| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4522 | αντικαταθλιπτικός | , ή, ό [ἀντικαταθλιπτικός] α-ντι-κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά την κατάθλιψη: ~ή: αγωγή. ~ό: σκεύασμα. ΑΝΤ. καταθλιπτικός (2) ● Ουσ.: αντικαταθλιπτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: τρικυκλικά ~. Ψυχοθεραπεία με παράλληλη χορήγηση ~ών και ηρεμιστικών. Βλ. ψυχοφάρμακα. [< αγγλ. antidepressant, 1961, γαλλ. antidépresseur, περ. 1957] | |
| 4523 | αντικαταναλωτικός | , ή, ό [ἀντικαταναλωτικός] α-ντι-κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον καταναλωτισμό: ~ή: καμπάνια/συμπεριφορά. Βλ. υπερκαταναλωτικός. ΑΝΤ. καταναλωτικός [< αγγλ. anti-consumer, γαλλ. anti-consommateur] | |
| 4524 | αντικαταναλωτισμός | [ἀντικαταναλωτισμός] α-ντι-κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κοινωνικό και πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται στην αλόγιστη κατανάλωση αγαθών: Παγκόσμια Ημέρα ~ού. Βλ. υπερκαταναλωτισμός. ΑΝΤ. καταναλωτισμός [< αγγλ. anti-consumerism, γαλλ. anticonsommation] | |
| 4525 | αντικατασκοπεία & αντικατασκοπία | [ἀντικατασκοπεία] α-ντι-κα-τα-σκο-πεί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο ενεργειών και μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ξένης κατασκοπείας· συνεκδ. η αντίστοιχη (κρατική) υπηρεσία. [< γαλλ. contre-espionnage] | |
| 4526 | αντικαταστάθηκα, αντικατασταίνω | βλ. αντικαθιστώ | |
| 4527 | αντικατάσταση | [ἀντικατάσταση] α-ντι-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντικαθιστώ: ~ γραμμάτων μιας λέξης (: ως σύμπτωμα διαταραχής της ανάγνωσης, βλ. δυσλεξία). Φακοί επαφής συχνής ~ης. Δικαίωμα ~ης ελαττωματικών προϊόντων. Κόστος ~ης. Πβ. αλλαγή, άλλαγμα.|| (για πρόσ.) ~ ασθενών ή αδειούχων συναδέλφων. Εκλογή νέου μέλους σε ~ παραιτηθέντος. Πβ. αναπλήρωση, υποκατάσταση.|| (σε σχολικές ασκήσεις ή εξετάσεις:) Εγκλιτική/χρονική ~ (ενν. ρημάτων). 2. ΧΗΜ. αντίδραση κατά την οποία ένα άτομο ή μια ρίζα αντικαθίσταται από άλλο άτομο ή ρίζα. [< μτγν. ἀντικατάστασις, γαλλ. substitution] | |
| 4528 | αντικαταστάσιμος | , η, ο [ἀντικαταστάσιμος] α-ντι-κα-τα-στά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον ή κυρ. κάτι άλλο: ~η: μπαταρία. ~ο: καλώδιο/φίλτρο. Πβ. ανταλλάξιμος, αντικαταστατός. ΑΝΤ. αναντικατάστατος [< αγγλ. replaceable] | |
| 4529 | αντικαταστάτης | [ἀντικαταστάτης] α-ντι-κα-τα-στά-της ουσ. (αρσ.) , αντικαταστάτρια (η): αυτός που αντικαθιστά κάποιον ή κάτι προσωρινά ή μόνιμα: (επ)άξιος ~. Επίδοξοι/πιθανοί ~ες του διευθυντή. Βρέθηκε/ορίστηκε ο ~ του ... Πβ. αναπληρωτής, διάδοχος. [< γαλλ. remplaçant] | |
| 4530 | αντικαταστατικός | , ή, ό [ἀντικαταστατικός] α-ντι-κα-τα-στα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που είναι αντίθετος με τις διατάξεις του καταστατικού: ~ή: απόφαση/εκλογή. ~ές: διαδικασίες. Πβ. αντικανονικός, παρά-νομος, -τυπος. ΑΝΤ. νόμιμος. | |
| 4531 | αντικαταστατός | , ή, ό [ἀντικαταστατός] α-ντι-κα-τα-στα-τός επίθ. (επίσ.): που είναι δυνατόν να αντικατασταθεί. Πβ. ανταλλάξιμος, αντικαταστάσιμος.|| (ΝΟΜ.) ~ό: περιουσιακό στοιχείο. ΑΝΤ. αναντικατάστατος | |
| 4532 | αντικατοπτρίζει | [ἀντικατοπτρίζει] α-ντι-κα-το-πτρί-ζει ρ. (μτβ.) {αντικατόπτρι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, σπάν. -σμένος}: αντανακλά: (μτφ.) Το δημοψήφισμα ~ τη λαϊκή βούληση. Η ιστορία της πόλης ~εται στα μνημειακά της κτίρια. Πβ. απηχεί, εκφράζω.|| (κυριολ.) Η πόλη ~όταν στα ήρεμα νερά της λίμνης. Πβ. ανακλά, (αντι)καθρεφτίζει, κατοπτρίζει. [< γαλλ. refléter] | |
| 4513 | Αντικατοπτρίζουν συνωνυμα | [ἀντικαθρεφτίζει] α-ντι-κα-θρε-φτί-ζει ρ. (μτβ.) {αντικαθρέφτι-σε, -στηκε, -σμένος}: αντικατοπτρίζει. | |
| 4533 | αντικατοπτρισμός | [ἀντικατοπτρισμός] α-ντι-κα-το-πτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΠΤ. οπτικό φαινόμενο, συνήθ. σε ερήμους και ωκεανούς, κατά το οποίο το είδωλο του πραγματικού αντικειμένου προβάλλεται, συχνά ανεστραμμένο, στο έδαφος ή στον ουρανό, λόγω διάθλασης των ακτίνων του φωτός, όταν περνούν από στρώματα αέρα διαφορετικής πυκνότητας: ανώτερος/κατώτερος ~. 2. (λόγ.) καθρέφτισμα, αντανάκλαση. ΣΥΝ. αντικαθρέφτισμα, κατοπτρισμός (1) [< γαλλ. mirage] | |
| 4534 | αντικέ | [ἀντικέ] α-ντι-κέ επίθ. {άκλ.}: που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να φαίνεται παλιό: ~ έπιπλα. Βλ. αντίκα, πατίνα. [< γαλλ. antique] | |
| 53424 | Αντικειμενικοποιηση | [ὑπερσεξουαλικοποίηση] υ-περ-σε-ξου-α-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική σεξουαλικοποίηση. Πβ. σεξουαλική αντικειμενικοποίηση. [< γαλλ. hypersexualisation, 1980, αγγλ. hypersexualization] | |
| 4535 | αντικειμενικοποίηση | [ἀντικειμενικοποίηση] α-ντι-κει-με-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αντικειμενοποίηση 1. μετατροπή άυλου στοιχείου σε υλικό, παίρνοντας συχνά τη μορφή αντικειμένου· κατ' επέκτ. έκφραση, εξωτερίκευση: ~ της εμπειρίας/των εννοιών/των συναισθημάτων. Πβ. αισθητοποίηση. Βλ. συμβολισμός. || Σεξουαλική ~. Πβ. υπερσεξουαλικοποίηση. 2. διαδικασία κατά την οποία κάτι αποκτά αντικειμενικό, αμερόληπτο, δίκαιο χαρακτήρα και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των κριτηρίων/του συστήματος αξιολόγησης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. objectivation] | |
| 4536 | αντικειμενικοποιώ | [ἀντικειμενικοποιῶ] α-ντι-κει-με-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αντικειμενικοποι-είς ... | (σπάν.) αντικειμενικοποί-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & αντικειμενοποιώ 1. καθιστώ κάτι αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, το μετατρέπω σε κάτι απτό: Αφηρημένες έννοιες ~ούνται με σύμβολα. Πβ. αισθητοποιώ, εκφράζω, εξωτερικεύω. 2. προσδίδω σε κάτι αντικειμενικό, αμερόληπτο χαρακτήρα: ~ούνται τα κριτήρια αδειοδότησης. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. objectiver] | |
| 4537 | αντικειμενικός | , ή, ό [ἀντικειμενικός] α-ντι-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην ή συμφωνεί με την πραγματικότητα και κατ' επέκτ. αμερόληπτος: ~ός: σκοπός/στόχος (= βασικός, κύριος). Αδύνατον για ~ούς λόγους να ... Βάσει ~ών στοιχείων. Πβ. πραγματικός.|| ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/κρίση/κριτική. Κρατώ/τηρώ ~ή στάση. (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/παρατηρητής. Πβ. ανεπηρέαστος, απροκατάληπτος. ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: αλήθεια (= αδιάσειστη, αναμφισβήτητη, απόλυτη). ΑΝΤ. υποκειμενικός (1) 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ός: φακός (: που εστιάζει στο αντικείμενο).|| (ΓΡΑΜΜ.) Γενική/δοτική ~ή (: για δήλωση του αντικειμένου της ενέργειας). ● επίρρ.: αντικειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενικά κριτήρια 1. που βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα: Πλήρωση θέσεων με ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. με βάση τα οποία προσδιορίζεται το εισόδημα προσώπων, ανεξάρτητα από τη φορολογική τους δήλωση: ~ ~ για ελεύθερους επαγγελματίες/μικρομεσαίους/επιτηδευματίες.|| ~ ~ ελαχίστου εισοδήματος., αντικειμενική αξία & αντικειμενική τιμή: ΟΙΚΟΝ. καθορισμός της αξίας ενός ακινήτου (από το Υπουργείο Οικονομικών) με βάση αυστηρώς προσδιορισμένα κριτήρια (περιοχή, παλαιότητα): ~ ~ αυτοκινήτου/γης/τετραγωνικού μέτρου. [< γαλλ. objectif] | |
| 4538 | αντικειμενικότητα | [ἀντικειμενικότητα] α-ντι-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αντιμετώπιση κατάστασης ή προσώπου χωρίς ιδεολογικές, συναισθηματικές και μη ορθολογικές κρίσεις: δημοσιογραφική/επιστημονική ~. Ακεραιότητα και ~ των δικαστών. Διαφάνεια και ~ στις εξετάσεις. Έλλειψη/εχέγγυα ~ας. Αξιολογώ/κρίνω με ~ και δικαιοσύνη. Πβ. αμεροληψία. ΑΝΤ. μεροληψία, υποκειμενικότητα 2. ΦΙΛΟΣ. πραγματικότητα. [< γαλλ. objectivité] | |
| 4539 | αντικείμενο | [ἀντικείμενο] α-ντι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {αντικειμέν-ου} 1. πράγμα με συγκεκριμένη μορφή, που συνήθ. γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, δεν αποτελεί ζωντανό οργανισμό και προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση: αιχμηρό/μεταλλικό/πολύτιμο ~. Άψυχα/μεταχειρισμένα/υλικά ~α. ~α εξοπλισμού γραφείου/καθημερινής χρήσης. Άγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενα ~α (ακρ. ΑΤΙΑ, UFO, πβ. ούφο). Δεν σου επιτρέπω να ψάχνεις τα προσωπικά μου ~α! Βλ. μικρο~. 2. οτιδήποτε αποτελεί το θέμα, τον σκοπό ή την αιτία (ενέργειας, δραστηριότητας, συναισθήματος): γνωστικό/επιστημονικό/ερευνητικό ~. ~ αγάπης/εκμετάλλευσης/εργασίας/έρευνας/θαυμασμού/κριτικής (= στόχος)/πολιτικής αντιπαράθεσης/σπουδών/σχολίων/χλευασμού. Μόνιμο ~ συζήτησης.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαιοπραξίας/δικαιώματος/πώλησης/σύμβασης. 3. ΓΡΑΜΜ. συντακτικός όρος πρότασης ή φράσης που δηλώνει τον αποδέκτη της ενέργειας του ρήματος: πτώση του ~ένου (: αιτιατική, γενική). ● ΣΥΜΠΛ.: άμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο, πράγμα ή αφηρημένη έννοια στην οποία μεταβαίνει απευθείας η ενέργεια του υποκειμένου: π.χ. Πλένω τα πιάτα. Πβ. συμπλήρωμα., έμμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο ή πράγμα που συμπληρώνει την έννοια του ρήματος ή σχετίζεται με το άμεσο αντικείμενο: λ.χ. Του χάρισε ένα βιβλίο (: η λ. "του" είναι ~ ~)., εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. που παράγεται ετυμολογικά από το ρήμα με το οποίο συντάσσεται ή φανερώνει το αποτέλεσμα που προκύπτει από την ενέργεια του ρήματος: π.χ. Τραγουδώ ένα τραγούδι., οικονομικό αντικείμενο: το κόστος για την υλοποίηση ενός έργου., φυσικό αντικείμενο: σύνολο εργασιών που πρέπει να ολοκληρωθούν για την υλοποίηση ενός έργου., αντικείμενο αναφοράς βλ. αναφορά, μεταβατικό αντικείμενο βλ. μεταβατικός ● ΦΡ.: εξ αντικειμένου (λόγ.): αντικειμενικά, εκ των πραγμάτων, από ή με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες: ~ ~ δυσκολίες. ΑΝΤ. εξ υποκειμένου [< αρχ. ἀντικείμενον, γαλλ. objet, αγγλ. object] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ