| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54134 | υφαρπαγή | [ὑφαρπαγή] υ-φαρ-πα-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υφαρπάζω: ~ γης. ~ της εξουσίας/υπογραφής/(ΝΟΜ.) ψευδούς βεβαίωσης/της ψήφου. Πβ. υποκλοπή. [< μτγν. ὑφαρπαγή] | |
| 54135 | υφαρπάζω | [ὑφαρπάζω] υ-φαρ-πά-ζω ρ. (μτβ.) {υφάρπα-ξε (λόγ. υφήρπασε), υφαρπά-χθηκε, υφαρπάζ-οντας} (επίσ.): αποσπώ κάτι από κάποιον με απάτη ή πονηρό τρόπο: ~ξε την ψήφο του λαού με προεκλογικές υποσχέσεις. Εκβίασε τους συνεργάτες του για να ~ξει τη συγκατάθεσή/την υπογραφή τους. Πβ. υποκλέπτω. [< αρχ. ὑφαρπάζω] | |
| 54136 | ύφασμα | [ὕφασμα] ύ-φα-σμα ουσ. (ουδ.) {υφάσμ-ατος | -ατα, -άτων} : υλικό που κατασκευάζεται από φυσικές ή τεχνητές ίνες, οι οποίες πλέκονται κάθετα μεταξύ τους σε αργαλειό ή υφαντική μηχανή: αδιάβροχο/ανθεκτικό/αντιανεμικό/βαμβακερό/γυαλιστερό/ελαστικό/καρό/κεντητό/λινό/μάλλινο/μεταξωτό (βλ. σαντούκ)/πλαστικοποιημένο/πολύχρωμο/ριγέ/σατέν/σενίλ/σταθερό/σταμπωτό/συνθετικό/υποαλλεργικό/χνουδωτό ~. ~ γιούτας (βλ. λινόλεουμ). Ανακυκλωμένα/οργανικά/πολύτιμα/χημικά ~ατα. ~ατα ενδυμάτων/επιπλώσεων/για κουρτίνες. Ένα κομμάτι ~. Μπλούζα/φούστα από μαλακό ~. Λωρίδα/μαρκαδόρος/τόπι ~ατος. Εμπόριο/τεχνολογία ~άτων. Ζωγραφική/σχέδιο σε ~. ~ με το μέτρο. ● Υποκ.: υφασματάκι (το) [< αρχ. ὕφασμα] | |
| 54137 | υφασματέμπορος | [ὑφασματέμπορος] υ-φα-σμα-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) υφασματέμπορας: πρόσωπο που εμπορεύεται υφάσματα. Βλ. -έμπορος. | |
| 54138 | υφασμάτινος | , η, ο [ὑφασμάτινος] υ-φα-σμά-τι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από ύφασμα: ~ος: καναπές. ~η: βαλίτσα/επένδυση/ζώνη/θήκη/πετσέτα/ταινία/ταπετσαρία/τσάντα/φόδρα. ~ο: κάλυμμα/καπέλο/παντελόνι/σαλόνι. ~ες: κορδέλες/κουρτίνες. ~α: γάντια/είδη/λουλούδια. Αυτοκίνητο με ~η οροφή (βλ. κάμπριο). Πβ. πάνινος. Βλ. -ινος. | |
| 54139 | υφέν | [ὑφέν] υ-φέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΓΡΑΜΜ. (παλαιότ.) σύμβολο σε σχήμα τοξοειδούς καμπύλης που σημειώνεται κάτω από δύο διαδοχικά φωνήεντα για να δηλώσει την ύπαρξη συνίζησης. 2. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) καμπύλη γραμμή που ενώνει δύο φθογγόσημα της ίδιας οξύτητας, με αποτέλεσμα να αθροίζεται η αξία τους και να εκτελούνται σαν ένας φθόγγος. Βλ. σύζευξη. [< μτγν. ὑφέν, αγγλ. hyphen] | |
| 54140 | υφέρπει | [ὑφέρπει] υ-φέρ-πει ρ. (αμτβ.) {σπάν. παρατ. υφείρπε} (λόγ.): εξαπλώνεται, διαδίδεται με λανθάνοντα και συχνά ύπουλο τρόπο: ~ η αίσθηση .../ο κίνδυνος κλιμάκωσης της έντασης. Πβ. υποβόσκει, υπολανθάνει. [< αρχ. ὑφέρπω] | |
| 54141 | υφέρπων | , ουσα, ον [ὑφέρπων] υ-φέρ-πων επίθ. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που υφέρπει: ~ων: ρατσισμός/φασισμός. ~ουσα: κρίση/φήμη. Πβ. υποβόσκων, (υπο)λανθάνων. | |
| 54142 | ύφεση | [ὕφεση] ύ-φε-ση ουσ. (θηλ.) 1. περιορισμός της έντασης μιας αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της κακοκαιρίας. ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Η πυρκαγιά είναι σε ~. Πβ. κάμψη, μετριασμός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της γρίπης/νόσου (: προσωρινή, μερική ή πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων). Η επιδημία παρουσίασε ~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Βαρομετρική ~ (: περιοχή χαμηλής βαρομετρικής πίεσης. Πβ. κυκλώνας, χαμηλό βαρομετρικό). ΑΝΤ. έξαρση (1) 2. ΟΙΚΟΝ. μείωση συνήθ. οικονομικών μεγεθών: διεθνής/οικονομική ~. Εποχή ~ης. Η χώρα διέρχεται/περνά περίοδο ~ης/βρίσκεται σε στάδιο ~ης. Ο τουρισμός είναι σε φάση ~ης. Πβ. πτώση. Βλ. ανάκαμψη. 3. ΜΟΥΣ. (σύμβ. b) αλλοίωση που χαμηλώνει κατά ένα χρωματικό ημιτόνιο τον μουσικό φθόγγο αριστερά από τον οποίο τοποθετείται το σχετικό σύμβολο: διπλή ~. Λα ~. ΣΥΝ. μπεμόλ ΑΝΤ. δίεση (1) [< μτγν. ὕφεσις ‘χαλάρωση, υποχώρηση, ελάττωση’, γαλλ. dépression, détente] | |
| 54143 | υφεσιακός | , ή, ό [ὑφεσιακός] υ-φε-σι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την οικονομική κυρ. ύφεση: ~ή: κατάσταση/πολιτική/πορεία (της οικονομίας). ~ό: περιβάλλον (των διεθνών αγορών). ~ά: μέτρα. | |
| 54144 | υφή | [ὑφή] υ-φή ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος πλέξης των ινών ενός υφάσματος: πυκνή ~. Πβ. ύφανση. 2. τρόπος διάταξης των μορίων ενός σώματος ή των κυττάρων ενός οργανισμού, σύσταση: ~ του ξύλου/χαρτιού. ~ του εδάφους/των πετρωμάτων.|| ~ του δέρματος. 3. αίσθηση που προκαλείται μέσω της αφής ή της γεύσης: απαλή/βελούδινη/κρεμώδης/τραχιά ~. Τρόφιμα με κολλώδη ~. Μαλλιά με άγρια ~.|| Ινώδης/μαστιχωτή ~. 4. (μτφ.) τρόπος σύνθεσης ενός λογοτεχνικού κυρ. κειμένου· γενικότ. τρόπος διάρθρωσης των επιμέρους στοιχείων ενός συνόλου, που του προσδίδουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του: ~ του λόγου/μυθιστορήματος. ~ της ιστορίας/πλοκής.|| ~ της γνώσης/των ονείρων. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτή υφή: ΦΥΣ. ΠΥΡ. (στη φασματοσκοπία) διαχωρισμός μιας φασματικής γραμμής σε δύο ή περισσότερες σχεδόν όμοιες επιμέρους γραμμές, οι οποίες γίνονται ορατές μόνο με τεχνική υψηλής ανάλυσης: σταθερά ~ής ~ής (: μετρά τη δύναμη με την οποία αλληλεπιδρούν τα υποατομικά σωματίδια). Βλ. υπέρλεπτος. [< αγγλ. fine structure, 1935] [< αρχ. ὑφή ‘ύφασμα, ιστός αράχνης’, γαλλ. texture] | |
| 54145 | υφηγεσία | [ὑφηγεσία] υ-φη-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ο τίτλος του υφηγητή· συνεκδ. η επιστημονική εργασία που υπέβαλε κάποιος για την απόκτηση του σχετικού τίτλου: διατριβή επί ~. Βλ. καθηγεσία. [< γερμ. Habilitation, Habilitationsschrift] | |
| 54146 | υφηγητής | [ὑφηγητής] υ-φη-γη-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού | θηλ. υφηγήτρια} 1. (παλαιότ.) μέλος του διδακτικού προσωπικού πανεπιστημίου, δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον έκτακτο καθηγητή: άμισθος/εντεταλμένος ~. ~ της Αρχαιολογίας. 2. (σε ξένα πανεπιστήμια) επιστημονικός συνεργάτης πανεπιστημίου που διδάσκει εποπτευόμενος από τον καθηγητή της έδρας. [< μτγν. ὑφηγητής 'διδάσκαλος', γερμ. Dozent] | |
| 54147 | υφήλιος | [ὑφήλιος] υ-φή-λι-ος ουσ. (θηλ.) {υφηλί-ου}: ο πλανήτης Γη· συνεκδ. οι κάτοικοί του: οι λαοί/χώρες της ~ου. Σε όλα τα μήκη και πλάτη της ~ου. Στην εκδήλωση συμμετέχουν καλλιτέχνες από κάθε γωνιά της ~ου.|| Όλη η ~ ασχολείται με το θέμα/πανηγυρίζει. Είναι γνωστός σε όλη την ~ο (= παγκοσμίως). Πβ. ανθρωπότητα.|| Ανακηρύχθηκε Μις ~ (: τίτλος σε διεθνή καλλιστεία). ΣΥΝ. κόσμος (2), οικουμένη [< μτγν. ὑφήλιος 'που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο'] | |
| 54148 | υφίζηση | [ὑφίζηση] υ-φί-ζη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υποχώρηση: ~ των ούλων. [< μτγν. ὑφίζησις] | |
| 54149 | υφίσταμαι | [ὑφίσταμαι] υ-φί-στα-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υφίστα-σαι, -ται, υφιστά-μεθα, υφίστα-σθε, -νται | παρατ. υφίστα-το, -ντο, μέλλ. θα υποστώ, αόρ. υπέστην (υπέστης, υπέστη, υποστήκαμε, υποστήκατε, υπέστησαν), υφιστά-μενος} (λόγ.) 1. υπομένω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο, δέχομαι: ~ έλεγχο/πιέσεις (πβ. υποβάλλομαι). ~μενη: πραγματικότητα. ~ τις επιπτώσεις/συνέπειες των πράξεών μου. Δεν μπορώ να υποστώ άλλο αυτή την κατάσταση/τη συμπεριφορά. Πβ. ανέχομαι. 2. {συνήθ. στον αόρ.} μου συμβαίνει κάτι αρνητικό, δυσάρεστο, παθαίνω: ~ται τα πάνδεινα. Ο αθλητής υπέστη διάστρεμμα/κάταγμα. Έχει υποστεί ελαφρά εγκαύματα/έμφραγμα. Πολλά καταστήματα υπέστησαν ζημιές από τους βανδαλισμούς.|| (ως απολεξικοποιημένο) Υποστήκαμε μεγάλη ταλαιπωρία (= ταλαιπωρηθήκαμε). Η μετοχή/το χρηματιστήριο υπέστη απώλειες (= έπεσε). Η οικονομία υπέστη πλήγμα (= επλήγη). Το κόμμα/η ομάδα υπέστη ήττα (= ηττήθηκε). ● υφίσταται: έχει υπόσταση, υπάρχει: Η συγκεκριμένη κατάσταση ~ εδώ και πολύ καιρό. Βλ. προϋφίσταται. ● ΦΡ.: δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα [< αρχ. ὑφίσταμαι] | |
| 54150 | υφιστάμενος | , η, ο [ὑφιστάμενος] υ-φι-στά-με-νος επίθ. (λόγ.): που υπάρχει: ~ος: νόμος. ~η: κατάσταση. ~α: αποθέματα/προβλήματα. [< μτχ. εν. του ρ. ὑφίσταμαι] | |
| 54151 | υφιστάμενος, υφισταμένη | [ὑφιστάμενος] υ-φι-στά-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που είναι ιεραρχικά κατώτερο σε υπαλληλική κλίμακα: Συνεργάζεται αρμονικά με τους ~ένους του. ΑΝΤ. προϊστάμενος. [< γαλλ. subordonné] | |
| 54152 | υφολογία | [ὑφολογία] υ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): ΓΛΩΣΣ. -ΛΟΓΟΤ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη του ύφους των λογοτεχνικών συνήθ. κειμένων: συγκριτική ~. Βλ. -λογία. [< γερμ. Stilistik, γαλλ. stylistique, αγγλ. stylistics] | |
| 54153 | υφολογικός | , ή, ό [ὑφολογικός] υ-φο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υφολογία ή στο ύφος ως ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: ανάλυση/ποικιλία/προσέγγιση. ~ές: επιλογές. ~ά: στοιχεία. Το ποίημα έχει δύο ~ά επίπεδα.|| (γενικότ.) Τα ~ά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μουσικής. ● επίρρ.: υφολογικά [< γαλλ. stylistique, 1905, αγγλ. stylistic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ