| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54059 | υποχωρητικός | , ή, ό [ὑποχωρητικός] υ-πο-χω-ρη-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. συμβιβαστικός: ~ή: διάθεση/πολιτική/στάση. Είναι ~ στις απαιτήσεις των άλλων. Αν φανείς ~, θα το εκμεταλλευτεί. Πβ. διαλλακτ-, ενδοτ-ικός. ΑΝΤ. άκαμπτος (1), αλύγιστος (1), ανένδοτος, ανυποχώρητος 2. που οπισθοχωρεί ή μειώνεται: ~ή: κίνηση/τακτική.|| ~ές: τάσεις (στο χρηματιστήριο). Πβ. πτωτικός. ● επίρρ.: υποχωρητικά ● ΣΥΜΠΛ.: υποχωρητικός σχηματισμός: ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο η παράγωγη λέξη, και όχι αυτή από την οποία παράγεται, μοιάζει να είναι η πρωτότυπη και είναι βραχύτερη: π.χ. "ανάσα" από το "ανασαίνω". [< αγγλ. back-formation] [< μτγν. ὑποχωρητικός, γαλλ. régressif] | |
| 54060 | υποχωρητικότητα | [ὑποχωρητικότητα] υ-πο-χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμβιβαστικότητα. Πβ. διαλλακτικ-, ενδοτικ-ότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλλαξία, ακαμψία (1) | |
| 54061 | υποχωρώ | [ὑποχωρῶ] υ-πο-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {υποχωρ-είς ..., -ώντας | υποχώρ-ησα, -ήσει} 1. ΣΤΡΑΤ. (για στρατιωτική δύναμη) μετακινούμαι προς τα πίσω μετά από πίεση ή νίκη του αντιπάλου: Ο στρατός ~ησε (= αναδιπλώθηκε). Πβ. συμπτύσσω. ΣΥΝ. οπισθοχωρώ (1) ΑΝΤ. προελαύνω 2. (μτφ.) συμβιβάζομαι, κάνω πίσω στις απαιτήσεις μου ή υποκύπτω στις απαιτήσεις άλλων: Δεν πρόκειται να ~ήσει στα αιτήματα των εργαζομένων/στους εκβιασμούς/στις πιέσεις των αντιπάλων του. Πβ. κάμπτομαι, λυγίζω, συνθηκολογώ, βάζω νερό στο κρασί μου. ΣΥΝ. ενδίδω ● υποχωρεί 1. (μτφ.) μειώνεται, μετριάζεται σε ένταση, ισχύ: Ο καύσωνας/το κρύο θα ~ήσει στο τέλος της βδομάδας. Μετά από μία μέρα ο πυρετός ~ησε. Η κακοκαιρία άρχισε να ~. Πβ. εξασθενώ.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ το ευρώ/η μετοχή/η τιμή (του πετρελαίου). 2. πέφτει σε χαμηλότερο επίπεδο, υφίσταται καθίζηση: Ο δρόμος/η στέγη ~ησε από την καταρρακτώδη βροχή/τον σεισμό. Πβ. βουλιάζει, καταρρέει. ● ΦΡ.: η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος [< 1: αρχ. ὑποχωρῶ 2: γαλλ. céder] | |
| 48511 | ΥΠΟΨΗ | συμ-φρα-ζό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {συμφραζομένων}: γλωσσικό περιβάλλον μιας λέξης ή φράσης, το νόημα της οποίας προσδιορίζεται μέσα σε αυτό· γενικότ. το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύεται ένα γεγονός: Η έκφραση αποκομμένη από τα ~ είναι ασαφής. Όπως προκύπτει από τα ~ ... ΣΥΝ. συγκείμενο. Πβ. περικείμενο.|| Κοινωνικά και πολιτικά ~. Τα ιστορικά ~ της κρίσης. Βλ. κατάσταση. [< μτγν. τά συμφραζόμενα] | |
| 54063 | υποψήφιος | , α, ο [ὑποψήφιος] υ-πο-ψή-φι-ος επίθ. 1. που διεκδικεί αξίωμα, θέση μέσω ψηφοφορίας, συμμετοχής σε διαγωνισμό ή κρίσης: ~ος: αρχηγός/περιφερειάρχης/πρόεδρος. ~α: κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατεβαίνει ~ βουλευτής. Είναι ~ για Όσκαρ/για τον τίτλο του κορυφαίου αθλητή της χρονιάς.|| ~ος: ανάδοχος (δημοσίου έργου)/οδηγός. ~οι: διδάκτορες/φοιτητές. Η εργασία του είναι ~α για βραβείο.|| (σε σόου ή τηλεπαιχνίδι) Ο παίκτης είναι ~ προς αποχώρηση. Βλ. συν~. 2. (κατ' επέκτ.) που πρόκειται ή επιδιώκει να αποκτήσει συγκεκριμένη ιδιότητα: ~ος: γαμπρός. ~α: μητέρα (= έγκυος). ~οι: αιμοδότες. Αναζήτηση ~ων αγοραστών. ● Ουσ.: υποψήφιος, υποψήφια (ο/η): πρόσωπο που θέτει υποψηφιότητα: οι ~οι για τις πανελλαδικές (εξετάσεις). Η λίστα των ~ίων. Είναι ο μοναδικός ~ για τη θέση του ... Βλ. ανθ~. [< 1: μτγν. ὑποψήφιος, γαλλ. candidat 2: αγγλ. aspirant] | |
| 54064 | υποψηφιότητα | [ὑποψηφιότητα] υ-πο-ψη-φι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του υποψηφίου για θέση, αξίωμα κατόπιν εκλογής, ψηφοφορίας, διαγωνισμού: ~ της χώρας (για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Δήλωσε/έθεσε/(υπ)έβαλε ~ για τον δήμο .../την προεδρία του κόμματος. Αίτηση/πρόταση/φάκελος ~ας. Εξέταση/κατάθεση της ~ας του ... Κούρσα των ~ήτων. Ανακάλεσε/ανακοίνωσε/απέσυρε την ~ά του. Η ηθοποιός κέρδισε ~ για Όσκαρ. Βλ. -ότητα, συν~. [< γαλλ. candidature] | |
| 54065 | υποψία | [ὑποψία] υ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. υπόνοια για την ενοχή κάποιου ή για δυσάρεστη κατάσταση, αμφιβολία: βάσιμες/έντονες/σοβαρές ~ες. Επιβεβαιώθηκαν οι ~ες μου. Άρχισε να τρέφει ~ες (= να υποψιάζεται) ότι κάτι κακό συνέβαινε. Δεν έχει την παραμικρή ~ ότι τον κοροϊδεύουν. Μου μπήκε η ~ ότι .../με έβαλε σε ~. Η συμπεριφορά του κίνησε τις ~ες των αστυνομικών.|| Έχω την αμυδρή/εύλογη/ισχυρή/φρικτή ~ ότι έχει θυμώσει μαζί μου. Πβ. εικασία, υπόθεση. Βλ. καχ~, φιλ~.|| Ασθενείς µε ~ (= πιθανότητα) γρίπης. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ μικρή ποσότητα, ίχνος: Έβαλα μια ~ (= ελάχιστο) αλάτι στο φαγητό. ● ΦΡ.: υπεράνω πάσης υποψίας: (για πρόσ.) που δεν μπορεί να το υποπτευθεί κανείς: Πολίτες ~ ~ συνελήφθησαν για ... [< 1: αρχ. ὑποψία 2: γαλλ. soupçon] | |
| 54066 | υποψιάζομαι | [ὑποψιάζομαι] υ-πο-ψι-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {υποψιά-στηκα, -στώ, -σμένος} ΣΥΝ. υποπτεύομαι 1. διαθέτω ενδείξεις για την ενοχή κάποιου: Η Αστυνομία τον ~εται για τον φόνο. 2. έχω υποψίες ότι συμβαίνει κάτι κυρ. αρνητικό ή δυσάρεστο· γενικότ. φαντάζομαι, πιθανολογώ: ~εται ότι το έγγραφο είναι πλαστό/κάτι τρέχει μεταξύ τους. Πβ. μυρίζομαι, ψυλλιάζομαι.|| Δεν μπορείς να ~στείς πόσο θύμωσε, όταν έμαθε τα νέα. ● υποψιάζω: δημιουργώ υποψίες σε κάποιον, τον προετοιμάζω για κάτι: Η συμπεριφορά του ήταν φυσικό να με ~σει. Συμπτώματα που ~ουν κάποιον για διαβήτη.|| Στόχος του βιβλίου είναι να ~σει (= προϊδεάσει) τους αναγνώστες για ... [< γαλλ. soupçonner] | |
| 54067 | υποψιασμένος | , η, ο {ὑποψιασμένος] υ-πο-ψι-α-σμέ-νος επίθ. 1. που υποψιάζεται, που αντιμετωπίζει με καχυποψία, δυσπιστία ή επιφύλαξη κάποιον ή κάτι: Μην είσαι ~ με όλους γύρω σου.|| Ήταν ~ για το τι θα ακολουθούσε (ΑΝΤ. ανυποψίαστος). Πβ. προϊδεασμένος. ΑΝΤ. ανύποπτος 2. (ειδικότ.) που διαθέτει επαρκείς γνώσεις σε κάποιο θέμα, που είναι περισσότερο καλλιεργημένος σε σχέση με τον μέσο όρο: Ο ~ πολίτης είναι επιφυλακτικός στις υποσχέσεις των πολιτικών.|| ~ος: αναγνώστης/θεατής. Η παράσταση απευθύνεται σε ένα πιο ~ο κοινό (ΑΝΤ. ανίδεος). | |
| 54068 | ΥΠΠ | (οι): Υπηρεσίες Πολυμεσικής Πληροφόρησης. | |
| 54070 | υπτιασμός | [ὑπτιασμός] υ-πτι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. στροφή του πήχη του χεριού ώστε η παλάμη να είναι γυρισμένη προς τα πάνω ή προς τα εμπρός· μετακίνηση του έσω χείλους και του επιμήκους τόξου του άκρου ποδιού προς τα πάνω. Βλ. πρηνισμός. [< αρχ. ὑπτιασμός, γαλλ. supination] | |
| 54071 | ύπτιος | , α, ο [ὕπτιος] ύ-πτι-ος επίθ.: που είναι ή γίνεται με την πλάτη προς τα κάτω: ~α: κατάκλιση/στάση. Σε ~α θέση (= ανάσκελα).|| ~α: κολύμβηση. ΑΝΤ. πρηνής ● Ουσ.: ύπτιο (το): ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης με το σώμα να είναι σε ανάσκελη θέση και τα χέρια να κινούνται εναλλάξ κυκλικά προς τα πίσω με ταυτόχρονο χτύπημα των ποδιών πάνω κάτω: ~ ανδρών/γυναικών. Πήρε το χρυσό μετάλλιο στα πενήντα μέτρα ~. Βλ. ελεύθερο, κρόουλ, πεταλούδα, πρόσθιο. ● επίρρ.: ύπτια & (λόγ.) υπτίως: ΑΝΤ. μπρούμυτα [< αρχ. ὕπτιος] | |
| 54073 | υπωνυμία | [ὑπωνυμία] υ-πω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σημασιολογική σχέση μεταξύ δύο λέξεων από τις οποίες η μία έχει πιο περιορισμένη σημασία και εμπεριέχεται στην άλλη, π.χ. γάτα-ζώο. Βλ. υπερωνυμία, -ωνυμία. [< γαλλ. hyponymie, αγγλ. hyponymy, 1955] | |
| 54074 | υπώνυμο | [ὑπώνυμο] υ-πώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {υπωνύμ-ου}: ΓΛΩΣΣ. λέξη της οποίας η σημασία εμπεριέχεται σε ευρύτερη σημασία: π.χ. η λέξη "τριαντάφυλλο" είναι ~ της λέξης "λουλούδι". Βλ. υπερώνυμο. [< γαλλ. hyponyme, περ. 1960, αγγλ. hyponym, 1963] | |
| 54075 | υπώρεια | [ὑπώρεια] υ-πώ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): το χαμηλότερο μέρος λόφου ή βουνού, πρόποδες: Το χωριό βρίσκεται στις νότιες ~ες της οροσειράς/του υψώματος. Πβ. ριζά, ριζοβούνια. ΑΝΤ. ακρώρεια (1) [< αρχ. ὑπώρεια] | |
| 58672 | ύραξ | [ὕραξ] ύ-ραξ ουσ. (αρσ.) {ύρ-ακος, -ακα | -ακες, -άκων}: είδος μικρού οπληφόρου θηλαστικού (οικογ. Procaviidae) της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. [< μτγν. ὕραξ ‘ποντίκι’, αγγλ. hyrax] | |
| 54077 | ύσσωπος | [ὕσσωπος] ύσ-σω-πος ουσ. (αρσ.) {υσσώπου}: ΒΟΤ. αρωματικό καλαμοειδές φυτό (επιστ. ονομασ. Hyssopus officinalis) με μικρά μπλε άνθη και θεραπευτική δράση, το αιθέριο έλαιο του οποίου χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων, φαρμάκων, καλλυντικών και την αρωματοθεραπεία. [< αρχ. ὕσσωπος, αγγλ. hyssop, γαλλ. hysope] | |
| 54078 | ύστατος | , η, ο [ὕστατος] ύ-στα-τος επίθ. (λόγ.): τελευταίος και συνήθ. καθοριστικός: ~ος: σκοπός. ~η: δοκιμασία/έκκληση (για βοήθεια)/ελπίδα/επιθυμία/επιλογή/λύση/μάχη/φορά. ~ο: εμπόδιο/μέσο/χρέος. ~ες: διαπραγματεύσεις. Έδωσε τον ~ο αγώνα για επιβίωση. Έκανε μια ~η προσπάθεια να τον μεταπείσει. Έστω και την ~η στιγμή.|| (για νεκρό) Απέτισαν (τον) ~ο φόρο τιμής. ΣΥΝ. έσχατος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε & ο τελευταίος/ύστατος/στερνός (απο)χαιρετισμός (επίσ.): (σε κηδεία συνήθ. δημόσιου προσώπου) το τελευταίο αντίο: Απηύθυναν ~ ~ στον ... Βλ. τελευταίος ασπασμός., το τελευταίο αντίο βλ. αντίο ● ΦΡ.: την τελευταία/ύστατη ώρα βλ. ώρα [< αρχ. ὕστατος] | |
| 54079 | υστέρα | [ὑστέρα] υ-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΑΝΑΤ. μήτρα. [< αρχ. ὑστέρα] | |
| 54080 | ύστερα | [ὕστερα] ύ-στε-ρα επίρρ. {υστερότερα} ΣΥΝ. έπειτα, μετά 1. για να δηλωθεί χρονική ή σπανιότ. ιεραρχική ακολουθία: Θα έρθεις μαζί μου τώρα ή θα φύγεις πιο ~; Από εκείνη την ημέρα/από τότε και ~ δεν μου μιλάει. (προφ., για δήλωση έντονου ενδιαφέροντος:) Κι ~ (τι έγινε/συνέβη);|| Πρώτα θα διαβάσεις κι ~ θα πάμε βόλτα. Πβ. κατόπιν. 2. (απόλυτα, συχνά προηγείται το "και") για να προστεθεί κάτι σε αυτό που έχει προαναφερθεί: Άσε τον να κάνει ό,τι θέλει· και ~ τι σε νοιάζει εσένα; Πρέπει να χάσεις κιλά· ~ σκέψου και την υγεία σου. Πβ. εκτός αυτού, εξάλλου, επιπλέον. 3. {ως πρόθ.} (+ από) για να εκφραστεί χρόνος, αντίθεση ή αιτία: Ξαναβρεθήκαμε ~ από τόσν καιρό.|| ~ από τόση προετοιμασία, να αποτύχει στις εξετάσεις!|| ~ από τέτοια ταλαιπωρία, πώς να μην έχω τα νεύρα μου; 4. {ως σύνδ.} για να εκφραστεί συμπέρασμα: Πάλι δεν έκανε αυτά που του είπα· ~ (= άρα) πώς να μη θυμώνω; ● ΦΡ.: και/κι ύστερα (σου) λένε: για να δηλωθεί συμπερασματικά ότι δεν ισχύει κάτι που λέγεται ή για έκφραση αγανάκτησης: Όλοι τους βοήθησαν στις δύσκολες ώρες· ~ ~ πως δεν υπάρχει ανθρωπιά.|| Ο υπάλληλος ήταν αγενέστατος· ~ ~ ότι δεν πρέπει να εκνευρίζεσαι., (ε) κι έπειτα/ύστερα; βλ. και, μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη [< αρχ. ὕστερον, ὕστερα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ