| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54154 | υφομοταξία | [ὑφομοταξία] υ-φο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. υποκλάση. Βλ. υπερομοταξία. | |
| 54155 | ύφος | [ὕφος] ύ-φος ουσ. (ουδ.) {ύφους} 1. ο τρόπος με τον οποίο μιλά, εκφράζεται ή συμπεριφέρεται κάποιος και ο οποίος αντανακλά την ψυχική του διάθεση: αγέρωχο/άγριο/αθώο/απορημένο/απότομο/δασκαλίστικο/δηκτικό/ειρωνικό/επιβλητικό/επιθετικό/επιτακτικό/ευγενικό/λυπημένο/μελαγχολικό/μυστηριώδες/ξινισμένο/πένθιμο/περισπούδαστο/πηγαίο/προκλητικό/σκληρό/σοβαρό/τυπικό/χαρούμενο ~. Απάντησε με/σε αυστηρό/βλοσυρό/έντονο/οξύ/οργισμένο ~. 2. ΓΛΩΣΣ. το επίπεδο της γλωσσικής χρήσης το οποίο καθορίζεται από παράγοντες, όπως ο ρόλος του ομιλητή στο εκάστοτε επικοινωνιακό περιβάλλον ή η κοινωνική περίσταση· ειδικότ. τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός κειμενικού είδους: απέριττο/απλό/γλαφυρό/δραματικό/επίσημο/επιτηδευμένο/κομψό/λαϊκό/λιτό/πομπώδες/προσωπικό/σατιρικό ~.|| Δημοσιογραφικό/επιστημονικό/λογοτεχνικό/ποιητικό ~. Το ~ του μυθιστορήματος. Στοιχεία ~ους. Πβ. γραφή. 3. ιδιαίτερος τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης που χαρακτηρίζει ένα άτομο, μια ομάδα ή μια συγκεκριμένη περίοδο, τεχνοτροπία: αναγεννησιακό/αρχιτεκτονικό/διακοσμητικό/ζωγραφικό/μοντέρνο/ρομαντικό ~. Πβ. ρυθμός, στιλ. ● Υποκ.: υφάκι (το): (ειρων.) στη σημ. 1: περίεργο ~. Μου έκανε παρατήρηση με ~. Μην παίρνεις αυτό το ~, όταν μου μιλάς. Πβ. στιλάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: το πνεύμα και το ύφος βλ. πνεύμα ● ΦΡ.: ήθος και ύφος/ύφος και ήθος: (για πρόσ. ή αφηρημένη έννοια) χαρακτήρας και τρόπος συμπεριφοράς: πολιτικό ~ ~. Το ~ ~ της εξουσίας., παίρνει ύφος (αρνητ. συνυποδ.): συχνά αλαζονικό ή φιλάρεσκο: Μην ~εις ~! Βλ. αέρας, πόζα, τουπέ.|| ~ ~ αρχηγού (= αρχηγικό)., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος [< μτγν. ὕφος ‘ύφασμα, δίχτυ, κείμενο (για λογοτεχνικό έργο)’, γαλλ.-αγγλ. style 2: αγγλ. register] | |
| 54156 | υφυπουργείο | [ὑφυπουργεῖο] υ-φυ-πουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): κρατική υπηρεσία, επικεφαλής της οποίας είναι ο υφυπουργός. [< γαλλ. sous-secrétariat] | |
| 54157 | υφυπουργός | [ὑφυπουργός] υ-φυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): κρατικός λειτουργός που είναι δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον υπουργό, όταν δεν υπάρχει αναπληρωτής υπουργός. ● ΣΥΜΠΛ.: υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ βλ. πρωθυπουργός [< γαλλ. sous-secrétaire (d'État)] | |
| 54158 | υψηλόβαθμος | , η, ο [ὑψηλόβαθμος] υ-ψη-λό-βαθ-μος επίθ. ΑΝΤ. χαμηλόβαθμος 1. που κατέχει υψηλό βαθμό σε κλίμακα ιεραρχίας ή αξιολόγησης: (για πρόσ.) ~ος: αξιωματούχος/κυβερνητικός παράγοντας/(δημόσιος) υπάλληλος. ~η: αντιπροσωπεία (της κυβέρνησης)/αποστολή. ~οι: κρατικοί λειτουργοί. ~α: στελέχη. (ως ουσ.) Περικοπές στους μισθούς των ~ων.|| (κατ' επέκτ.) ~η: θέση/συνάντηση. Τις πληροφορίες έδωσε ~η πηγή.|| (ΙΑΤΡ.) ~η: δυσπλασία. Βλ. -βαθμος. 2. που συγκεντρώνει ή απαιτεί υψηλή βαθμολογία: ~οι: υποψήφιοι.|| ~ες: σχολές. ~α: τμήματα. 3. που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα: ~ο: κρασί. | |
| 54159 | υψηλόκορμος | , η, ο βλ. υψίκορμος | |
| 54160 | υψηλόμισθος | , η, ο [ὑψηλόμισθος] υ-ψη-λό-μι-σθος επίθ. (λόγ.): που λαμβάνει ή αποφέρει υψηλό μισθό: ~οι: υπάλληλοι. ~α: στελέχη. (ως ουσ.) Περικοπές στα επιδόματα των ~ων.|| ~ες: θέσεις (εργασίας). ΑΝΤ. χαμηλόμισθος | |
| 54161 | υψηλός | , ή, ό [ὑψηλός] υ-ψη-λός επίθ. {υψηλότ-ερος, -ατος} 1. που είναι ανώτερος από το συνηθισμένο ή το κανονικό ως προς την ποσότητα, το μέγεθος, τη βαθμίδα, την ένταση ή την ποιότητα σε μία κλίμακα ιεραρχίας: ~ός: δείκτης νοημοσύνης/ρυθμός ανάπτυξης. ~ή: ακτινοβολία/απόδοση/βαθμολογία/στάθμη (εξόδου/θορύβου)/τηλεθέαση/τοξικότητα. ~ό: εισόδημα/επιτόκιο/ποσοστό. ~ές: βάσεις (εισαγωγής στα ΑΕΙ)/δόσεις (δανείου)/επιδόσεις/θερμοκρασίες/στροφές (: στο αυτοκίνητο)/τιμές (πβ. ακριβός, βλ. φτηνός). ~ά: κέρδη. Γραμμές/πυλώνες ~ής τάσης. Γεννήτριες/ρεύμα ~ής συχνότητας. Τρόφιμα με ~ή περιεκτικότητα σε βιταμίνες/θερμίδες. Αυτοκίνητο ~ού κυβισμού. (Κάτι) κυμαίνεται σε ~ά επίπεδα. Έχει ~ή μυωπία/πίεση/~ό αιματοκρίτη/σάκχαρο. Παρουσίασε ~ό πυρετό. Πβ. μεγάλος.|| Κατέχει ~ή θέση στην επιχείρηση.|| Άνθρωπος με ~ό αίσθημα ευθύνης (= ευσυνείδητος, πολύ υπεύθυνος). Η συζήτηση κινήθηκε σε ~ούς τόνους (πβ. έντονος).|| ~ή: κομμωτική/ποίηση/τέχνη. ~ό: βιοτικό επίπεδο. Παράσταση ~ού επιπέδου. Πβ. ανώτερος.|| (ΜΟΥΣ.) (για ήχο με μεγάλο τονικό ύψος:) ~ές: νότες/περιοχές συχνοτήτων. ΣΥΝ. ψηλός (3) ΑΝΤ. χαμηλός (2) 2. που έχει σημαντική κοινωνική ή πολιτική θέση ή κύρος: ~ή: αριστοκρατία. ~οί: προσκεκλημένοι. ~ά: πρόσωπα.|| (κατ' επέκτ.) ~ές: επαφές (= ~ού επιπέδου/(εμφατ.) σε ~ατο επίπεδο). 3. (μτφ.) που έχει μεγάλη ηθική, πνευματική αξία ή σημαντικό κοινωνικό ρόλο: ~ός: σκοπός. ~ή: μόρφωση. ~ό: φρόνημα. ~οί: στόχοι. ~ές: ιδέες. ~ά: ιδανικά. Πβ. ανώτερος, ευγενής, υψηλόφρων.|| ~ή: αποστολή. ~ό: αξίωμα/έργο. ~ά: καθήκοντα. 4. που έχει μεγαλύτερο ύψος του κανονικού· κατ' επέκτ. που απέχει μεγαλύτερη απόσταση από ένα ορισμένο σημείο αναφοράς: (λόγ.) ~ή: βλάστηση. ~ό: ανάστημα/κτίριο. Πβ. ψηλός.|| ~ά: στρώματα της ατμόσφαιρας.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ά: νέφη. Βλ. -ηλός. ΑΝΤ. χαμηλός (1) ● Ουσ.: υψηλό (το): (χαρακτηρισμός ιδεών, θεωριών, αντικειμένων) ό,τι έχει πολύ μεγάλη ηθική και πνευματική αξία: (ΦΙΛΟΣ.) η έννοια του ~ού. [< λατ. sublime] ● ΣΥΜΠΛ.: υψηλή πολιτική: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται σε τομείς πρωτίστης σημασίας: ζητήματα/θέματα ~ής ~ής (: εθνική άμυνα, διεθνείς σχέσεις). ΑΝΤ. χαμηλή πολιτική [< αγγλ. high politics] , (Υψηλή) Πύλη βλ. πύλη, ομάδες υψηλού κινδύνου βλ. ομάδα, υψηλή πιστότητα βλ. πιστότητα, υψηλή πτήση βλ. πτήση, υψηλή ραπτική βλ. ραπτική, υψηλή τεχνολογία βλ. τεχνολογία, υψηλή/καλή κοινωνία βλ. κοινωνία, υψηλής ευκρίνειας βλ. ευκρίνεια, υψηλό βαρομετρικό βλ. βαρομετρικός, υψηλού/χαμηλού κινδύνου βλ. κίνδυνος ● ΦΡ.: αφ' υψηλού [ἀφ' ὑψηλοῦ] (λόγ.): υπεροπτικά, περιφρονητικά, υποτιμητικά: Βλέπω/κρίνω (κάποιον/κάτι) ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ αντιμετώπιση/συμπεριφορά. Πβ. από καθέδρας., (υψηλών) απαιτήσεων/με απαιτήσεις βλ. απαίτηση, υψηλά ιστάμενος βλ. ιστάμενος, υψηλοί τόνοι βλ. τόνος1, υψηλών προδιαγραφών βλ. προδιαγραφές [< αρχ. ὑψηλός, γαλλ. haut, αγγλ. high] | |
| 54162 | υψηλόσωμος | , η, ο [ὑψηλόσωμος] υ-ψη-λό-σω-μος επίθ. & ψηλόσωμος: που έχει ψηλό ανάστημα: ~ος: αμυντικός/παίκτης/ποδοσφαιριστής. ΑΝΤ. βραχύσωμος | |
| 54163 | Υψηλότατος, Υψηλοτάτη | [Ὑψηλότατος] Υ-ψη-λό-τα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {Υψηλοτάτ-ου, Υψηλοτάτ-ης}: τιμητική προσφώνηση ή τίτλος πρίγκιπα/πριγκίπισσας. Βλ. Εξοχό-, Μεγαλειό-τατος. ΣΥΝ. υψηλότητα [< αρχ. ὑψηλότατος, γαλλ. Altesse] | |
| 54164 | υψηλότητα | [ὑψηλότητα] υ-ψη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} & (λόγ.) υψηλότης (συνήθ. με κεφαλ. Υ): επίσημος τίτλος και τρόπος προσφώνησης πρίγκιπα. Τι θα επιθυμούσε η ~ά σας; ΣΥΝ. Υψηλότατος, Υψηλοτάτη [< μτγν. ὑψηλότης 'η ιδιότητα του υψηλού', γαλλ. Altesse] | |
| 54165 | υψηλότοκος | , η, ο [ὑψηλότοκος] υ-ψη-λό-το-κος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει υψηλό τόκο: ~ες: καταθέσεις. ~α: ομόλογα.|| ~α: δάνεια. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. χαμηλότοκος | |
| 54166 | υψηλοφροσύνη | [ὑψηλοφροσύνη] υ-ψη-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσήλωση σε ανώτερες αξίες, γενναιοφροσύνη. Πβ. ανωτερότητα. 2. έπαρση, αλαζονεία: Η ψευδαίσθηση της υπεροχής δημιουργεί ~. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ταπεινοφροσύνη [< μτγν. ὑψηλοφροσύνη] | |
| 54167 | υψηλόφρων | , ων, ον [ὑψηλόφρων] υ-ψη-λό-φρων επίθ./ουσ. {σπάν. αρσ. υψηλόφρονας} (λόγ.) 1. που χαρακτηρίζεται από υψηλές ιδέες, ανώτερες ηθικές ή πνευματικές αξίες, μεγαλοψυχία: ~ες: πράξεις. ~α: αισθήματα. Πβ. ευγενής, υψηλός. ΑΝΤ. ποταπός 2. (σπάν.) αλαζόνας, υπερόπτης. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. μετριόφρων, ταπεινόφρων [< αρχ. ὑψηλόφρων] | |
| 54168 | υψηλόφωνος | , η, ο [ὑψηλόφωνος] υ-ψη-λό-φω-νος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που γίνεται με έντονη, δυνατή φωνή: ~η: ανάγνωση. ~ες: συζητήσεις. Πβ. μεγαλόφωνος. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. χαμηλόφωνος (1) ● επίρρ.: υψηλόφωνα [< μτγν. ὑψηλόφωνος] | |
| 54169 | υψικάμινος | [ὑψικάμινος] υ-ψι-κά-μι-νος ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σχεδόν κυλινδρικό, κατακόρυφο καμίνι μεγάλου ύψους, όπου γίνεται η ταχεία τήξη ορυκτών του σιδήρου και η μετατροπή τους σε χυτοσίδηρο· συνεκδ. το εργοστάσιο που διαθέτει τέτοιο καμίνι. [< γαλλ. haut fourneau] | |
| 54170 | υψίκορμος | , ος/η, ο [ὑψίκορμος] υ-ψί-κορ-μος επίθ. (λόγ.) & υψηλόκορμος: που έχει ψηλό κορμό: ~η: δοκός. ~α: δέντρα. | |
| 54171 | ύψιλον | [ὕψιλον] ύ-ψι-λον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Υ). ~ μικρό (υ). Πβ. υ. [< μεσν. ύψιλον] | |
| 54172 | υψίπεδο | [ὑψίπεδο] υ-ψί-πε-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδου}: ΓΕΩΜΟΡΦ. εκτεταμένη επίπεδη επιφάνεια συνήθ. στο μέσο ορεινών όγκων και σε μεγάλο υψόμετρο: χιονισμένα ~α. Πβ. οροπέδιο. ΑΝΤ. βαθύπεδο [< αρχ. ὑψίπεδος, γαλλ. haut plateau, γερμ. Hochebene] | |
| 54173 | υψιπέτης | [ὑψιπέτης] υ-ψι-πέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αυτός που οραματίζεται, που εκφράζει υψηλά οράματα. 2. αυτός που πετά ψηλά: (κ. ως επίθ.) ~ αετός. [< αρχ. ὑψιπέτης 'αυτός που πετάει ψηλά'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ