| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54113 | ΥΦΑ | (το): Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο. | |
| 54114 | υφάδι | [ὑφάδι] υ-φά-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) φάδι: τα νήματα ενός υφαντού που πλέκονται κάθετα προς το στημόνι και την ούγια. Βλ. αργαλειός. [< μεσν. υφάδι(ο)ν] | |
| 54115 | υφαίνω | [ὑφαίνω] υ-φαί-νω ρ. (μτβ.) {ύφα-να, υφά-νω, -νθηκε, -νθεί, -σμένος, υφαίν-οντας} 1. φτιάχνω ύφασμα πλέκοντας νήματα συνήθ. σε υφαντική μηχανή: ~ουν χαλιά. ~σμένο: υλικό (βλ. πυκνοϋφασμένος).|| (κατ' επέκτ.) Η αράχνη ~ει τον ιστό της. 2. (μτφ.) οργανώνω κάτι με μυστικό και ύπουλο τρόπο: Το σχέδιο ~εται πίσω από την πλάτη τους. Βλ. συν~. ΣΥΝ. εξυφαίνω (1) 3. (μτφ.) συνθέτω: Το μυθιστόρημα ~εται γύρω από ένα υπαρκτό πρόσωπο. ΣΥΝ. εξυφαίνω (2), πλέκω (3) [< αρχ. ὑφαίνω] | |
| 54117 | υφάκι | βλ. ύφος | |
| 54118 | ύφαλα | [ὕφαλα] ύ-φα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {υφάλων}: ΝΑΥΤ. το τμήμα του πλοίου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, κάτω από την ίσαλο γραμμή: ρήγμα στα ~. Βλ. ίσαλα. ΑΝΤ. έξαλα [< μτγν. ὕφαλα] | |
| 54119 | υφάλμυρος | , η, ο [ὑφάλμυρος] υ-φάλ-μυ-ρος επίθ. (λόγ.): ελαφρώς αλμυρός, που αποτελεί μείγμα γλυκού και αλμυρού νερού: ~η: γεύση. ΣΥΝ. αλμυρούτσικος.|| ~η: λίμνη. ~ο: έλος/περιβάλλον. ~α: ποτάμια. Αφαλάτωση ~ου νερού. ΣΥΝ. γλυφός [< μτγν. ὑφάλμυρος] | |
| 54120 | υφαλμύρωση | [ὑφαλμύρωση] υ-φαλ-μύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & υφαλμύρι(ν)ση & (σπάν.) υφαλμύρυνση (επιστ.): αύξηση της περιεκτικότητας κυρ. του νερού ή του χώματος σε αλάτι: ~ των υπόγειων υδάτων (: εισροή θαλάσσιου νερού στους υπόγειους υδροφορείς). Βλ. αλατότητα. [< αγγλ. salinization, 1926, γαλλ. σαλινισατιον, 1976] | |
| 54121 | υφαλοκρηπίδα | [ὑφαλοκρηπίδα] υ-φα-λο-κρη-πί-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. -ΝΟΜ. τμήμα του θαλάσσιου βυθού ενός κράτους που αποτελεί ομαλή προέκταση των ακτών ηπειρωτικών ή νησιωτικών περιοχών του έξω από τα χωρικά ύδατα και μέχρι 200 μέτρα βάθος, στο οποίο το κράτος μπορεί να ασκεί αποκλειστική εκμετάλλευση: οριοθέτηση/προέκταση της ~ας. Διαπραγματεύσεις (γειτονικών χωρών) για την ~. Βλ. αιγιαλίτιδα ζώνη, ΑΟΖ. ΣΥΝ. κρηπίδα (2) [< γαλλ. plateau continental, αγγλ. continental shelf, 1892] | |
| 54122 | ύφαλος | [ὕφαλος] ύ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. βραχώδης ή κοραλλιογενής ανύψωση του πυθμένα της θάλασσας, η οποία έχει μικρή έκταση και δεν εξέχει από την επιφάνεια του νερού, με αποτέλεσμα να αποτελεί κίνδυνο για τα πλωτά μέσα: τεχνητός ~. Το πλοίο προσέκρουσε σε ~ο. Πβ. ξέρα, πάγκος. Βλ. σκόπελος. 2. (μτφ.) εμπόδιο το οποίο συνήθ. δεν είναι εμφανές ή άμεσα αντιληπτό: Κατάφερε να ξεπεράσει τον ~ο της χρεοκοπίας. [< αρχ. ὕφαλος] | |
| 54123 | ύφαλος | , η, ο [ὕφαλος] ύ-φα-λος επίθ. (επιστ.): που είναι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας: ~ες: επιχώσεις/κατασκευές. Βλ. υποβρύχιος, υποθαλάσσιος. [< αρχ. ὕφαλος ‘υποθαλάσσιος, κρυφός’] | |
| 54124 | ύφανση | [ὕφανση] ύ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία για την κατασκευή υφάσματος με πλέξη των νημάτων· συνεκδ. ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η πλέξη: ~ του χαλιού. Βλ. αργαλειός.|| Απλή/αραιή/δικτυωτή/λεπτή/πυκνή/σφιχτή ~. Πβ. υφή. Βλ. συν~. 2. (μτφ.-λογοτ.) σύνθεση: ~ του κειμένου/λόγου. [< 1: μτγν. ὕφανσις] | |
| 54125 | υφάνσιμος | , η, ο [ὑφάνσιμος] υ-φάν-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να υφανθεί: ~ες: ίνες/ύλες. ~α: είδη.|| (ως ουσ., για κατηγορία υφασμάτων) Υφαντά, πλεκτά, μη ~α. | |
| 54126 | υφαντήριο | [ὑφαντήριο] υ-φα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): υφαντουργείο: παραδοσιακό ~. Βλ. κλωστήριο, -τήριο. ΣΥΝ. υφαντουργία (2) | |
| 54127 | υφαντικός | , ή, ό [ὑφαντικός] υ-φα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υφάντρα ή στην ύφανση: ~ή: τέχνη. ~ό: εργαλείο. ~ές: βιομηχανίες/ίνες/μηχανές/ύλες (: βαμβάκι, μαλλί, μετάξι). ~ά: βάρη (: πήλινα βάρη όρθιου αργαλειού που κρατούν τεντωμένες τις κλωστές)/προϊόντα. ● Ουσ.: υφαντική (η): η τέχνη της ύφανσης: λαϊκή/παραδοσιακή ~. Βλ. κλωστ-, πλεκτ-, ραπτ-ική. ● ΣΥΜΠΛ.: υφαντικός ιστός βλ. ιστός [< αρχ. ὑφαντικός] | |
| 54128 | υφαντός | , ή, ό [ὑφαντός] υ-φα-ντός επίθ.: που έχει υφανθεί, που έχει φτιαχτεί στον αργαλειό: ~ή: επένδυση/κουβέρτα (βλ. μπατανία)/πετσέτα/ποδιά/τσάντα (βλ. ταγάρι). ~ό: σεντόνι/τραπεζομάντιλο. ~ές: ετικέτες/κουρτίνες. ~ά: χαλιά (= κιλίμια). Ζώνη από ~ό ύφασμα. ● Ουσ.: υφαντό (το): υφασμάτινο είδος κατασκευασμένο στον αργαλειό: μάλλινο/πολύχρωμο/χειροποίητο/χοντρό ~. Παραδοσιακά ~ά. Βιοτεχνία/έκθεση/εργαστήριο ~ών. [< αρχ. ὑφαντός] | |
| 54129 | υφαντουργείο | [ὑφαντουργεῖο] υ-φα-ντουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή εργοστασιακή μονάδα παραγωγής υφασμάτων. Βλ. κλωστοϋφαντουργείο. ΣΥΝ. υφαντήριο [< γαλλ. tissage] | |
| 54130 | υφαντουργία | [ὑφαντουργία] υ-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. η υφαντική τέχνη και τεχνική· κατ' επέκτ. ο βιοτεχνικός ή βιομηχανικός κλάδος κατασκευής υφασμάτων: παραδοσιακή ~. Εργοστάσιο ~ας.|| Ελληνική ~. Βλ. ερι-, κλωστοϋφαντ-, μεταξοϋφαντ-, νηματ-ουργία. 2. υφαντουργείο: Εργάζεται σε ~. ΣΥΝ. υφαντήριο | |
| 54131 | υφαντουργικός | , ή, ό [ὑφαντουργικός] υ-φα-ντουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υφαντουργία: ~ή: βιομηχανία. ~ές: εξαγωγές/ίνες. ~ά: είδη/νήματα/προϊόντα/υλικά. | |
| 54132 | υφαντουργός | [ὑφαντουργός] υ-φα-ντουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την υφαντική ή ιδιοκτήτης υφαντουργείου. Βλ. -ουργός1. [< μεσν. υφαντουργός] | |
| 54133 | υφάντρα | [ὑφάντρα] υ-φά-ντρα ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. υφαντής} & (λόγ.) υφάντρια 1. γυναίκα που χειρίζεται υφαντική μηχανή, που ειδικεύεται στην τέχνη της υφαντουργίας. Βλ. κεντήστρα, υφαντουργός. 2. ΟΡΝΙΘ. σακουλοπαπαδίτσα. [< μτγν. ὑφάντρια, αρχ. ὑφάντης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ