Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54660-54680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54174υψιπετής, ής, ές [ὑψιπετής] υ-ψι-πε-τής επίθ. {υψιπετ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έμπνευση, μεγαλόπνοος: ~ής: στοχασμός. ~είς: στόχοι. ~ή: οράματα. Πβ. εμπνευσμένος, υψηλός. [< αρχ. ὑψιπετής 'αυτός που πετάει ψηλά, που έπεσε από τον ουρανό']
12462υψιστη εκπαιδευση

δι-ά-κρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναγνώριση της αξίας ή της προσφοράς κάποιου και κατ' επέκτ. βραβείο, έπαινος: ακαδημαϊκή/διεθνής/επιστημονική/κορυφαία/μεγάλη/παγκόσμια/πανελλήνια/ύψιστη ~. Στοχεύει στη ~ σε αγώνισμα/διαγωνισμό/κύπελλο/πρωτάθλημα. Απονέμω/παίρνω ~ (: έπαθλο). Απέσπασε/έλαβε/κατέκτησε/πέτυχε ~. Χρονιά ρεκόρ και ~ίσεων για τον αθλητή του στίβου. Η ομάδα παίζει απόψε χωρίς ελπίδες ~ης. ~ίσεις και τιμές. Συμμετοχές-~ίσεις.|| (λόγ.) (συνήθ. για τίτλους σπουδών) Έλαβε το πτυχίο της με ~ (= με υψηλή βαθμολογία, πβ. έπαινος). 2. διαχωρισμός: ~ εννοιών/ήχων/σημασιών/φθόγγων. ~ αριστερού-δεξιού/καλού-κακού/μορφής-περιεχομένου/σωστού-λάθους. Η πλατωνική θεωρία για την τριμερή ~ της ψυχής (: διαίρεση). Επαρκής ~ καθηκόντων. ~ σε κατηγορίες (= χωρισμός). Σαφής ~ ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν (πβ. διαφοροποίηση). Λεπτές ~ίσεις μεταξύ δύο όρων (= διαφορές). 3. (στην εκκλησ. γλ.) διακριτικότητα, ταπεινοφροσύνη. ● διακρίσεις (οι): μεροληπτική στάση, συμπεριφορά· άνιση και άδικη μεταχείριση ατόμου ή κυρ. ομάδων λόγω προκαταλήψεων: Κάνει ~ υπέρ (: δείχνει προτίμηση, εύνοια)/σε βάρος κάποιου. Χωρίς ~ και προκαταλήψεις. Θύμα ~ίσεων (π.χ. λόγω αναπηρίας, πεποιθήσεων, φύλου, χρώματος).|| ~ (εναντίον/κατά) των ηλικιωμένων/των μειονοτήτων. Θρησκευτικές/κοινωνικές/κομματικές/σεξιστικές (βλ. σεξισμός)/ταξικές ~. ~ στην αγορά εργασίας/εκπαίδευση. Καταπολέμηση των ~ίσεων. Εκστρατεία/μέτρα/νομοθεσία/πολιτική κατά των ~ίσεων.|| (κατ' επέκτ.) Ιός/νόμος που δεν κάνει ~ (πβ. εξαιρέσεις).|| (ΝΟΜ.) Η αρχή της μη ~ίσεως. Βλ. ρατσισμός. [< γαλλ. discrimination] ● ΣΥΜΠΛ.: θετική διάκριση & αντίστροφη διάκριση: μορφή κοινωνικής πολιτικής που προβλέπει ειδικά πλεονεκτήματα σε μέλη ομάδων με ανεπαρκή εκπροσώπηση, συνήθ. σε θέσεις εργασίας, στην εκπαίδευση (π.χ. άτομα με ειδικές ανάγκες), με στόχο την πρόληψη ή την αντιστάθμιση ανισοτήτων: ~ ~ προς όφελος γυναικών/υπέρ αναπήρων. Μέτρα/συνθήκες ~ής ~ης. Βλ. ποσόστωση. [< αγγλ. positive/reverse discrimination, 1967] , διάκριση των εξουσιών βλ. εξουσία, τιμητική διάκριση βλ. τιμητικός, φυλετικές διακρίσεις βλ. φυλετικός ● ΦΡ.: (είναι) στη διάκριση (κάποιου) (λόγ.): εξαρτάται από: Η παροχή κρατικής βοήθειας είναι ~ ~ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (πβ. επαφίεται). Πβ. διακριτική ευχέρεια. [< πβ. γαλλ. être à la discrétion de (quelqu'un)] [< αρχ. διάκρισις 1,2: γαλλ. distinction]

54175ύψιστος, η, ο [ὕψιστος] ύ-ψι-στος επίθ. {-ου κ. -ίστου | (λογιότ.) θηλ. υψίστη} (λόγ.): που βρίσκεται ιεραρχικά ή αξιολογικά στο πιο υψηλό επίπεδο, πολύ σημαντικός: ~η: αξία/διάκριση/προτεραιότητα/τιμή. ~ο: αγαθό/αξίωμα/συμφέρον. Ζήτημα ~ίστης σημασίας/σπουδαιότητας. Ταξιδιωτική οδηγία ~ίστου κινδύνου. Πβ. ανώ-, υπέρ-τατος. ● Ουσ.: ο Ύψιστος: ΕΚΚΛΗΣ. ο Θεός. [< μτγν. ~] ● ΣΥΜΠΛ.: υψίστης ασφαλείας βλ. ασφάλεια [< αρχ. ὕψιστος]
54176υψιστρώματα[ὑψιστρώματα] υ-ψι-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. γκριζωπά ή γαλαζωπά νέφη του μεσαίου στρώματος, ινώδους ή ομοιόμορφης εμφάνισης, που αποτελούνται κυρ. από υδροσταγονίδια, εμφανίζονται σε ύψος περ. από 2.000 έως 6.000 μ. και σχηματίζουν ένα είδος πέπλου μεγάλης έκτασης που καλύπτει μερικώς ή πλήρως τον ουρανό. Βλ. θυσανο-στρώματα, -σωρείτες, στρωματο-, υψι-σωρείτες. [< γαλλ. altostratus]
54177υψίσυχνος, η, ο [ὑψίσυχνος] υ-ψί-συ-χνος επίθ.: ΦΥΣ. που έχει υψηλή συχνότητα: ~ος: ήχος/θόρυβος. ~ες: ταλαντώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: υψίσυχνο ρεύμα: ΗΛΕΚΤΡ. εναλλασσόμενο ηλεκτρικό ρεύμα με συχνότητα μεγαλύτερη από ένα μεγαχέρτζ: κατάλυση με ~ ~.
54178υψισωρείτες[ὑψισωρεῖτες] υ-ψι-σω-ρεί-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. υπόλευκα ή γκρίζα νέφη του μεσαίου στρώματος με σφαιρικό σχήμα, που αποτελούνται κυρ. από υδροσταγονίδια και εμφανίζονται σε ύψος περ. από 2.500 έως 6.000 μ. κατά σειρές ή κατά ομάδες. Βλ. θυσανο-, υψι-στρώματα, σωρείτης. [< γαλλ. altocumulus]
54179υψιτενής, ής, ές [ὑψιτενής] υ-ψι-τε-νής επίθ. {υψιτεν-ούς | -είς (ουδ -ή)} (αρχαιοπρ.): που είναι πολύ ψηλός. Βλ. ευθυτενής. [< μτγν. ὑψιτενής]
54180υψιτυπία[ὑψιτυπία] υ-ψι-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης, κατά την οποία το μελάνι απλώνεται στα ανάγλυφα τμήματα της εκτυπωτικής πλάκας και στη συνέχεια το σχέδιο μεταφέρεται στο χαρτί με πίεση της πλάκας πάνω σε αυτό· συνεκδ. το εκτυπωμένο σχέδιο. Βλ. -τυπία. ΑΝΤ. βαθυτυπία [< γερμ. Hochdruck]
54181υψίφωνος, η, ο [ὑψίφωνος] υ-ψί-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. που παράγει υψηλούς ήχους. ● Ουσ.: υψίφωνος {-ου (λόγ.) -ώνου} (η): γυναικεία ή παιδική φωνή που μπορεί να αποδώσει τις υψηλότερες νότες· συνεκδ. η αντίστοιχη τραγουδίστρια της λυρικής σκηνής. Βλ. βαρύτονος, βαθύ-, μεσό-, οξύ-φωνος, τενόρος. ΣΥΝ. σοπράνο (1) [< ιταλ. soprano]
54182υψομέτρηση[ὑψομέτρηση] υ-ψο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μέτρηση του ύψους: ~ υποψηφίων (αστυνομικών). Βλ. -μέτρηση.
54183υψομετρία[ὑψομετρία] υ-ψο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΔ. -ΤΟΠΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση και την αναπαράσταση σε χάρτη του ανάγλυφου της Γης· η αντίστοιχη μέθοδος για τον υπολογισμό του υψομέτρου σε μεμονωμένα σημεία και των υψομετρικών διαφορών τους: τριγωνομετρική ~. Πβ. χωροστάθμηση. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hypsométrie, αγγλ. hypsometry]
54184υψομετρικός, ή, ό [ὑψομετρικός] υ-ψο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΔ. -ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με το υψόμετρο ή την υψομετρία: ~ός: χάρτης. ~ή: ανάβαση/αποτύπωση/διαβάθμιση/διαφορά/ζώνη/μελέτη/στάθμη. ~ό: διάγραμμα/εύρος/όριο. ~ά: δεδομένα. ● επίρρ.: υψομετρικά ● ΣΥΜΠΛ.: ισοϋψής (καμπύλη) βλ. ισοϋψής [< γαλλ. hypsométrique, αγγλ. hypsometric(al)]
54185υψόμετρο[ὑψόμετρο] υ-ψό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου} 1. ΤΟΠΟΓΡ. κατακόρυφη απόσταση σημείου της επιφάνειας της Γης από τη μέση στάθμη της θάλασσας: μέτριο (βλ. ημιορεινός)/υψηλό (βλ. ορεινός)/χαμηλό (βλ. πεδινός) ~. Μεταβολή/μέτρηση/υπολογισμός του ~έτρου. Το ~ του βουνού/της πόλης. Περιοχές με ~ πάνω από ... μέτρα. Η ασθένεια του ~ου. Προπόνηση σε ~ (ενν. υψηλό). Πβ. ύψος. 2. ΜΕΤΡΟΛ. αλτίμετρο: ρολόι με ~. [< 1: γαλλ. altitude 2: γαλλ. hypsomètre, αγγλ. hypsometer]
54186ύψος[ὕψος] ύ-ψος ουσ. (ουδ.) {ύψ-ους | -η, -ών} 1. απόσταση σε κατακόρυφο άξονα από τη βάση ως την κορυφή: το ~ του αγάλματος/δωματίου/κτιρίου/τοίχου. ~ πόρτας. Ρύθμιση του ~ους (του καθίσματος).|| Το ~ του βουνού. Βλ. υψόμετρο.|| (το ~ του ανθρώπου) Αναλογία βάρους-~ους. Tι ~ έχεις; Πβ. ανάστημα, μπόι. 2. συγκεκριμένη θέση πάνω σε νοητή κατακόρυφη γραμμή και γενικότ. σε σχέση με ορισμένο σημείο αναφοράς: μπότες/φούστα μέχρι το ~ του γόνατου. Μου φτάνει μέχρι το ~ των ώμων. Πετάμε σε μεγάλο ~. Πβ. επίπεδο.|| Ατύχημα στο ~ της οδού ...|| (μτφ.) Περιμένει την εξ ~ους βοήθεια (: τη θεϊκή βοήθεια, το θαύμα). 3. (μτφ.) το ανώτερο σημείο προς το οποίο κινείται ένα οικονομικό κυρ. μέγεθος: (ΟΙΚΟΝ.) το ~ των αποδοχών/της αποζημίωσης/των δαπανών/των επενδύσεων/των επιτοκίων/της παραγωγής/των συναλλαγών/των τιμών/της χρηματοδότησης. Αγορές/δάνειο/κεφάλαιο/λογαριασμός/οφειλές/πρόστιμο/συμφωνία/υποτροφία ~ους ... ευρώ.|| Το ~ της βροχόπτωσης. Πβ. ποσότητα. 4. ΓΕΩΜ. το κάθετο ευθύγραμμο τμήμα που φέρεται από κορυφή γεωμετρικού σχήματος ή σώματος προς τη βάση του: ~ του κυλίνδρου/ορθογωνίου/παραλληλογράμμου/πρίσματος/τραπεζίου/τριγώνου (βλ. ορθόκεντρο). 5. ΜΟΥΣ. η ποιότητα ενός μουσικού ήχου, η οποία καθορίζεται από τη συχνότητα των δονήσεων που τον παράγουν. Πβ. τόνος. ΣΥΝ. οξύτητα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) ύψος: ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής πρέπει να περάσει πάνω από έναν πήχη τοποθετημένο οριζόντια σε δύο στυλοβάτες: ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. (άλμα εις) μήκος. [< αγγλ. high jump] ● ΦΡ.: ή του ύψους ή του βάθους: προκειμένου να δηλωθεί η αστάθεια που χαρακτηρίζει κάποιον/κάτι: Είναι ~ ~, τη μια κατενθουσιασμένος με τη δουλειά, την άλλη απογοητευμένος. ~ ~ η ομάδα· από τη νίκη στην ήττα., παίρνω ύψος ΑΝΤ. χάνω ύψος 1. ψηλώνω: Πήρε απότομα ~, όταν μπήκε στην εφηβεία. ΣΥΝ. παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι 2. φτάνω σε επιθυμητή ή μεγάλη απόσταση, συνήθ. από το έδαφος: Το ελικόπτερο πήρε ~ και άλλαξε πορεία. Η μπάλα πήρε ~ και κατέληξε εκτός γηπέδου., πετώ στα ύψη (μτφ.) 1. ανεβαίνω, αυξάνομαι: Οι τιμές πέταξαν ~. 2. είμαι πολύ χαρούμενος: Πέταξε ~, όταν άκουσε τα καλά νέα., στα ύψη (μτφ.): για να δηλωθεί αύξηση σε μεγάλο βαθμό: αδρεναλίνη/ψυχολογία ~ ~. Τα ενοίκια/οι πωλήσεις του βιβλίου/οι τιμές (των ακινήτων/τροφίμων) ανέβηκαν ~ ~. ~ ~ εκτινάχθηκε/εκτοξεύτηκε η μετοχή της ..., χάνω ύψος: παύω να έχω μεγάλη ή την επιθυμητή απόσταση συνήθ. από το έδαφος: Λόγω βλάβης το αεροπλάνο έχασε ~ και συνετρίβη.|| Οι άνθρωποι με οστεοπόρωση τείνουν να ~ουν ~. Πβ. κονταίνω. ΑΝΤ. παίρνω ύψος., σε δυσθεώρητα ύψη βλ. δυσθεώρητος, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< αρχ. ὕψος, γαλλ. hauteur]
54187υψούν[ὑψοῦν] υ-ψούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα υψούν: ΝΟΜ. εμπράγματο δικαίωμα επέκτασης ακινήτου καθ' ύψος σε περίπτωση που υπάρχει υπόλοιπο συντελεστή δόμησης. ΣΥΝ. αέρας (5) [< ουδ. μτχ. εν. του ρ. ὑψῶ]
54188υψοφοβία[ὑψοφοβία] υ-ψο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος τον οποίο νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται σε ψηλό σημείο και ο οποίος συνοδεύεται συχνά από ίλιγγο και αίσθημα πτώσης. Βλ. -φοβία. ΣΥΝ. ακροφοβία [< αγγλ. hypsophobia]
54189ύψωμα[ὕψωμα] ύ-ψω-μα ουσ. (ουδ.) {υψώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. χαμηλού ύψους προεξοχή της επιφάνειας του εδάφους: απόκρημνο/βραχώδες/γυμνό ~. Το ~ του λόφου. Κορυφή/πρόποδες του ~ατος. ~ με πανοραμική θέα. Πβ. έξαρμα, έξαρση. Βλ. γήλοφος. ΣΥΝ. ψήλωμα (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι από πρόσφορο που φέρει τη σφραγίδα με τον Σταυρό και δίνεται ως αντίδωρο στους πιστούς. ● Υποκ.: υψωματάκι (το) [< μτγν. ὕψωμα]
54190υψώνω[ὑψώνω] υ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {ύψω-σα, υψώ-θηκε, -μένος, υψών-οντας} 1. ανεβάζω κάτι πιο ψηλά από το σημείο στο οποίο βρίσκεται, στρέφω προς τα πάνω: Οι διαδηλωτές ~σαν πανό (διαμαρτυρίας). Πβ. σηκώνω. Βλ. υπερ~.|| ~ το κεφάλι/το χέρι. ~σε το βλέμμα/τα μάτια προς τον ουρανό (πβ. αν~. ΑΝΤ. κατεβάζω, χαμηλώνω). 2. προσθέτω ύψος σε κάτι: Πρόσφατα ~θηκε δεύτερος όροφος στο κτίριο. Πβ. ψηλώνω.|| (μτφ.) Μετά τον καβγά, ένα τείχος ~θηκε ανάμεσά τους (: δεν υπάρχει ψυχική επικοινωνία). 3. (μτφ.) προάγω κάποιον ή κάτι σε ανώτερο επίπεδο, εξυψώνω: Με τον θάνατό του ~θηκε σε σύμβολο ανδρείας. Πβ. ανυψώνω. 4. αυξάνω: Οι έμποροι ~ουν τις τιμές των προϊόντων τους. ΑΝΤ. μειώνω (1) 5. ΜΑΘ. πολλαπλασιάζω έναν αριθμό (βάση) με τον εαυτό του όσες φορές υποδεικνύει ο εκθέτης: ~ το τέσσερα στη δευτέρα. ● Παθ.: υψώνεται 1. ανεβαίνει σε μεγάλο ύψος: Το αεροπλάνο ~θηκε στα ... μέτρα. Φλόγες ~ονται από το κτίριο. 2. δεσπόζει, κυριαρχεί στον χώρο λόγω μεγάλου ύψους: Στα ανατολικά ~ το όρος ... Στο λιμάνι ~ το άγαλμα του ... ● ΦΡ.: σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, υψώνω τη σημαία βλ. σημαία, υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< αρχ. ὑψῶ ‘ανυψώνω, εξυψώνω, επαίρομαι’]
58746ύψωση[ὕψωση] ύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σήκωμα, ανύψωση, ανέβασμα: ~ (= έπαρση) της σημαίας. Πβ. άρση. ΑΝΤ. κατέβασμα, υποστολή.|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμού σε δύναμη. Βλ. εκθέτης.|| ~ των τιμών (πβ. άνοδος, αύξηση. ΑΝΤ. πτώση).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Τιμίου Σταυρού. Βλ. υπερ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κατά την προσκομιδή) συμβολική κίνηση του ιερέα, ο οποίος σηκώνει ψηλά το πρόσφορο τρεις φορές, κάνοντας το σχήμα του σταυρού. [< μτγν. ὕψωσις]
54191φ(πρόφ. φι) 1. το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [f]: ~ κεφαλαίο (Φ). ~ μικρό (φ). Πβ. φι. Βλ. σύμφωνο. 2. (Φ' ή φ') πεντακόσια ή πεντακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Φ ή ,φ:) πεντακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Φ, μεσν. φ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.