| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4514 | αντικαθρέφτισμα | [ἀντικαθρέφτισμα] α-ντι-κα-θρέ-φτι-σμα ουσ. (ουδ.): αντικατοπτρισμός. | |
| 4516 | αντικανονικότητα | [ἀντικανονικότητα] α-ντι-κα-νο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντικανονικού, του μη νόμιμου: ~ της προκήρυξης ενός διαγωνισμού. Πβ. παρα-νομία, -τυπία. ΑΝΤ. κανονικότητα, νομιμότητα (1) [< γαλλ. irrégularité] | |
| 4517 | αντικαπιταλιστικός | , ή, ό [ἀντικαπιταλιστικός] α-ντι-κα-πι-τα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο σύστημα του καπιταλισμού: ~ή: πολιτική. ~ές: δυνάμεις. ΑΝΤ. καπιταλιστικός [< γαλλ. anticapitaliste, αγγλ. anticapitalist] | |
| 4518 | αντικαπνιστής | [ἀντικαπνιστής] α-ντι-κα-πνι-στής ουσ. (αρσ.) , αντικαπνίστρια (η): αυτός που είναι εναντίον του καπνίσματος: φανατικός ~. [< αγγλ. anti-smoker] | |
| 4519 | αντικαπνιστικός | , ή, ό [ἀντικαπνιστικός] α-ντι-κα-πνι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο κάπνισμα, αποσκοπεί στην απαγόρευση, την καταπολέμηση, τον περιορισμό ή τη διακοπή του: ~ός: αγώνας/νόμος. ~ή: εκστρατεία/καμπάνια. Βλ. καπνοαπαγόρευση. [< αγγλ. antismoking, γαλλ. anti-tabac, περ. 1960] | |
| 4520 | αντικαρκινικός | , ή, ό [ἀντικαρκινικός] α-ντι-καρ-κι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αποσκοπεί στην πρόληψη ή και καταπολέμηση του καρκίνου: ~ός: αγώνας. ~ή: δράση/θεραπεία/ουσία. ~ό: εμβόλιο/φάρμακο. Πανελλήνιος ~ Έρανος. [< γαλλ. anticancéreux, αγγλ. anticancer] | |
| 4521 | αντικαταβολή | [ἀντικαταβολή] α-ντι-κα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος πληρωμής αγαθού κατά τον οποίο η καταβολή του χρηματικού αντιτίμου γίνεται τη στιγμή της παραλαβής του και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ποσό: πληρωμή με ~/(σπανιότ.-λόγ.) επί ~. 2. ΟΙΚΟΝ. πρακτική χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την οποία πληρώνεται εκ των προτέρων από τους επενδυτές το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την αγορά χρεογράφων. [< γαλλ. (contre) remboursement] | |
| 4522 | αντικαταθλιπτικός | , ή, ό [ἀντικαταθλιπτικός] α-ντι-κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά την κατάθλιψη: ~ή: αγωγή. ~ό: σκεύασμα. ΑΝΤ. καταθλιπτικός (2) ● Ουσ.: αντικαταθλιπτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: τρικυκλικά ~. Ψυχοθεραπεία με παράλληλη χορήγηση ~ών και ηρεμιστικών. Βλ. ψυχοφάρμακα. [< αγγλ. antidepressant, 1961, γαλλ. antidépresseur, περ. 1957] | |
| 4523 | αντικαταναλωτικός | , ή, ό [ἀντικαταναλωτικός] α-ντι-κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον καταναλωτισμό: ~ή: καμπάνια/συμπεριφορά. Βλ. υπερκαταναλωτικός. ΑΝΤ. καταναλωτικός [< αγγλ. anti-consumer, γαλλ. anti-consommateur] | |
| 4524 | αντικαταναλωτισμός | [ἀντικαταναλωτισμός] α-ντι-κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κοινωνικό και πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται στην αλόγιστη κατανάλωση αγαθών: Παγκόσμια Ημέρα ~ού. Βλ. υπερκαταναλωτισμός. ΑΝΤ. καταναλωτισμός [< αγγλ. anti-consumerism, γαλλ. anticonsommation] | |
| 4525 | αντικατασκοπεία & αντικατασκοπία | [ἀντικατασκοπεία] α-ντι-κα-τα-σκο-πεί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο ενεργειών και μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ξένης κατασκοπείας· συνεκδ. η αντίστοιχη (κρατική) υπηρεσία. [< γαλλ. contre-espionnage] | |
| 4526 | αντικαταστάθηκα, αντικατασταίνω | βλ. αντικαθιστώ | |
| 4527 | αντικατάσταση | [ἀντικατάσταση] α-ντι-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντικαθιστώ: ~ γραμμάτων μιας λέξης (: ως σύμπτωμα διαταραχής της ανάγνωσης, βλ. δυσλεξία). Φακοί επαφής συχνής ~ης. Δικαίωμα ~ης ελαττωματικών προϊόντων. Κόστος ~ης. Πβ. αλλαγή, άλλαγμα.|| (για πρόσ.) ~ ασθενών ή αδειούχων συναδέλφων. Εκλογή νέου μέλους σε ~ παραιτηθέντος. Πβ. αναπλήρωση, υποκατάσταση.|| (σε σχολικές ασκήσεις ή εξετάσεις:) Εγκλιτική/χρονική ~ (ενν. ρημάτων). 2. ΧΗΜ. αντίδραση κατά την οποία ένα άτομο ή μια ρίζα αντικαθίσταται από άλλο άτομο ή ρίζα. [< μτγν. ἀντικατάστασις, γαλλ. substitution] | |
| 4528 | αντικαταστάσιμος | , η, ο [ἀντικαταστάσιμος] α-ντι-κα-τα-στά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον ή κυρ. κάτι άλλο: ~η: μπαταρία. ~ο: καλώδιο/φίλτρο. Πβ. ανταλλάξιμος, αντικαταστατός. ΑΝΤ. αναντικατάστατος [< αγγλ. replaceable] | |
| 4529 | αντικαταστάτης | [ἀντικαταστάτης] α-ντι-κα-τα-στά-της ουσ. (αρσ.) , αντικαταστάτρια (η): αυτός που αντικαθιστά κάποιον ή κάτι προσωρινά ή μόνιμα: (επ)άξιος ~. Επίδοξοι/πιθανοί ~ες του διευθυντή. Βρέθηκε/ορίστηκε ο ~ του ... Πβ. αναπληρωτής, διάδοχος. [< γαλλ. remplaçant] | |
| 4530 | αντικαταστατικός | , ή, ό [ἀντικαταστατικός] α-ντι-κα-τα-στα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που είναι αντίθετος με τις διατάξεις του καταστατικού: ~ή: απόφαση/εκλογή. ~ές: διαδικασίες. Πβ. αντικανονικός, παρά-νομος, -τυπος. ΑΝΤ. νόμιμος. | |
| 4531 | αντικαταστατός | , ή, ό [ἀντικαταστατός] α-ντι-κα-τα-στα-τός επίθ. (επίσ.): που είναι δυνατόν να αντικατασταθεί. Πβ. ανταλλάξιμος, αντικαταστάσιμος.|| (ΝΟΜ.) ~ό: περιουσιακό στοιχείο. ΑΝΤ. αναντικατάστατος | |
| 4532 | αντικατοπτρίζει | [ἀντικατοπτρίζει] α-ντι-κα-το-πτρί-ζει ρ. (μτβ.) {αντικατόπτρι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, σπάν. -σμένος}: αντανακλά: (μτφ.) Το δημοψήφισμα ~ τη λαϊκή βούληση. Η ιστορία της πόλης ~εται στα μνημειακά της κτίρια. Πβ. απηχεί, εκφράζω.|| (κυριολ.) Η πόλη ~όταν στα ήρεμα νερά της λίμνης. Πβ. ανακλά, (αντι)καθρεφτίζει, κατοπτρίζει. [< γαλλ. refléter] | |
| 4513 | Αντικατοπτρίζουν συνωνυμα | [ἀντικαθρεφτίζει] α-ντι-κα-θρε-φτί-ζει ρ. (μτβ.) {αντικαθρέφτι-σε, -στηκε, -σμένος}: αντικατοπτρίζει. | |
| 4533 | αντικατοπτρισμός | [ἀντικατοπτρισμός] α-ντι-κα-το-πτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΠΤ. οπτικό φαινόμενο, συνήθ. σε ερήμους και ωκεανούς, κατά το οποίο το είδωλο του πραγματικού αντικειμένου προβάλλεται, συχνά ανεστραμμένο, στο έδαφος ή στον ουρανό, λόγω διάθλασης των ακτίνων του φωτός, όταν περνούν από στρώματα αέρα διαφορετικής πυκνότητας: ανώτερος/κατώτερος ~. 2. (λόγ.) καθρέφτισμα, αντανάκλαση. ΣΥΝ. αντικαθρέφτισμα, κατοπτρισμός (1) [< γαλλ. mirage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ