Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54560-54580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54068ΥΠΠ(οι): Υπηρεσίες Πολυμεσικής Πληροφόρησης.
54070υπτιασμός[ὑπτιασμός] υ-πτι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. στροφή του πήχη του χεριού ώστε η παλάμη να είναι γυρισμένη προς τα πάνω ή προς τα εμπρός· μετακίνηση του έσω χείλους και του επιμήκους τόξου του άκρου ποδιού προς τα πάνω. Βλ. πρηνισμός. [< αρχ. ὑπτιασμός, γαλλ. supination]
54071ύπτιος, α, ο [ὕπτιος] ύ-πτι-ος επίθ.: που είναι ή γίνεται με την πλάτη προς τα κάτω: ~α: κατάκλιση/στάση. Σε ~α θέση (= ανάσκελα).|| ~α: κολύμβηση. ΑΝΤ. πρηνής ● Ουσ.: ύπτιο (το): ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης με το σώμα να είναι σε ανάσκελη θέση και τα χέρια να κινούνται εναλλάξ κυκλικά προς τα πίσω με ταυτόχρονο χτύπημα των ποδιών πάνω κάτω: ~ ανδρών/γυναικών. Πήρε το χρυσό μετάλλιο στα πενήντα μέτρα ~. Βλ. ελεύθερο, κρόουλ, πεταλούδα, πρόσθιο. ● επίρρ.: ύπτια & (λόγ.) υπτίως: ΑΝΤ. μπρούμυτα [< αρχ. ὕπτιος]
54073υπωνυμία[ὑπωνυμία] υ-πω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σημασιολογική σχέση μεταξύ δύο λέξεων από τις οποίες η μία έχει πιο περιορισμένη σημασία και εμπεριέχεται στην άλλη, π.χ. γάτα-ζώο. Βλ. υπερωνυμία, -ωνυμία. [< γαλλ. hyponymie, αγγλ. hyponymy, 1955]
54074υπώνυμο[ὑπώνυμο] υ-πώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {υπωνύμ-ου}: ΓΛΩΣΣ. λέξη της οποίας η σημασία εμπεριέχεται σε ευρύτερη σημασία: π.χ. η λέξη "τριαντάφυλλο" είναι ~ της λέξης "λουλούδι". Βλ. υπερώνυμο. [< γαλλ. hyponyme, περ. 1960, αγγλ. hyponym, 1963]
54075υπώρεια[ὑπώρεια] υ-πώ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): το χαμηλότερο μέρος λόφου ή βουνού, πρόποδες: Το χωριό βρίσκεται στις νότιες ~ες της οροσειράς/του υψώματος. Πβ. ριζά, ριζοβούνια. ΑΝΤ. ακρώρεια (1) [< αρχ. ὑπώρεια]
58672ύραξ[ὕραξ] ύ-ραξ ουσ. (αρσ.) {ύρ-ακος, -ακα | -ακες, -άκων}: είδος μικρού οπληφόρου θηλαστικού (οικογ. Procaviidae) της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. [< μτγν. ὕραξ ‘ποντίκι’, αγγλ. hyrax]
54077ύσσωπος[ὕσσωπος] ύσ-σω-πος ουσ. (αρσ.) {υσσώπου}: ΒΟΤ. αρωματικό καλαμοειδές φυτό (επιστ. ονομασ. Hyssopus officinalis) με μικρά μπλε άνθη και θεραπευτική δράση, το αιθέριο έλαιο του οποίου χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων, φαρμάκων, καλλυντικών και την αρωματοθεραπεία. [< αρχ. ὕσσωπος, αγγλ. hyssop, γαλλ. hysope]
54078ύστατος, η, ο [ὕστατος] ύ-στα-τος επίθ. (λόγ.): τελευταίος και συνήθ. καθοριστικός: ~ος: σκοπός. ~η: δοκιμασία/έκκληση (για βοήθεια)/ελπίδα/επιθυμία/επιλογή/λύση/μάχη/φορά. ~ο: εμπόδιο/μέσο/χρέος. ~ες: διαπραγματεύσεις. Έδωσε τον ~ο αγώνα για επιβίωση. Έκανε μια ~η προσπάθεια να τον μεταπείσει. Έστω και την ~η στιγμή.|| (για νεκρό) Απέτισαν (τον) ~ο φόρο τιμής. ΣΥΝ. έσχατος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε & ο τελευταίος/ύστατος/στερνός (απο)χαιρετισμός (επίσ.): (σε κηδεία συνήθ. δημόσιου προσώπου) το τελευταίο αντίο: Απηύθυναν ~ ~ στον ... Βλ. τελευταίος ασπασμός., το τελευταίο αντίο βλ. αντίο ● ΦΡ.: την τελευταία/ύστατη ώρα βλ. ώρα [< αρχ. ὕστατος]
54079υστέρα[ὑστέρα] υ-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΑΝΑΤ. μήτρα. [< αρχ. ὑστέρα]
54080ύστερα[ὕστερα] ύ-στε-ρα επίρρ. {υστερότερα} ΣΥΝ. έπειτα, μετά 1. για να δηλωθεί χρονική ή σπανιότ. ιεραρχική ακολουθία: Θα έρθεις μαζί μου τώρα ή θα φύγεις πιο ~; Από εκείνη την ημέρα/από τότε και ~ δεν μου μιλάει. (προφ., για δήλωση έντονου ενδιαφέροντος:) Κι ~ (τι έγινε/συνέβη);|| Πρώτα θα διαβάσεις κι ~ θα πάμε βόλτα. Πβ. κατόπιν. 2. (απόλυτα, συχνά προηγείται το "και") για να προστεθεί κάτι σε αυτό που έχει προαναφερθεί: Άσε τον να κάνει ό,τι θέλει· και ~ τι σε νοιάζει εσένα; Πρέπει να χάσεις κιλά· ~ σκέψου και την υγεία σου. Πβ. εκτός αυτού, εξάλλου, επιπλέον. 3. {ως πρόθ.} (+ από) για να εκφραστεί χρόνος, αντίθεση ή αιτία: Ξαναβρεθήκαμε ~ από τόσν καιρό.|| ~ από τόση προετοιμασία, να αποτύχει στις εξετάσεις!|| ~ από τέτοια ταλαιπωρία, πώς να μην έχω τα νεύρα μου; 4. {ως σύνδ.} για να εκφραστεί συμπέρασμα: Πάλι δεν έκανε αυτά που του είπα· ~ (= άρα) πώς να μη θυμώνω; ● ΦΡ.: και/κι ύστερα (σου) λένε: για να δηλωθεί συμπερασματικά ότι δεν ισχύει κάτι που λέγεται ή για έκφραση αγανάκτησης: Όλοι τους βοήθησαν στις δύσκολες ώρες· ~ ~ πως δεν υπάρχει ανθρωπιά.|| Ο υπάλληλος ήταν αγενέστατος· ~ ~ ότι δεν πρέπει να εκνευρίζεσαι., (ε) κι έπειτα/ύστερα; βλ. και, μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη [< αρχ. ὕστερον, ὕστερα]
54081υστερεκτομή[ὑστερεκτομή] υ-στε-ρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της μήτρας: κοιλιακή/κολπική/ολική/ριζική ~. Βλ. -εκτομή. [< πβ. γαλλ. hystérectomie, αγγλ. hysterectomy]
54082υστέρημα[ὑστέρημα] υ-στέ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: από/με το υστέρημά μου: από τα ελάχιστα συνήθ. χρήματα ή γενικότ. αγαθά που διαθέτω: Αγοράζει βιβλία με το ~ του. Δίνει/προσφέρει από το ~ του, για να βοηθήσει τους φτωχούς. Βλ. περίσσευμα. [< μτγν. ὑστέρημα]
54083υστέρηση[ὑστέρηση] υ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αργοπορία, καθυστέρηση· ελλιπής πρόοδος, μειονεκτική θέση: θεσμική/πολιτισμική/τεχνολογική/χρονική ~. ~ στην εκτέλεση έργων.|| ~ της ανταγωνιστικότητας. Εμφανίστηκε/παρατηρήθηκε δραματική/σοβαρή/τεράστια ~ στα δημόσια έσοδα.|| Αγροτικές περιοχές παρουσιάζουν ~ στην ανάπτυξη. Η χώρα έχει σημαντικές ~ήσεις σε βασικά θέματα. Πβ. μειονεκτικότητα. 2. ΦΥΣ. καθυστέρηση στην εκδήλωση ενός αποτελέσματος σε σχέση με την αιτία που το προκαλεί, όταν αλλάζουν οι δυνάμεις, ιδ. οι μαγνητικές, που ασκούνται πάνω σε ένα σώμα: μαγνητική ~. ~ φάσης.|| Απώλειες ~ης (: απώλειες θερμότητας λόγω των μαγνητικών ιδιοτήτων του σιδηρομαγνητικού κυκλώματος). Βρόχος ~ης (: είδος γραμμικής παράστασης που αποτυπώνει το φαινόμενο της μαγνητικής ~ης). ● ΣΥΜΠΛ.: νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία & αναπτυξιακή/ψυχοκινητική (καθ)υστέρηση: ΙΑΤΡ. γενική νοητική ικανότητα σημαντικά χαμηλότερη του μέσου όρου, που συνδυάζεται με διαταραχές στην προσαρμοστική συμπεριφορά και εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης: βαριά/ελαφρά/σοβαρή ~ ~. Ειδική εκπαίδευση ατόμων/παιδιών με ~ ~. Πβ. ιδιωτεία, κατωτερότητα, μειονεξία, μωρία. Βλ. σύνδρομο ντάουν. [< αγγλ. mental retardation, 1901, intellectual disability, γαλλ. retard mental] [< 1: μτγν. ὑστέρησις 2: γαλλ. hystérésis, αγγλ. hysteresis]
54084υστερία[ὑστερία] υ-στε-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. νεύρωση που χαρακτηρίζεται από συναισθηματικά ξεσπάσματα και σωματικά συμπτώματα, όπως είναι η αναστολή διαφόρων λειτουργιών (παράλυση, τύφλωση), για τα οποία δεν υπάρχει οργανική αιτία. Πβ. διαταραχή μετατροπής. 2. (μτφ.) υπερβολική εκδήλωση έντονων συναισθημάτων που γίνεται συνήθ. αδικαιολόγητα και συνοδεύεται από πανικό, νεύρα: εθνικιστική/πολεμική/ρατσιστική ~. ~ τρόμου (= τρομοϋστερία). Εκδηλώσεις/κραυγές/φαινόμενα/φωνές ~ας. ~ του κοινού για το συγκρότημα/τον τραγουδιστή. Με πιάνει/παθαίνω ~. Πβ. παροξυσμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαζική υστερία & (σπάν.) ομαδική υστερία: ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία μεγάλος αριθμός ατόμων παρουσιάζει ίδια σωματικά ή συναισθηματικά συμπτώματα, όπως η ανεξέλεγκτη ακραία συμπεριφορά ή ο παράλογος φόβος, συνήθ. ως αντίδραση σε κάποια κατάσταση: Ο θάνατος της ηθοποιού προκάλεσε ~ ~. Το πλήθος κατελήφθη από ~ ~ στον ήχο της έκρηξης. Πβ. παράκρουση, παραλήρημα. [< αγγλ. mass hysteria, 1934] [< γαλλ. hystérie, αγγλ. hysteria]
54085υστερικός, ή/ιά, ό [ὑστερικός] υ-στε-ρι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υστερία ή που εκδηλώνει υστερική συμπεριφορά: ~ή: νεύρωση. ~ά: συμπτώματα/φαινόμενα.|| ~ές: προσωπικότητες. 2. (μτφ.) που ενεργεί σπασμωδικά, που είναι υπερβολικός ή ανεξέλεγκτος στη συμπεριφορά του: ~ή: αντίδραση. ~ό: παραλήρημα/παραμιλητό. ~ές: εκδηλώσεις/κραυγές. ~ά: γέλια/ξεσπάσματα. Είναι ~ή/(προφ.) ~ιά με την καθαριότητα. Κάνει/κλαίει/φωνάζει σαν ~.|| (ως ουσ., προφ.) Με πιάνει το ~ό μου. ● επίρρ.: υστερικά [< αρχ. ὑστερικός, γαλλ. hystérique, αγγλ. hysteric(al)]
54086υστεροβουλία[ὑστεροβουλία] υ-στε-ρο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σκέψη ή ενέργεια που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος: κομματική/πολιτική ~. Χωρίς ίχνος ~ας. Διακρίνω ~ στις κινήσεις του. Τα δημοσιεύματα κρύβουν ~. ΣΥΝ. ιδιοτέλεια ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια, ανυστεροβουλία [< μτγν. ὑστεροβουλία ‘καθυστερημένη σκέψη ή απόφαση’, γαλλ. arrière-pensée]
54087υστερόβουλος, η, ο [ὑστερόβουλος] υ-στε-ρό-βου-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υστεροβουλία: ~η: κριτική/πολιτική. ~ες: επιδιώξεις/προθέσεις. ~α: κίνητρα.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε αναξιόπιστος και ~. Πβ. συμφεροντολόγος, υπολογιστής, ωφελιμιστής. ΣΥΝ. ιδιοτελής ΑΝΤ. ανιδιοτελής, ανυστερόβουλος ● επίρρ.: υστερόβουλα [< μεσν. υστερόβουλος 'που επανεξετάζει κάτι']
54088υστεροβυζαντινός, ή, ό [ὑστεροβυζαντινός] υ-στε-ρο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροβυζαντινή εποχή: ~ός: ναός. ~ή: εικόνα/εκκλησιαστική αρχιτεκτονική/τέχνη. Βλ. μεσο-, πρωτο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή & υστεροβυζαντινοί χρόνοι: η τελευταία περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1081 ή, κατά άλλους, το 1204 μ.Χ. έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.).
54089υστερογενής, ής, ές [ὑστερογενής] υ-στε-ρο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που εμφανίζεται, συμβαίνει σε μεταγενέστερο στάδιο: (στην κυπριακή διάλεκτο) ~ διπλασιασμός απλών συμφώνων. ~ής: παράδοση. Πβ. ύστερος. Βλ. -γενής. ● επίρρ.: υστερογενώς [-ῶς] [< αρχ. ὑστερογενής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.