Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54660-54680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54165υψηλότοκος, η, ο [ὑψηλότοκος] υ-ψη-λό-το-κος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει υψηλό τόκο: ~ες: καταθέσεις. ~α: ομόλογα.|| ~α: δάνεια. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. χαμηλότοκος
54166υψηλοφροσύνη[ὑψηλοφροσύνη] υ-ψη-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσήλωση σε ανώτερες αξίες, γενναιοφροσύνη. Πβ. ανωτερότητα. 2. έπαρση, αλαζονεία: Η ψευδαίσθηση της υπεροχής δημιουργεί ~. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ταπεινοφροσύνη [< μτγν. ὑψηλοφροσύνη]
54167υψηλόφρων, ων, ον [ὑψηλόφρων] υ-ψη-λό-φρων επίθ./ουσ. {σπάν. αρσ. υψηλόφρονας} (λόγ.) 1. που χαρακτηρίζεται από υψηλές ιδέες, ανώτερες ηθικές ή πνευματικές αξίες, μεγαλοψυχία: ~ες: πράξεις. ~α: αισθήματα. Πβ. ευγενής, υψηλός. ΑΝΤ. ποταπός 2. (σπάν.) αλαζόνας, υπερόπτης. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. μετριόφρων, ταπεινόφρων [< αρχ. ὑψηλόφρων]
54168υψηλόφωνος, η, ο [ὑψηλόφωνος] υ-ψη-λό-φω-νος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που γίνεται με έντονη, δυνατή φωνή: ~η: ανάγνωση. ~ες: συζητήσεις. Πβ. μεγαλόφωνος. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. χαμηλόφωνος (1) ● επίρρ.: υψηλόφωνα [< μτγν. ὑψηλόφωνος]
54169υψικάμινος[ὑψικάμινος] υ-ψι-κά-μι-νος ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σχεδόν κυλινδρικό, κατακόρυφο καμίνι μεγάλου ύψους, όπου γίνεται η ταχεία τήξη ορυκτών του σιδήρου και η μετατροπή τους σε χυτοσίδηρο· συνεκδ. το εργοστάσιο που διαθέτει τέτοιο καμίνι. [< γαλλ. haut fourneau]
54170υψίκορμος, ος/η, ο [ὑψίκορμος] υ-ψί-κορ-μος επίθ. (λόγ.) & υψηλόκορμος: που έχει ψηλό κορμό: ~η: δοκός. ~α: δέντρα.
54171ύψιλον[ὕψιλον] ύ-ψι-λον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Υ). ~ μικρό (υ). Πβ. υ. [< μεσν. ύψιλον]
54172υψίπεδο[ὑψίπεδο] υ-ψί-πε-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδου}: ΓΕΩΜΟΡΦ. εκτεταμένη επίπεδη επιφάνεια συνήθ. στο μέσο ορεινών όγκων και σε μεγάλο υψόμετρο: χιονισμένα ~α. Πβ. οροπέδιο. ΑΝΤ. βαθύπεδο [< αρχ. ὑψίπεδος, γαλλ. haut plateau, γερμ. Hochebene]
54173υψιπέτης[ὑψιπέτης] υ-ψι-πέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αυτός που οραματίζεται, που εκφράζει υψηλά οράματα. 2. αυτός που πετά ψηλά: (κ. ως επίθ.) ~ αετός. [< αρχ. ὑψιπέτης 'αυτός που πετάει ψηλά']
54174υψιπετής, ής, ές [ὑψιπετής] υ-ψι-πε-τής επίθ. {υψιπετ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έμπνευση, μεγαλόπνοος: ~ής: στοχασμός. ~είς: στόχοι. ~ή: οράματα. Πβ. εμπνευσμένος, υψηλός. [< αρχ. ὑψιπετής 'αυτός που πετάει ψηλά, που έπεσε από τον ουρανό']
12462υψιστη εκπαιδευση

δι-ά-κρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναγνώριση της αξίας ή της προσφοράς κάποιου και κατ' επέκτ. βραβείο, έπαινος: ακαδημαϊκή/διεθνής/επιστημονική/κορυφαία/μεγάλη/παγκόσμια/πανελλήνια/ύψιστη ~. Στοχεύει στη ~ σε αγώνισμα/διαγωνισμό/κύπελλο/πρωτάθλημα. Απονέμω/παίρνω ~ (: έπαθλο). Απέσπασε/έλαβε/κατέκτησε/πέτυχε ~. Χρονιά ρεκόρ και ~ίσεων για τον αθλητή του στίβου. Η ομάδα παίζει απόψε χωρίς ελπίδες ~ης. ~ίσεις και τιμές. Συμμετοχές-~ίσεις.|| (λόγ.) (συνήθ. για τίτλους σπουδών) Έλαβε το πτυχίο της με ~ (= με υψηλή βαθμολογία, πβ. έπαινος). 2. διαχωρισμός: ~ εννοιών/ήχων/σημασιών/φθόγγων. ~ αριστερού-δεξιού/καλού-κακού/μορφής-περιεχομένου/σωστού-λάθους. Η πλατωνική θεωρία για την τριμερή ~ της ψυχής (: διαίρεση). Επαρκής ~ καθηκόντων. ~ σε κατηγορίες (= χωρισμός). Σαφής ~ ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν (πβ. διαφοροποίηση). Λεπτές ~ίσεις μεταξύ δύο όρων (= διαφορές). 3. (στην εκκλησ. γλ.) διακριτικότητα, ταπεινοφροσύνη. ● διακρίσεις (οι): μεροληπτική στάση, συμπεριφορά· άνιση και άδικη μεταχείριση ατόμου ή κυρ. ομάδων λόγω προκαταλήψεων: Κάνει ~ υπέρ (: δείχνει προτίμηση, εύνοια)/σε βάρος κάποιου. Χωρίς ~ και προκαταλήψεις. Θύμα ~ίσεων (π.χ. λόγω αναπηρίας, πεποιθήσεων, φύλου, χρώματος).|| ~ (εναντίον/κατά) των ηλικιωμένων/των μειονοτήτων. Θρησκευτικές/κοινωνικές/κομματικές/σεξιστικές (βλ. σεξισμός)/ταξικές ~. ~ στην αγορά εργασίας/εκπαίδευση. Καταπολέμηση των ~ίσεων. Εκστρατεία/μέτρα/νομοθεσία/πολιτική κατά των ~ίσεων.|| (κατ' επέκτ.) Ιός/νόμος που δεν κάνει ~ (πβ. εξαιρέσεις).|| (ΝΟΜ.) Η αρχή της μη ~ίσεως. Βλ. ρατσισμός. [< γαλλ. discrimination] ● ΣΥΜΠΛ.: θετική διάκριση & αντίστροφη διάκριση: μορφή κοινωνικής πολιτικής που προβλέπει ειδικά πλεονεκτήματα σε μέλη ομάδων με ανεπαρκή εκπροσώπηση, συνήθ. σε θέσεις εργασίας, στην εκπαίδευση (π.χ. άτομα με ειδικές ανάγκες), με στόχο την πρόληψη ή την αντιστάθμιση ανισοτήτων: ~ ~ προς όφελος γυναικών/υπέρ αναπήρων. Μέτρα/συνθήκες ~ής ~ης. Βλ. ποσόστωση. [< αγγλ. positive/reverse discrimination, 1967] , διάκριση των εξουσιών βλ. εξουσία, τιμητική διάκριση βλ. τιμητικός, φυλετικές διακρίσεις βλ. φυλετικός ● ΦΡ.: (είναι) στη διάκριση (κάποιου) (λόγ.): εξαρτάται από: Η παροχή κρατικής βοήθειας είναι ~ ~ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (πβ. επαφίεται). Πβ. διακριτική ευχέρεια. [< πβ. γαλλ. être à la discrétion de (quelqu'un)] [< αρχ. διάκρισις 1,2: γαλλ. distinction]

54175ύψιστος, η, ο [ὕψιστος] ύ-ψι-στος επίθ. {-ου κ. -ίστου | (λογιότ.) θηλ. υψίστη} (λόγ.): που βρίσκεται ιεραρχικά ή αξιολογικά στο πιο υψηλό επίπεδο, πολύ σημαντικός: ~η: αξία/διάκριση/προτεραιότητα/τιμή. ~ο: αγαθό/αξίωμα/συμφέρον. Ζήτημα ~ίστης σημασίας/σπουδαιότητας. Ταξιδιωτική οδηγία ~ίστου κινδύνου. Πβ. ανώ-, υπέρ-τατος. ● Ουσ.: ο Ύψιστος: ΕΚΚΛΗΣ. ο Θεός. [< μτγν. ~] ● ΣΥΜΠΛ.: υψίστης ασφαλείας βλ. ασφάλεια [< αρχ. ὕψιστος]
54176υψιστρώματα[ὑψιστρώματα] υ-ψι-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. γκριζωπά ή γαλαζωπά νέφη του μεσαίου στρώματος, ινώδους ή ομοιόμορφης εμφάνισης, που αποτελούνται κυρ. από υδροσταγονίδια, εμφανίζονται σε ύψος περ. από 2.000 έως 6.000 μ. και σχηματίζουν ένα είδος πέπλου μεγάλης έκτασης που καλύπτει μερικώς ή πλήρως τον ουρανό. Βλ. θυσανο-στρώματα, -σωρείτες, στρωματο-, υψι-σωρείτες. [< γαλλ. altostratus]
54177υψίσυχνος, η, ο [ὑψίσυχνος] υ-ψί-συ-χνος επίθ.: ΦΥΣ. που έχει υψηλή συχνότητα: ~ος: ήχος/θόρυβος. ~ες: ταλαντώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: υψίσυχνο ρεύμα: ΗΛΕΚΤΡ. εναλλασσόμενο ηλεκτρικό ρεύμα με συχνότητα μεγαλύτερη από ένα μεγαχέρτζ: κατάλυση με ~ ~.
54178υψισωρείτες[ὑψισωρεῖτες] υ-ψι-σω-ρεί-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. υπόλευκα ή γκρίζα νέφη του μεσαίου στρώματος με σφαιρικό σχήμα, που αποτελούνται κυρ. από υδροσταγονίδια και εμφανίζονται σε ύψος περ. από 2.500 έως 6.000 μ. κατά σειρές ή κατά ομάδες. Βλ. θυσανο-, υψι-στρώματα, σωρείτης. [< γαλλ. altocumulus]
54179υψιτενής, ής, ές [ὑψιτενής] υ-ψι-τε-νής επίθ. {υψιτεν-ούς | -είς (ουδ -ή)} (αρχαιοπρ.): που είναι πολύ ψηλός. Βλ. ευθυτενής. [< μτγν. ὑψιτενής]
54180υψιτυπία[ὑψιτυπία] υ-ψι-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης, κατά την οποία το μελάνι απλώνεται στα ανάγλυφα τμήματα της εκτυπωτικής πλάκας και στη συνέχεια το σχέδιο μεταφέρεται στο χαρτί με πίεση της πλάκας πάνω σε αυτό· συνεκδ. το εκτυπωμένο σχέδιο. Βλ. -τυπία. ΑΝΤ. βαθυτυπία [< γερμ. Hochdruck]
54181υψίφωνος, η, ο [ὑψίφωνος] υ-ψί-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. που παράγει υψηλούς ήχους. ● Ουσ.: υψίφωνος {-ου (λόγ.) -ώνου} (η): γυναικεία ή παιδική φωνή που μπορεί να αποδώσει τις υψηλότερες νότες· συνεκδ. η αντίστοιχη τραγουδίστρια της λυρικής σκηνής. Βλ. βαρύτονος, βαθύ-, μεσό-, οξύ-φωνος, τενόρος. ΣΥΝ. σοπράνο (1) [< ιταλ. soprano]
54182υψομέτρηση[ὑψομέτρηση] υ-ψο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μέτρηση του ύψους: ~ υποψηφίων (αστυνομικών). Βλ. -μέτρηση.
54183υψομετρία[ὑψομετρία] υ-ψο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΔ. -ΤΟΠΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση και την αναπαράσταση σε χάρτη του ανάγλυφου της Γης· η αντίστοιχη μέθοδος για τον υπολογισμό του υψομέτρου σε μεμονωμένα σημεία και των υψομετρικών διαφορών τους: τριγωνομετρική ~. Πβ. χωροστάθμηση. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hypsométrie, αγγλ. hypsometry]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.