκελος ~ας. Εξέταση/κατάθεση της ~ας του ... Κούρσα των ~ήτων. Ανακάλεσε/ανακοίνωσε/απέσυρε την ~ά του. Η ηθοποιός κέρδισε ~ για Όσκαρ. Βλ. -ότητα, συν~. [< γαλλ. candidature] | |
| 54065 | υποψία | [ὑποψία] υ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. υπόνοια για την ενοχή κάποιου ή για δυσάρεστη κατάσταση, αμφιβολία: βάσιμες/έντονες/σοβαρές ~ες. Επιβεβαιώθηκαν οι ~ες μου. Άρχισε να τρέφει ~ες (= να υποψιάζεται) ότι κάτι κακό συνέβαινε. Δεν έχει την παραμικρή ~ ότι τον κοροϊδεύουν. Μου μπήκε η ~ ότι .../με έβαλε σε ~. Η συμπεριφορά του κίνησε τις ~ες των αστυνομικών.|| Έχω την αμυδρή/εύλογη/ισχυρή/φρικτή ~ ότι έχει θυμώσει μαζί μου. Πβ. εικασία, υπόθεση. Βλ. καχ~, φιλ~.|| Ασθενείς µε ~ (= πιθανότητα) γρίπης. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ μικρή ποσότητα, ίχνος: Έβαλα μια ~ (= ελάχιστο) αλάτι στο φαγητό. ● ΦΡ.: υπεράνω πάσης υποψίας: (για πρόσ.) που δεν μπορεί να το υποπτευθεί κανείς: Πολίτες ~ ~ συνελήφθησαν για ... [< 1: αρχ. ὑποψία 2: γαλλ. soupçon] | |
| 54066 | υποψιάζομαι | [ὑποψιάζομαι] υ-πο-ψι-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {υποψιά-στηκα, -στώ, -σμένος} ΣΥΝ. υποπτεύομαι 1. διαθέτω ενδείξεις για την ενοχή κάποιου: Η Αστυνομία τον ~εται για τον φόνο. 2. έχω υποψίες ότι συμβαίνει κάτι κυρ. αρνητικό ή δυσάρεστο· γενικότ. φαντάζομαι, πιθανολογώ: ~εται ότι το έγγραφο είναι πλαστό/κάτι τρέχει μεταξύ τους. Πβ. μυρίζομαι, ψυλλιάζομαι.|| Δεν μπορείς να ~στείς πόσο θύμωσε, όταν έμαθε τα νέα. ● υποψιάζω: δημιουργώ υποψίες σε κάποιον, τον προετοιμάζω για κάτι: Η συμπεριφορά του ήταν φυσικό να με ~σει. Συμπτώματα που ~ουν κάποιον για διαβήτη.|| Στόχος του βιβλίου είναι να ~σει (= προϊδεάσει) τους αναγνώστες για ... [< γαλλ. soupçonner] | |
| 54067 | υποψιασμένος | , η, ο {ὑποψιασμένος] υ-πο-ψι-α-σμέ-νος επίθ. 1. που υποψιάζεται, που αντιμετωπίζει με καχυποψία, δυσπιστία ή επιφύλαξη κάποιον ή κάτι: Μην είσαι ~ με όλους γύρω σου.|| Ήταν ~ για το τι θα ακολουθούσε (ΑΝΤ. ανυποψίαστος). Πβ. προϊδεασμένος. ΑΝΤ. ανύποπτος 2. (ειδικότ.) που διαθέτει επαρκείς γνώσεις σε κάποιο θέμα, που είναι περισσότερο καλλιεργημένος σε σχέση με τον μέσο όρο: Ο ~ πολίτης είναι επιφυλακτικός στις υποσχέσεις των πολιτικών.|| ~ος: αναγνώστης/θεατής. Η παράσταση απευθύνεται σε ένα πιο ~ο κοινό (ΑΝΤ. ανίδεος). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ