Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54620-54640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54125υφάνσιμος, η, ο [ὑφάνσιμος] υ-φάν-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να υφανθεί: ~ες: ίνες/ύλες. ~α: είδη.|| (ως ουσ., για κατηγορία υφασμάτων) Υφαντά, πλεκτά, μη ~α.
54126υφαντήριο[ὑφαντήριο] υ-φα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): υφαντουργείο: παραδοσιακό ~. Βλ. κλωστήριο, -τήριο. ΣΥΝ. υφαντουργία (2)
54127υφαντικός, ή, ό [ὑφαντικός] υ-φα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υφάντρα ή στην ύφανση: ~ή: τέχνη. ~ό: εργαλείο. ~ές: βιομηχανίες/ίνες/μηχανές/ύλες (: βαμβάκι, μαλλί, μετάξι). ~ά: βάρη (: πήλινα βάρη όρθιου αργαλειού που κρατούν τεντωμένες τις κλωστές)/προϊόντα. ● Ουσ.: υφαντική (η): η τέχνη της ύφανσης: λαϊκή/παραδοσιακή ~. Βλ. κλωστ-, πλεκτ-, ραπτ-ική. ● ΣΥΜΠΛ.: υφαντικός ιστός βλ. ιστός [< αρχ. ὑφαντικός]
54128υφαντός, ή, ό [ὑφαντός] υ-φα-ντός επίθ.: που έχει υφανθεί, που έχει φτιαχτεί στον αργαλειό: ~ή: επένδυση/κουβέρτα (βλ. μπατανία)/πετσέτα/ποδιά/τσάντα (βλ. ταγάρι). ~ό: σεντόνι/τραπεζομάντιλο. ~ές: ετικέτες/κουρτίνες. ~ά: χαλιά (= κιλίμια). Ζώνη από ~ό ύφασμα. ● Ουσ.: υφαντό (το): υφασμάτινο είδος κατασκευασμένο στον αργαλειό: μάλλινο/πολύχρωμο/χειροποίητο/χοντρό ~. Παραδοσιακά ~ά. Βιοτεχνία/έκθεση/εργαστήριο ~ών. [< αρχ. ὑφαντός]
54129υφαντουργείο[ὑφαντουργεῖο] υ-φα-ντουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή εργοστασιακή μονάδα παραγωγής υφασμάτων. Βλ. κλωστοϋφαντουργείο. ΣΥΝ. υφαντήριο [< γαλλ. tissage]
54130υφαντουργία[ὑφαντουργία] υ-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. η υφαντική τέχνη και τεχνική· κατ' επέκτ. ο βιοτεχνικός ή βιομηχανικός κλάδος κατασκευής υφασμάτων: παραδοσιακή ~. Εργοστάσιο ~ας.|| Ελληνική ~. Βλ. ερι-, κλωστοϋφαντ-, μεταξοϋφαντ-, νηματ-ουργία. 2. υφαντουργείο: Εργάζεται σε ~. ΣΥΝ. υφαντήριο
54131υφαντουργικός, ή, ό [ὑφαντουργικός] υ-φα-ντουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υφαντουργία: ~ή: βιομηχανία. ~ές: εξαγωγές/ίνες. ~ά: είδη/νήματα/προϊόντα/υλικά.
54132υφαντουργός[ὑφαντουργός] υ-φα-ντουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την υφαντική ή ιδιοκτήτης υφαντουργείου. Βλ. -ουργός1. [< μεσν. υφαντουργός]
54133υφάντρα[ὑφάντρα] υ-φά-ντρα ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. υφαντής} & (λόγ.) υφάντρια 1. γυναίκα που χειρίζεται υφαντική μηχανή, που ειδικεύεται στην τέχνη της υφαντουργίας. Βλ. κεντήστρα, υφαντουργός. 2. ΟΡΝΙΘ. σακουλοπαπαδίτσα. [< μτγν. ὑφάντρια, αρχ. ὑφάντης]
54134υφαρπαγή[ὑφαρπαγή] υ-φαρ-πα-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υφαρπάζω: ~ γης. ~ της εξουσίας/υπογραφής/(ΝΟΜ.) ψευδούς βεβαίωσης/της ψήφου. Πβ. υποκλοπή. [< μτγν. ὑφαρπαγή]
54135υφαρπάζω[ὑφαρπάζω] υ-φαρ-πά-ζω ρ. (μτβ.) {υφάρπα-ξε (λόγ. υφήρπασε), υφαρπά-χθηκε, υφαρπάζ-οντας} (επίσ.): αποσπώ κάτι από κάποιον με απάτη ή πονηρό τρόπο: ~ξε την ψήφο του λαού με προεκλογικές υποσχέσεις. Εκβίασε τους συνεργάτες του για να ~ξει τη συγκατάθεσή/την υπογραφή τους. Πβ. υποκλέπτω. [< αρχ. ὑφαρπάζω]
54136ύφασμα[ὕφασμα] ύ-φα-σμα ουσ. (ουδ.) {υφάσμ-ατος | -ατα, -άτων} : υλικό που κατασκευάζεται από φυσικές ή τεχνητές ίνες, οι οποίες πλέκονται κάθετα μεταξύ τους σε αργαλειό ή υφαντική μηχανή: αδιάβροχο/ανθεκτικό/αντιανεμικό/βαμβακερό/γυαλιστερό/ελαστικό/καρό/κεντητό/λινό/μάλλινο/μεταξωτό (βλ. σαντούκ)/πλαστικοποιημένο/πολύχρωμο/ριγέ/σατέν/σενίλ/σταθερό/σταμπωτό/συνθετικό/υποαλλεργικό/χνουδωτό ~. ~ γιούτας (βλ. λινόλεουμ). Ανακυκλωμένα/οργανικά/πολύτιμα/χημικά ~ατα. ~ατα ενδυμάτων/επιπλώσεων/για κουρτίνες. Ένα κομμάτι ~. Μπλούζα/φούστα από μαλακό ~. Λωρίδα/μαρκαδόρος/τόπι ~ατος. Εμπόριο/τεχνολογία ~άτων. Ζωγραφική/σχέδιο σε ~. ~ με το μέτρο. ● Υποκ.: υφασματάκι (το) [< αρχ. ὕφασμα]
54137υφασματέμπορος[ὑφασματέμπορος] υ-φα-σμα-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) υφασματέμπορας: πρόσωπο που εμπορεύεται υφάσματα. Βλ. -έμπορος.
54138υφασμάτινος, η, ο [ὑφασμάτινος] υ-φα-σμά-τι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από ύφασμα: ~ος: καναπές. ~η: βαλίτσα/επένδυση/ζώνη/θήκη/πετσέτα/ταινία/ταπετσαρία/τσάντα/φόδρα. ~ο: κάλυμμα/καπέλο/παντελόνι/σαλόνι. ~ες: κορδέλες/κουρτίνες. ~α: γάντια/είδη/λουλούδια. Αυτοκίνητο με ~η οροφή (βλ. κάμπριο). Πβ. πάνινος. Βλ. -ινος.
54139υφέν[ὑφέν] υ-φέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΓΡΑΜΜ. (παλαιότ.) σύμβολο σε σχήμα τοξοειδούς καμπύλης που σημειώνεται κάτω από δύο διαδοχικά φωνήεντα για να δηλώσει την ύπαρξη συνίζησης. 2. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) καμπύλη γραμμή που ενώνει δύο φθογγόσημα της ίδιας οξύτητας, με αποτέλεσμα να αθροίζεται η αξία τους και να εκτελούνται σαν ένας φθόγγος. Βλ. σύζευξη. [< μτγν. ὑφέν, αγγλ. hyphen]
54140υφέρπει[ὑφέρπει] υ-φέρ-πει ρ. (αμτβ.) {σπάν. παρατ. υφείρπε} (λόγ.): εξαπλώνεται, διαδίδεται με λανθάνοντα και συχνά ύπουλο τρόπο: ~ η αίσθηση .../ο κίνδυνος κλιμάκωσης της έντασης. Πβ. υποβόσκει, υπολανθάνει. [< αρχ. ὑφέρπω]
54141υφέρπων, ουσα, ον [ὑφέρπων] υ-φέρ-πων επίθ. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που υφέρπει: ~ων: ρατσισμός/φασισμός. ~ουσα: κρίση/φήμη. Πβ. υποβόσκων, (υπο)λανθάνων.
54142ύφεση[ὕφεση] ύ-φε-ση ουσ. (θηλ.) 1. περιορισμός της έντασης μιας αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της κακοκαιρίας. ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Η πυρκαγιά είναι σε ~. Πβ. κάμψη, μετριασμός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της γρίπης/νόσου (: προσωρινή, μερική ή πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων). Η επιδημία παρουσίασε ~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Βαρομετρική ~ (: περιοχή χαμηλής βαρομετρικής πίεσης. Πβ. κυκλώνας, χαμηλό βαρομετρικό). ΑΝΤ. έξαρση (1) 2. ΟΙΚΟΝ. μείωση συνήθ. οικονομικών μεγεθών: διεθνής/οικονομική ~. Εποχή ~ης. Η χώρα διέρχεται/περνά περίοδο ~ης/βρίσκεται σε στάδιο ~ης. Ο τουρισμός είναι σε φάση ~ης. Πβ. πτώση. Βλ. ανάκαμψη. 3. ΜΟΥΣ. (σύμβ. b) αλλοίωση που χαμηλώνει κατά ένα χρωματικό ημιτόνιο τον μουσικό φθόγγο αριστερά από τον οποίο τοποθετείται το σχετικό σύμβολο: διπλή ~. Λα ~. ΣΥΝ. μπεμόλ ΑΝΤ. δίεση (1) [< μτγν. ὕφεσις ‘χαλάρωση, υποχώρηση, ελάττωση’, γαλλ. dépression, détente]
54143υφεσιακός, ή, ό [ὑφεσιακός] υ-φε-σι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την οικονομική κυρ. ύφεση: ~ή: κατάσταση/πολιτική/πορεία (της οικονομίας). ~ό: περιβάλλον (των διεθνών αγορών). ~ά: μέτρα.
54144υφή[ὑφή] υ-φή ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος πλέξης των ινών ενός υφάσματος: πυκνή ~. Πβ. ύφανση. 2. τρόπος διάταξης των μορίων ενός σώματος ή των κυττάρων ενός οργανισμού, σύσταση: ~ του ξύλου/χαρτιού. ~ του εδάφους/των πετρωμάτων.|| ~ του δέρματος. 3. αίσθηση που προκαλείται μέσω της αφής ή της γεύσης: απαλή/βελούδινη/κρεμώδης/τραχιά ~. Τρόφιμα με κολλώδη ~. Μαλλιά με άγρια ~.|| Ινώδης/μαστιχωτή ~. 4. (μτφ.) τρόπος σύνθεσης ενός λογοτεχνικού κυρ. κειμένου· γενικότ. τρόπος διάρθρωσης των επιμέρους στοιχείων ενός συνόλου, που του προσδίδουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του: ~ του λόγου/μυθιστορήματος. ~ της ιστορίας/πλοκής.|| ~ της γνώσης/των ονείρων. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτή υφή: ΦΥΣ. ΠΥΡ. (στη φασματοσκοπία) διαχωρισμός μιας φασματικής γραμμής σε δύο ή περισσότερες σχεδόν όμοιες επιμέρους γραμμές, οι οποίες γίνονται ορατές μόνο με τεχνική υψηλής ανάλυσης: σταθερά ~ής ~ής (: μετρά τη δύναμη με την οποία αλληλεπιδρούν τα υποατομικά σωματίδια). Βλ. υπέρλεπτος. [< αγγλ. fine structure, 1935] [< αρχ. ὑφή ‘ύφασμα, ιστός αράχνης’, γαλλ. texture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.