| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54101 | υστερότοκος | , η, ο [ὑστερότοκος] υ-στε-ρό-το-κος επίθ.: που γεννιέται τελευταίος σε μια οικογένεια: ~ος: γιος. ~ο: παιδί. Πβ. βενιαμίν, στερνο-παίδι, -πούλι. Βλ. δευτερότοκος, -τοκος. ΑΝΤ. πρωτότοκος [< μεσν. υστερότοκος] | |
| 54102 | υστεροφημία | [ὑστεροφημία] υ-στε-ρο-φη-μί-α ουσ. (θηλ.): η καλή φήμη που εξασφαλίζει κάποιος μετά θάνατον: Ενδιαφέρεται για την ~ του. Με αυτή του την πράξη κέρδισε την ~. ΣΥΝ. αθανασία (2) [< μτγν. ὑστεροφημία] | |
| 54103 | υστερόχρονος | , η, ο [ὑστερόχρονος] υ-στε-ρό-χρο-νος επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: υστερόχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι μια ενέργεια έπεται χρονικά μιας άλλης: Η δευτερεύουσα χρονική πρόταση δηλώνει το ~ σε σχέση με το ρήμα της κύριας. Βλ. -χρονος. ΑΝΤ. προτερόχρονο [< μτγν. ὑστερόχρονος] | |
| 54104 | υστερώ | [ὑστερῶ] υ-στε-ρώ ρ. (αμτβ.) {υστερ-είς ... | υστέρ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ών, -ήσας, -ώντας} 1. είμαι κατώτερος ως προς κάτι σε σχέση με κάποιον άλλο, μειονεκτώ: ~ συγκριτικά με ... ~εί του αντιπάλου του σε ικανότητες. Ο νέος διευθυντής δεν ~εί σε τίποτα από τους προκατόχους του. Νοητικά ~ούντα άτομα (βλ. νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση). (ΑΘΛ.) Από τους νικητές δεν υπάρχουν ~ήσαντες. Πβ. υπολείπομαι. 2. δεν διαθέτω κάτι σε αρκετό βαθμό, είμαι ελλιπής: είναι καλός στα προφορικά, αλλά ~εί κάπως/λιγάκι στα γραπτά. [< αρχ. ὑστερῶ] | |
| 54108 | υττέρβιο | [ὑττέρβιο] υτ-τέρ-βι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) υτέρβιο: ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Yb, Z 70), το οποίο σχηματίζει ενώσεις παρόμοιες με αυτές του υττρίου. Βλ. γαδολίνιο, δημήτριο, τέρβιο. [< νεολατ. ytterbium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö] | |
| 54109 | ύττριο | [ὕττριο] ύτ-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {υττρίου} & ύτριο: ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Υ, Z 39), το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή υπεραγώγιμων κραμάτων και μαγνητών. Βλ. δημήτριο, υττέρβιο. [< νεολατ. yttrium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö] | |
| 54110 | ΥΥ | (η): Υδρογραφική Υπηρεσία. | |
| 54112 | υφ' | βλ. υπό | |
| 54111 | υφ. | (συντομ.): υφυπουργός. | |
| 54113 | ΥΦΑ | (το): Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο. | |
| 54114 | υφάδι | [ὑφάδι] υ-φά-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) φάδι: τα νήματα ενός υφαντού που πλέκονται κάθετα προς το στημόνι και την ούγια. Βλ. αργαλειός. [< μεσν. υφάδι(ο)ν] | |
| 54115 | υφαίνω | [ὑφαίνω] υ-φαί-νω ρ. (μτβ.) {ύφα-να, υφά-νω, -νθηκε, -νθεί, -σμένος, υφαίν-οντας} 1. φτιάχνω ύφασμα πλέκοντας νήματα συνήθ. σε υφαντική μηχανή: ~ουν χαλιά. ~σμένο: υλικό (βλ. πυκνοϋφασμένος).|| (κατ' επέκτ.) Η αράχνη ~ει τον ιστό της. 2. (μτφ.) οργανώνω κάτι με μυστικό και ύπουλο τρόπο: Το σχέδιο ~εται πίσω από την πλάτη τους. Βλ. συν~. ΣΥΝ. εξυφαίνω (1) 3. (μτφ.) συνθέτω: Το μυθιστόρημα ~εται γύρω από ένα υπαρκτό πρόσωπο. ΣΥΝ. εξυφαίνω (2), πλέκω (3) [< αρχ. ὑφαίνω] | |
| 54117 | υφάκι | βλ. ύφος | |
| 54118 | ύφαλα | [ὕφαλα] ύ-φα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {υφάλων}: ΝΑΥΤ. το τμήμα του πλοίου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, κάτω από την ίσαλο γραμμή: ρήγμα στα ~. Βλ. ίσαλα. ΑΝΤ. έξαλα [< μτγν. ὕφαλα] | |
| 54119 | υφάλμυρος | , η, ο [ὑφάλμυρος] υ-φάλ-μυ-ρος επίθ. (λόγ.): ελαφρώς αλμυρός, που αποτελεί μείγμα γλυκού και αλμυρού νερού: ~η: γεύση. ΣΥΝ. αλμυρούτσικος.|| ~η: λίμνη. ~ο: έλος/περιβάλλον. ~α: ποτάμια. Αφαλάτωση ~ου νερού. ΣΥΝ. γλυφός [< μτγν. ὑφάλμυρος] | |
| 54120 | υφαλμύρωση | [ὑφαλμύρωση] υ-φαλ-μύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & υφαλμύρι(ν)ση & (σπάν.) υφαλμύρυνση (επιστ.): αύξηση της περιεκτικότητας κυρ. του νερού ή του χώματος σε αλάτι: ~ των υπόγειων υδάτων (: εισροή θαλάσσιου νερού στους υπόγειους υδροφορείς). Βλ. αλατότητα. [< αγγλ. salinization, 1926, γαλλ. σαλινισατιον, 1976] | |
| 54121 | υφαλοκρηπίδα | [ὑφαλοκρηπίδα] υ-φα-λο-κρη-πί-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. -ΝΟΜ. τμήμα του θαλάσσιου βυθού ενός κράτους που αποτελεί ομαλή προέκταση των ακτών ηπειρωτικών ή νησιωτικών περιοχών του έξω από τα χωρικά ύδατα και μέχρι 200 μέτρα βάθος, στο οποίο το κράτος μπορεί να ασκεί αποκλειστική εκμετάλλευση: οριοθέτηση/προέκταση της ~ας. Διαπραγματεύσεις (γειτονικών χωρών) για την ~. Βλ. αιγιαλίτιδα ζώνη, ΑΟΖ. ΣΥΝ. κρηπίδα (2) [< γαλλ. plateau continental, αγγλ. continental shelf, 1892] | |
| 54122 | ύφαλος | [ὕφαλος] ύ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. βραχώδης ή κοραλλιογενής ανύψωση του πυθμένα της θάλασσας, η οποία έχει μικρή έκταση και δεν εξέχει από την επιφάνεια του νερού, με αποτέλεσμα να αποτελεί κίνδυνο για τα πλωτά μέσα: τεχνητός ~. Το πλοίο προσέκρουσε σε ~ο. Πβ. ξέρα, πάγκος. Βλ. σκόπελος. 2. (μτφ.) εμπόδιο το οποίο συνήθ. δεν είναι εμφανές ή άμεσα αντιληπτό: Κατάφερε να ξεπεράσει τον ~ο της χρεοκοπίας. [< αρχ. ὕφαλος] | |
| 54123 | ύφαλος | , η, ο [ὕφαλος] ύ-φα-λος επίθ. (επιστ.): που είναι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας: ~ες: επιχώσεις/κατασκευές. Βλ. υποβρύχιος, υποθαλάσσιος. [< αρχ. ὕφαλος ‘υποθαλάσσιος, κρυφός’] | |
| 54124 | ύφανση | [ὕφανση] ύ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία για την κατασκευή υφάσματος με πλέξη των νημάτων· συνεκδ. ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η πλέξη: ~ του χαλιού. Βλ. αργαλειός.|| Απλή/αραιή/δικτυωτή/λεπτή/πυκνή/σφιχτή ~. Πβ. υφή. Βλ. συν~. 2. (μτφ.-λογοτ.) σύνθεση: ~ του κειμένου/λόγου. [< 1: μτγν. ὕφανσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ