Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54580-54600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54081υστερεκτομή[ὑστερεκτομή] υ-στε-ρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της μήτρας: κοιλιακή/κολπική/ολική/ριζική ~. Βλ. -εκτομή. [< πβ. γαλλ. hystérectomie, αγγλ. hysterectomy]
54082υστέρημα[ὑστέρημα] υ-στέ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: από/με το υστέρημά μου: από τα ελάχιστα συνήθ. χρήματα ή γενικότ. αγαθά που διαθέτω: Αγοράζει βιβλία με το ~ του. Δίνει/προσφέρει από το ~ του, για να βοηθήσει τους φτωχούς. Βλ. περίσσευμα. [< μτγν. ὑστέρημα]
54083υστέρηση[ὑστέρηση] υ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αργοπορία, καθυστέρηση· ελλιπής πρόοδος, μειονεκτική θέση: θεσμική/πολιτισμική/τεχνολογική/χρονική ~. ~ στην εκτέλεση έργων.|| ~ της ανταγωνιστικότητας. Εμφανίστηκε/παρατηρήθηκε δραματική/σοβαρή/τεράστια ~ στα δημόσια έσοδα.|| Αγροτικές περιοχές παρουσιάζουν ~ στην ανάπτυξη. Η χώρα έχει σημαντικές ~ήσεις σε βασικά θέματα. Πβ. μειονεκτικότητα. 2. ΦΥΣ. καθυστέρηση στην εκδήλωση ενός αποτελέσματος σε σχέση με την αιτία που το προκαλεί, όταν αλλάζουν οι δυνάμεις, ιδ. οι μαγνητικές, που ασκούνται πάνω σε ένα σώμα: μαγνητική ~. ~ φάσης.|| Απώλειες ~ης (: απώλειες θερμότητας λόγω των μαγνητικών ιδιοτήτων του σιδηρομαγνητικού κυκλώματος). Βρόχος ~ης (: είδος γραμμικής παράστασης που αποτυπώνει το φαινόμενο της μαγνητικής ~ης). ● ΣΥΜΠΛ.: νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία & αναπτυξιακή/ψυχοκινητική (καθ)υστέρηση: ΙΑΤΡ. γενική νοητική ικανότητα σημαντικά χαμηλότερη του μέσου όρου, που συνδυάζεται με διαταραχές στην προσαρμοστική συμπεριφορά και εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης: βαριά/ελαφρά/σοβαρή ~ ~. Ειδική εκπαίδευση ατόμων/παιδιών με ~ ~. Πβ. ιδιωτεία, κατωτερότητα, μειονεξία, μωρία. Βλ. σύνδρομο ντάουν. [< αγγλ. mental retardation, 1901, intellectual disability, γαλλ. retard mental] [< 1: μτγν. ὑστέρησις 2: γαλλ. hystérésis, αγγλ. hysteresis]
54084υστερία[ὑστερία] υ-στε-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. νεύρωση που χαρακτηρίζεται από συναισθηματικά ξεσπάσματα και σωματικά συμπτώματα, όπως είναι η αναστολή διαφόρων λειτουργιών (παράλυση, τύφλωση), για τα οποία δεν υπάρχει οργανική αιτία. Πβ. διαταραχή μετατροπής. 2. (μτφ.) υπερβολική εκδήλωση έντονων συναισθημάτων που γίνεται συνήθ. αδικαιολόγητα και συνοδεύεται από πανικό, νεύρα: εθνικιστική/πολεμική/ρατσιστική ~. ~ τρόμου (= τρομοϋστερία). Εκδηλώσεις/κραυγές/φαινόμενα/φωνές ~ας. ~ του κοινού για το συγκρότημα/τον τραγουδιστή. Με πιάνει/παθαίνω ~. Πβ. παροξυσμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαζική υστερία & (σπάν.) ομαδική υστερία: ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία μεγάλος αριθμός ατόμων παρουσιάζει ίδια σωματικά ή συναισθηματικά συμπτώματα, όπως η ανεξέλεγκτη ακραία συμπεριφορά ή ο παράλογος φόβος, συνήθ. ως αντίδραση σε κάποια κατάσταση: Ο θάνατος της ηθοποιού προκάλεσε ~ ~. Το πλήθος κατελήφθη από ~ ~ στον ήχο της έκρηξης. Πβ. παράκρουση, παραλήρημα. [< αγγλ. mass hysteria, 1934] [< γαλλ. hystérie, αγγλ. hysteria]
54085υστερικός, ή/ιά, ό [ὑστερικός] υ-στε-ρι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υστερία ή που εκδηλώνει υστερική συμπεριφορά: ~ή: νεύρωση. ~ά: συμπτώματα/φαινόμενα.|| ~ές: προσωπικότητες. 2. (μτφ.) που ενεργεί σπασμωδικά, που είναι υπερβολικός ή ανεξέλεγκτος στη συμπεριφορά του: ~ή: αντίδραση. ~ό: παραλήρημα/παραμιλητό. ~ές: εκδηλώσεις/κραυγές. ~ά: γέλια/ξεσπάσματα. Είναι ~ή/(προφ.) ~ιά με την καθαριότητα. Κάνει/κλαίει/φωνάζει σαν ~.|| (ως ουσ., προφ.) Με πιάνει το ~ό μου. ● επίρρ.: υστερικά [< αρχ. ὑστερικός, γαλλ. hystérique, αγγλ. hysteric(al)]
54086υστεροβουλία[ὑστεροβουλία] υ-στε-ρο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σκέψη ή ενέργεια που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος: κομματική/πολιτική ~. Χωρίς ίχνος ~ας. Διακρίνω ~ στις κινήσεις του. Τα δημοσιεύματα κρύβουν ~. ΣΥΝ. ιδιοτέλεια ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια, ανυστεροβουλία [< μτγν. ὑστεροβουλία ‘καθυστερημένη σκέψη ή απόφαση’, γαλλ. arrière-pensée]
54087υστερόβουλος, η, ο [ὑστερόβουλος] υ-στε-ρό-βου-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υστεροβουλία: ~η: κριτική/πολιτική. ~ες: επιδιώξεις/προθέσεις. ~α: κίνητρα.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε αναξιόπιστος και ~. Πβ. συμφεροντολόγος, υπολογιστής, ωφελιμιστής. ΣΥΝ. ιδιοτελής ΑΝΤ. ανιδιοτελής, ανυστερόβουλος ● επίρρ.: υστερόβουλα [< μεσν. υστερόβουλος 'που επανεξετάζει κάτι']
54088υστεροβυζαντινός, ή, ό [ὑστεροβυζαντινός] υ-στε-ρο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροβυζαντινή εποχή: ~ός: ναός. ~ή: εικόνα/εκκλησιαστική αρχιτεκτονική/τέχνη. Βλ. μεσο-, πρωτο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή & υστεροβυζαντινοί χρόνοι: η τελευταία περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1081 ή, κατά άλλους, το 1204 μ.Χ. έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.).
54089υστερογενής, ής, ές [ὑστερογενής] υ-στε-ρο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που εμφανίζεται, συμβαίνει σε μεταγενέστερο στάδιο: (στην κυπριακή διάλεκτο) ~ διπλασιασμός απλών συμφώνων. ~ής: παράδοση. Πβ. ύστερος. Βλ. -γενής. ● επίρρ.: υστερογενώς [-ῶς] [< αρχ. ὑστερογενής]
54090υστερόγραφο

[ὑστερόγραφο] υ-στε-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου}: σύντομη σημείωση που προστίθεται συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά κάτω από το κυρίως κείμενο συνήθ. επιστολής (συντομ. ΥΓ): ~ του άρθρου/βιβλίου. Αντί ~ου. Βλ. επίμετρο. [< γαλλ. post-scriptum, γερμ. Nachschrift, Postskript]

54091υστεροελλαδικός, ή, ό [ὑστεροελλαδικός] υ-στε-ρο-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροελλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροελλαδική εποχή/περιόδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. ΣΥΝ. μυκηναϊκή περίοδος/εποχή
54092υστεροκυκλαδικός, ή, ό [ὑστεροκυκλαδικός] υ-στε-ρο-κυ-κλα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροκυκλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στις Κυκλάδες.
54093υστερολατινικός, ή, ό [ὑστερολατινικός] υ-στε-ρο-λα-τι-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη λατινική γλώσσα της περιόδου από τον 3o ως τον 6ο αι. μ.Χ.
54094υστερομινωικός, ή, ό [ὑστερομινωικός] υ-στε-ρο-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στην τελευταία περίοδο της Χαλκοκρατίας και του μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη (περ. 1600-1100 π.Χ.): ~ός: οικισμός. ~ή: εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-μινωικός. [< αγγλ. Late Minoan]
54095ύστερος, η, ο [ὕστερος] ύ-στε-ρος επίθ. {κ. (λογιότ.) θηλ. υστέρα} (λόγ.): κατοπινός, μεταγενέστερος: ~η: σκέψη. ~ο: έργο/στάδιο. Το θέμα θα αποφασιστεί σε ~ο χρόνο. Πβ. επόμενος.|| (ΙΣΤ.) ~ος: Μεσαίωνας. ~η: αρχαιότητα/περίοδος/φάση (της Χαλκοκρατίας). ~ο: Βυζάντιο. Πβ. όψιμος.|| (λογοτ.) ~ο: φιλί (= στερνό, τελευταίο). Βλ. πρωθ~. ΑΝΤ. πρότερος ● ΦΡ.: εκ των υστέρων: ύστερα από κάτι: ~ ~ αποδείχθηκε ότι ήταν αθώος. ΣΥΝ. αποστεριόρι ΑΝΤ. εκ των προτέρων, τα ύστερα του κόσμου 1. η συντέλεια του κόσμου: Ήρθαν ~ ~. 2. (μτφ.-προφ.) ως επιφωνηματική φράση που εκφράζει έντονη έκπληξη ή αποδοκιμασία: Μα δεν ντρέπεται καθόλου με αυτά που κάνει; ~ ~! [< αρχ. ὕστερος]
54096υστεροσαλπιγγογραφία[ὑστεροσαλπιγγογραφία] υ-στε-ρο-σαλ-πιγ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση της μήτρας και των σαλπίγγων με ακτίνες Χ, στην οποία χρησιμοποιείται ειδική χρωστική ουσία ορατή στις ακτίνες Χ. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. hysterosalpingography (HSG), γαλλ. hystérosalpingographie]
54097υστεροσκόπηση[ὑστεροσκόπηση] υ-στε-ρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση της ενδομήτριας κοιλότητας με τη βοήθεια υστεροσκοπίου, το οποίο εισάγεται στο ενδομήτριο μέσω του κόλπου και του τραχήλου: διαγνωστική/επεμβατική ~. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. hysteroscopy, γαλλ. hystéroscopie]
54098υστεροσκοπικός, ή, ό [ὑστεροσκοπικός] υ-στε-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υστεροσκόπηση: ~ή: αφαίρεση (όγκου/πολύποδα)/χειρουργική. Βλ. ενδο-, λαπαρο-σκοπικός. ● επίρρ.: υστεροσκοπικά [< αγγλ. hysteroscopic, γαλλ. hysteroscopique]
54099υστεροσκόπιο[ὑστεροσκόπιο] υ-στε-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μητροσκόπιο. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. hystéroscope, αγγλ. hysteroscope]
54100υστεροτοκία[ὑστεροτοκία] υ-στε-ρο-το-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξαγωγή του πλακούντα και των υμένων που βρίσκονται στη μήτρα αμέσως μετά τον τοκετό με φυσικό ή τεχνητό τρόπο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.