Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54540-54560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54039υποφώσκει[ὑποφώσκει] υ-πο-φώ-σκει ρ. (αμτβ.) {υπέφωσκ-ε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): διαφαίνεται αμυδρά: Η αυγή ~.|| (κυρ. μτφ.) ~ (= διακρίνεται) η ελπίδα για ... Η κρίση ~ε εδώ και καιρό. ~ουσα: θλίψη. Βλ. υποβόσκει. ΣΥΝ. αχνοφέγγει, θαμποφέγγει [< αρχ. ὑποφώσκω ‘αρχίζω να λάμπω’]
54040υποφωσφαταιμία[ὑποφωσφαταιμία] υ-πο-φω-σφα-ται-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση της συγκέντρωσης φωσφόρου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπερφωσφαταιμία [< αγγλ. hypophosphat(a)emia, 1935, γαλλ. hypophosphatémie, γερμ. Hypophosphatämie]
54041υποφωτισμός[ὑποφωτισμός] υ-πο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): χαμηλός ή ανεπαρκής φωτισμός: ~ οθόνης.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ φόντου. ΑΝΤ. υπερφωτισμός
54042υποχείριος, α, ο [ὑποχείριος] υ-πο-χεί-ρι-ος επίθ.: που χειραγωγείται από κάποιον ή κάτι, που βρίσκεται κάτω από την εξουσία ή την επιρροή του, χωρίς να έχει ελευθερία βούλησης: ~οι των μεγάλων συμφερόντων. Πβ. δέσμιος. ● Ουσ.: υποχείριο (το): άβουλο άτομο: Δεν είμαι ~ κανενός. ΣΥΝ. άθυρμα (1), ανδρείκελο (1), αχυράνθρωπος, ενεργούμενο, έρμαιο, μαριονέτα (2), πειθήνιο όργανο, πιόνι (2) [< αρχ. ὑποχείριος]
54043υποχθόνιος, α, ο [ὑποχθόνιος] υ-πο-χθό-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται ή ενεργεί με δόλιο τρόπο, καταχθόνιος: ~α: απειλή/δράση. ~α: σχέδια. Πβ. υπόγειος, ύπουλος.|| ~ος: άνθρωπος. Πβ. μηχανορράφος, ραδιούργος. 2. (για μεταφυσικά όντα) που εντοπίζεται ή δρα κάτω από την επιφάνεια της Γης: ~ος: κόσμος. ~ες: θεότητες. ● επίρρ.: υποχθόνια & (λόγ.) -ίως [< 2: αρχ. ὑποχθόνιος]
54044υποχλωριώδης, ης, ες [ὑποχλωριώδης] υ-πο-χλω-ρι-ώ-δης επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ή προκύπτει από χλώριο, το οποίο έχει σθένος χαμηλότερο από ό,τι στις ενώσεις του: ~ες: άλας/ασβέστιο/νάτριο (πβ. χλωρίνη)/οξύ. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. hypochloreux, αγγλ. hypochlorous]
54045υποχονδρία[ὑποχονδρία] υ-πο-χον-δρί-α ουσ. (θηλ.) & υποχονδρίαση 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή κατά την οποία το άτομο καταλαμβάνεται από την έμμονη ιδέα ότι πάσχει από μια ασθένεια, χωρίς να υπάρχει πραγματική αιτία και παρά τις ιατρικές διαβεβαιώσεις ότι είναι υγιής. Πβ. αρρωστοφοβία, μελαγχολία, νευρασθένεια. Βλ. μικροβιοφοβία. 2. (κατ' επέκτ.) σχολαστική φροντίδα κυρ. για την καθαριότητα. [< γαλλ. hypocondrie, αγγλ. hypochondria, hypochondriasis]
54046υποχονδριακός, ή, ό [ὑποχονδριακός] υ-πο-χον-δρι-α-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υποχονδρία ή υποφέρει από αυτή: ~ή: διαταραχή/νεύρωση.|| (ως ουσ.) Είναι ~ και φοβάται τη συναναστροφή με αρρώστους. ΣΥΝ. υποχόνδριος. [< μτγν. ὑποχονδριακός 'σχετικός με το υποχόνδριο', γαλλ. hypocondriaque, αγγλ. hypochondriac]
54047υποχόνδριο[ὑποχόνδριο] υ-πο-χόν-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {υποχονδρί-ου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις δύο πλευρές στην περιοχή της άνω κοιλίας, δεξιά και αριστερά του υπογαστρίου. [< μτγν. ὑποχόνδριον, αγγλ. hypochondrium, γαλλ. hypocondre]
54048υποχόνδριος, α, ο [ὑποχόνδριος] υ-πο-χόν-δρι-ος επίθ. 1. που πάσχει από υποχονδρία· κατ' επέκτ. που δείχνει υπερβολική προσήλωση στις λεπτομέρειες: (ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ος: ασθενής. (ως ουσ.) Οι ~οι υποφέρουν από ανύπαρκτα συμπτώματα. ΣΥΝ. υποχονδριακός.|| Είναι ~α με την καθαριότητα. Πβ. λεπτολόγος, σχολαστικός. Βλ. τελειομανής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το υποχόνδριο ή εντοπίζεται σε αυτό: ~ο: οστό. [< 2: αρχ. ὑποχόνδριος]
54049υπόχρεος, η, ο [ὑπόχρεος] υ-πό-χρε-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που διέπεται από τη νομική κυρ. υποχρέωση να προβεί σε κάποια ενέργεια: ~ος: εργοδότης/φορέας. ~ο: πρόσωπο. Είναι ~ για την καταβολή του φόρου (πβ. υποκείμενος)/την υποβολή (της δήλωσης/του εντύπου). Είμαι ~ σε αποζημίωση. Ιατρός ~ υπηρεσίας υπαίθρου.|| (ως ουσ.) ~ διατροφής/μειωμένης θητείας. Οι ~οι στράτευσης. Βλ. δικαιούχος. 2. (λόγ.) που χρωστά χάρη: Θα σας ήμουν ~, αν μπορούσατε να ... Μένω (ειλικρινά) ~. Πβ. ευγνώμων, υποχρεωμένος. [< μτγν. ὑπόχρεος, γαλλ. obligé]
54050υποχρεούμαι[ὑποχρεοῦμαι] υ-πο-χρε-ού-μαι ρ. (μτβ.) {υποχρεού-σαι, -ται ... | παρατ. υποχρεού-το, -μενος, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): έχω την υποχρέωση, οφείλω να κάνω κάτι: ~ται να δώσει εξηγήσεις/σε υποβολή φορολογικής δήλωσης. ΑΝΤ. δικαιούμαι (2) [< γαλλ. être obligé de]
54051υποχρεωμένος, η, ο [ὑποχρεωμένος] υ-πο-χρε-ω-μέ-νος επίθ.: που είναι αναγκασμένος ή έχει την ηθική υποχρέωση να κάνει κάτι: Είμαι ~ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.|| Αισθάνομαι/νιώθω ~ που με βοήθησες. Είμαι ~η απέναντί σου. Πβ. ευγνώμων, υπόχρεος. [< γαλλ. obligé]
54052υποχρεώνω[ὑποχρεώνω] υ-πο-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {υποχρέω-σα, υποχρεώ-σω, -θηκα, -θώ, υποχρεών-οντας, -μένος} 1. πιέζω κάποιον να κάνει κάτι, εξαναγκάζω, επιβάλλω: Η απόφαση/ο νόμος ~ει τη χώρα μας να ... Η εταιρεία ~εται (= υποχρεούται) να καταβάλει αποζημίωση.|| Τον ~σε σε παραίτηση. Δεν ~ κανένα να συμφωνήσει μαζί μου. ΣΥΝ. αναγκάζω, δεσμεύω (1) 2. κάνω κάποιον να αισθάνεται ευγνωμοσύνη απέναντί μου: Η φιλική συμπεριφορά του μας έχει ~σει. Πβ. καταϋποχρεώνω, σκλαβώνω. ● ΦΡ.: (τώρα) μας υποχρέωσες! (ειρων.): για να δηλωθεί απογοήτευση, όταν κάποιος δεν επιδεικνύει την αναμενόμενη ή επιθυμητή συμπεριφορά: ~ ~! Δεν μας λες τίποτα καινούργιο., η ευγένεια υποχρεώνει βλ. ευγένεια [< γαλλ. obliger]
54053υποχρέωση

[ὑποχρέωση] υ-πο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε επιβάλλεται από τον νόμο ή από κοινωνική, ηθική επιταγή: αδήριτη/αναγκαία/επιτακτική ~. ακαδημαϊκές/επαγγελματικές/επείγουσες/μακροπρόθεσμες/οικονομικές/πολλές/στοιχειώδεις ~ώσεις. Ανέλαβε/έχει την ~ να ... Εκπληρώνει τις ~ώσεις του. Δεν έχεις μόνο δικαιώματα, αλλά και ~ώσεις. Κάνω ταξίδια, όταν μου το επιτρέπουν οι ~ώσεις μου (: όταν βρίσκω ελεύθερο χρόνο). Δεν θα έρθω μαζί σας, έχω άλλες ~ώσεις. (ως έκφραση ευγένειας:) ~ή μου! Πβ. καθήκον.|| (ΝΟΜ.) ~ του οφειλέτη.|| (ΣΤΡΑΤ.) Εθελοντές Πενταετούς ~ης (ακρ. ΕΠΥ). 2. αίσθημα ευγνωμοσύνης και οφειλής απέναντι σε κάποιον, για ωφέλεια, εξυπηρέτηση, βοήθεια: Αισθάνομαι/έχω/νιώθω μεγάλη ~ απέναντί του. Τους κάλεσε σπίτι της για να βγάλει την ~/βγει από την ~ (: για να ανταποδώσει την ~). Το θεωρώ ~ή μου να … ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικές υποχρεώσεις: που ορίζονται από τους κοινωνικούς κανόνες, όπως προσφορά δώρων ή παρουσία σε εκδηλώσεις ή εκκλησιαστικά μυστήρια. [< γαλλ. obligations sociales] , οικογενειακές υποχρεώσεις: δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κάποιος απέναντι στην οικογένειά του, όπως οικονομική ή ηθική στήριξη, φροντίδα ανήλικων μελών, συμμετοχή σε δραστηριότητες· ειδικότ. το να έχει κάποιος σύζυγο και κυρ. παιδιά: Δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στην εκδήλωση λόγω ~ών ~ώσεων.|| Εργαζόμενοι με/χωρίς ~ ~. Πβ. οικογενειακά βάρη., στρατιωτικές υποχρεώσεις: στρατιωτική θητεία., ανειλημμένες υποχρεώσεις βλ. ανειλημμένος, συγγραφή υποχρεώσεων βλ. συγγραφή ● ΦΡ.: από υποχρέωση: για κάτι που κάνει κάποιος από αίσθηση ηθικού ή κοινωνικού χρέους, συνήθ. χωρίς να το θέλει πραγματικά: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~. [< γαλλ. obligation]

54054υποχρεωτικός, ή, ό [ὑποχρεωτικός] υ-πο-χρε-ω-τι-κός επίθ. 1. που πρέπει να υπάρχει, να γίνει, να εφαρμοστεί, αναγκαστικός, απαραίτητος: ~ός: έλεγχος/εμβολιασμός. ~ή: άδεια/ασφάλιση/εκπαίδευση/εφαρμογή (του κανονισμού)/μετάταξη/παρουσία/πορεία (αριστερά/δεξιά)/στρατιωτική θητεία (ΑΝΤ. εθελοντικός)/συμμετοχή (ΑΝΤ. αυτοπροαίρετος, προαιρετικός)/σύνταξη/υποβολή (αιτήσεων/δηλώσεων)/χρήση (ζώνης ασφαλείας)/ψήφος. ~ό: μάθημα (ΑΝΤ. επιλεγόμενος, επιλογής)/ωράριο. ~οί: έλεγχοι/όροι. ~ά: κριτήρια. Πρέπει να συμπληρώσετε όλα τα ~ά πεδία (της αίτησης). Είναι ~ό να ... 2. (σπάν.) που είναι ιδιαίτερα ευγενικός και εξυπηρετικός, με αποτέλεσμα να δημιουργεί αίσθημα ηθικής οφειλής. ● επίρρ.: υποχρεωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. obligatoire]
54055υποχρεωτικότητα[ὐποχρεωτικότητα] υ-πο-χρε-ω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υποχρεωτικού: ~ της εκπαίδευσης/προσχολικής αγωγής/ψήφου. Βλ. -ότητα.
54056υποχρηματοδότηση[ὑποχρηματοδότηση] υ-πο-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανεπαρκής ή ελλιπής χρηματοδότηση: ~ του έργου. Βλ. -δότηση. ΑΝΤ. υπερχρηματοδότηση [< αγγλ. underfunding, 1963, γαλλ. sous-financement]
54057υποχρηματοδοτώ[ὑποχρηματοδοτῶ] υ-πο-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {υποχρηματοδοτ-εί ... | υποχρηματοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας, συνήθ. στο γ’ πρόσ. } (επίσ.): παρέχω σε κάποιον μικρότερο από το απαραίτητο χρηματικό ποσό για την επιτέλεση ενός έργου: Πολλά ερευνητικά προγράμματα ~ούνται. ~ούμενος: τομέας. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. underfund, 1963, γαλλ. sous-financer]
54058υποχώρηση[ὑποχώρηση] υ-πο-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. (για στρατιωτική δύναμη) κίνηση προς τα πίσω μετά από νικηφόρα προέλαση ή κυρ. πίεση του εχθρού: άτακτη ~. Βλ. αντίσταση. ΣΥΝ. αναδίπλωση (2), οπισθοχώρηση (1) 2. μετακίνηση σε χαμηλότερο επίπεδο: ~ της ακτογραμμής/των παγετώνων/των υδάτων/της στάθμης της θάλασσας (βλ. άμπωτη).|| ~ του εδάφους. Πβ. καθίζηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των ούλων (= υφίζηση). 3. (μτφ.) μετριασμός απαιτήσεων για επίτευξη συμφωνίας, εξεύρεση λύσης ή ως δείγμα αδυναμίας, συμβιβασμός: κυβερνητική/πολιτική/στρατηγική ~. Σειρά/τακτική ~ήσεων. Προέβησαν σε αμοιβαίες/αναγκαίες ~ήσεις. Κάνει συνεχείς ~ήσεις για να τους ευχαριστήσει. Δεν είναι διατεθειμένος να κάνει καμία ~. Πβ. συνθηκολόγηση. 4. (μτφ.) πτώση, ύφεση: Καταγράφεται/παρατηρείται αισθητή/απροσδόκητη/ελαφρά/ήπια/οριακή/περαιτέρω/προσωρινή/ραγδαία/σημαντική/σταδιακή ~ του γενικού δείκτη (του χρηματιστηρίου)/των μετοχών/του όγκου (των συναλλαγών). Πβ. κάμψη, μείωση.|| Πλήρης/ταχεία ~ των συμπτωμάτων (μιας ασθένειας).|| ~ του καύσωνα. Πβ. εξασθένηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τακτική υποχώρηση βλ. τακτικός [< 1,3: αρχ. ὑποχώρησις 2: γαλλ. concession]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.