Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54580-54600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54090υστερόγραφο

[ὑστερόγραφο] υ-στε-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου}: σύντομη σημείωση που προστίθεται συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά κάτω από το κυρίως κείμενο συνήθ. επιστολής (συντομ. ΥΓ): ~ του άρθρου/βιβλίου. Αντί ~ου. Βλ. επίμετρο. [< γαλλ. post-scriptum, γερμ. Nachschrift, Postskript]

54091υστεροελλαδικός, ή, ό [ὑστεροελλαδικός] υ-στε-ρο-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροελλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροελλαδική εποχή/περιόδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. ΣΥΝ. μυκηναϊκή περίοδος/εποχή
54092υστεροκυκλαδικός, ή, ό [ὑστεροκυκλαδικός] υ-στε-ρο-κυ-κλα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροκυκλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στις Κυκλάδες.
54093υστερολατινικός, ή, ό [ὑστερολατινικός] υ-στε-ρο-λα-τι-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη λατινική γλώσσα της περιόδου από τον 3o ως τον 6ο αι. μ.Χ.
54094υστερομινωικός, ή, ό [ὑστερομινωικός] υ-στε-ρο-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στην τελευταία περίοδο της Χαλκοκρατίας και του μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη (περ. 1600-1100 π.Χ.): ~ός: οικισμός. ~ή: εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-μινωικός. [< αγγλ. Late Minoan]
54095ύστερος, η, ο [ὕστερος] ύ-στε-ρος επίθ. {κ. (λογιότ.) θηλ. υστέρα} (λόγ.): κατοπινός, μεταγενέστερος: ~η: σκέψη. ~ο: έργο/στάδιο. Το θέμα θα αποφασιστεί σε ~ο χρόνο. Πβ. επόμενος.|| (ΙΣΤ.) ~ος: Μεσαίωνας. ~η: αρχαιότητα/περίοδος/φάση (της Χαλκοκρατίας). ~ο: Βυζάντιο. Πβ. όψιμος.|| (λογοτ.) ~ο: φιλί (= στερνό, τελευταίο). Βλ. πρωθ~. ΑΝΤ. πρότερος ● ΦΡ.: εκ των υστέρων: ύστερα από κάτι: ~ ~ αποδείχθηκε ότι ήταν αθώος. ΣΥΝ. αποστεριόρι ΑΝΤ. εκ των προτέρων, τα ύστερα του κόσμου 1. η συντέλεια του κόσμου: Ήρθαν ~ ~. 2. (μτφ.-προφ.) ως επιφωνηματική φράση που εκφράζει έντονη έκπληξη ή αποδοκιμασία: Μα δεν ντρέπεται καθόλου με αυτά που κάνει; ~ ~! [< αρχ. ὕστερος]
54096υστεροσαλπιγγογραφία[ὑστεροσαλπιγγογραφία] υ-στε-ρο-σαλ-πιγ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση της μήτρας και των σαλπίγγων με ακτίνες Χ, στην οποία χρησιμοποιείται ειδική χρωστική ουσία ορατή στις ακτίνες Χ. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. hysterosalpingography (HSG), γαλλ. hystérosalpingographie]
54097υστεροσκόπηση[ὑστεροσκόπηση] υ-στε-ρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση της ενδομήτριας κοιλότητας με τη βοήθεια υστεροσκοπίου, το οποίο εισάγεται στο ενδομήτριο μέσω του κόλπου και του τραχήλου: διαγνωστική/επεμβατική ~. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. hysteroscopy, γαλλ. hystéroscopie]
54098υστεροσκοπικός, ή, ό [ὑστεροσκοπικός] υ-στε-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υστεροσκόπηση: ~ή: αφαίρεση (όγκου/πολύποδα)/χειρουργική. Βλ. ενδο-, λαπαρο-σκοπικός. ● επίρρ.: υστεροσκοπικά [< αγγλ. hysteroscopic, γαλλ. hysteroscopique]
54099υστεροσκόπιο[ὑστεροσκόπιο] υ-στε-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μητροσκόπιο. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. hystéroscope, αγγλ. hysteroscope]
54100υστεροτοκία[ὑστεροτοκία] υ-στε-ρο-το-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξαγωγή του πλακούντα και των υμένων που βρίσκονται στη μήτρα αμέσως μετά τον τοκετό με φυσικό ή τεχνητό τρόπο.
54101υστερότοκος, η, ο [ὑστερότοκος] υ-στε-ρό-το-κος επίθ.: που γεννιέται τελευταίος σε μια οικογένεια: ~ος: γιος. ~ο: παιδί. Πβ. βενιαμίν, στερνο-παίδι, -πούλι. Βλ. δευτερότοκος, -τοκος. ΑΝΤ. πρωτότοκος [< μεσν. υστερότοκος]
54102υστεροφημία[ὑστεροφημία] υ-στε-ρο-φη-μί-α ουσ. (θηλ.): η καλή φήμη που εξασφαλίζει κάποιος μετά θάνατον: Ενδιαφέρεται για την ~ του. Με αυτή του την πράξη κέρδισε την ~. ΣΥΝ. αθανασία (2) [< μτγν. ὑστεροφημία]
54103υστερόχρονος, η, ο [ὑστερόχρονος] υ-στε-ρό-χρο-νος επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: υστερόχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι μια ενέργεια έπεται χρονικά μιας άλλης: Η δευτερεύουσα χρονική πρόταση δηλώνει το ~ σε σχέση με το ρήμα της κύριας. Βλ. -χρονος. ΑΝΤ. προτερόχρονο [< μτγν. ὑστερόχρονος]
54104υστερώ[ὑστερῶ] υ-στε-ρώ ρ. (αμτβ.) {υστερ-είς ... | υστέρ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ών, -ήσας, -ώντας} 1. είμαι κατώτερος ως προς κάτι σε σχέση με κάποιον άλλο, μειονεκτώ: ~ συγκριτικά με ... ~εί του αντιπάλου του σε ικανότητες. Ο νέος διευθυντής δεν ~εί σε τίποτα από τους προκατόχους του. Νοητικά ~ούντα άτομα (βλ. νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση). (ΑΘΛ.) Από τους νικητές δεν υπάρχουν ~ήσαντες. Πβ. υπολείπομαι. 2. δεν διαθέτω κάτι σε αρκετό βαθμό, είμαι ελλιπής: είναι καλός στα προφορικά, αλλά ~εί κάπως/λιγάκι στα γραπτά. [< αρχ. ὑστερῶ]
54108υττέρβιο[ὑττέρβιο] υτ-τέρ-βι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) υτέρβιο: ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Yb, Z 70), το οποίο σχηματίζει ενώσεις παρόμοιες με αυτές του υττρίου. Βλ. γαδολίνιο, δημήτριο, τέρβιο. [< νεολατ. ytterbium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö]
54109ύττριο[ὕττριο] ύτ-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {υττρίου} & ύτριο: ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Υ, Z 39), το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή υπεραγώγιμων κραμάτων και μαγνητών. Βλ. δημήτριο, υττέρβιο. [< νεολατ. yttrium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö]
54110ΥΥ(η): Υδρογραφική Υπηρεσία.
54112υφ'βλ. υπό
54111υφ.(συντομ.): υφυπουργός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.