Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54680-54700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54184υψομετρικός, ή, ό [ὑψομετρικός] υ-ψο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΔ. -ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με το υψόμετρο ή την υψομετρία: ~ός: χάρτης. ~ή: ανάβαση/αποτύπωση/διαβάθμιση/διαφορά/ζώνη/μελέτη/στάθμη. ~ό: διάγραμμα/εύρος/όριο. ~ά: δεδομένα. ● επίρρ.: υψομετρικά ● ΣΥΜΠΛ.: ισοϋψής (καμπύλη) βλ. ισοϋψής [< γαλλ. hypsométrique, αγγλ. hypsometric(al)]
54185υψόμετρο[ὑψόμετρο] υ-ψό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου} 1. ΤΟΠΟΓΡ. κατακόρυφη απόσταση σημείου της επιφάνειας της Γης από τη μέση στάθμη της θάλασσας: μέτριο (βλ. ημιορεινός)/υψηλό (βλ. ορεινός)/χαμηλό (βλ. πεδινός) ~. Μεταβολή/μέτρηση/υπολογισμός του ~έτρου. Το ~ του βουνού/της πόλης. Περιοχές με ~ πάνω από ... μέτρα. Η ασθένεια του ~ου. Προπόνηση σε ~ (ενν. υψηλό). Πβ. ύψος. 2. ΜΕΤΡΟΛ. αλτίμετρο: ρολόι με ~. [< 1: γαλλ. altitude 2: γαλλ. hypsomètre, αγγλ. hypsometer]
54186ύψος[ὕψος] ύ-ψος ουσ. (ουδ.) {ύψ-ους | -η, -ών} 1. απόσταση σε κατακόρυφο άξονα από τη βάση ως την κορυφή: το ~ του αγάλματος/δωματίου/κτιρίου/τοίχου. ~ πόρτας. Ρύθμιση του ~ους (του καθίσματος).|| Το ~ του βουνού. Βλ. υψόμετρο.|| (το ~ του ανθρώπου) Αναλογία βάρους-~ους. Tι ~ έχεις; Πβ. ανάστημα, μπόι. 2. συγκεκριμένη θέση πάνω σε νοητή κατακόρυφη γραμμή και γενικότ. σε σχέση με ορισμένο σημείο αναφοράς: μπότες/φούστα μέχρι το ~ του γόνατου. Μου φτάνει μέχρι το ~ των ώμων. Πετάμε σε μεγάλο ~. Πβ. επίπεδο.|| Ατύχημα στο ~ της οδού ...|| (μτφ.) Περιμένει την εξ ~ους βοήθεια (: τη θεϊκή βοήθεια, το θαύμα). 3. (μτφ.) το ανώτερο σημείο προς το οποίο κινείται ένα οικονομικό κυρ. μέγεθος: (ΟΙΚΟΝ.) το ~ των αποδοχών/της αποζημίωσης/των δαπανών/των επενδύσεων/των επιτοκίων/της παραγωγής/των συναλλαγών/των τιμών/της χρηματοδότησης. Αγορές/δάνειο/κεφάλαιο/λογαριασμός/οφειλές/πρόστιμο/συμφωνία/υποτροφία ~ους ... ευρώ.|| Το ~ της βροχόπτωσης. Πβ. ποσότητα. 4. ΓΕΩΜ. το κάθετο ευθύγραμμο τμήμα που φέρεται από κορυφή γεωμετρικού σχήματος ή σώματος προς τη βάση του: ~ του κυλίνδρου/ορθογωνίου/παραλληλογράμμου/πρίσματος/τραπεζίου/τριγώνου (βλ. ορθόκεντρο). 5. ΜΟΥΣ. η ποιότητα ενός μουσικού ήχου, η οποία καθορίζεται από τη συχνότητα των δονήσεων που τον παράγουν. Πβ. τόνος. ΣΥΝ. οξύτητα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) ύψος: ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής πρέπει να περάσει πάνω από έναν πήχη τοποθετημένο οριζόντια σε δύο στυλοβάτες: ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. (άλμα εις) μήκος. [< αγγλ. high jump] ● ΦΡ.: ή του ύψους ή του βάθους: προκειμένου να δηλωθεί η αστάθεια που χαρακτηρίζει κάποιον/κάτι: Είναι ~ ~, τη μια κατενθουσιασμένος με τη δουλειά, την άλλη απογοητευμένος. ~ ~ η ομάδα· από τη νίκη στην ήττα., παίρνω ύψος ΑΝΤ. χάνω ύψος 1. ψηλώνω: Πήρε απότομα ~, όταν μπήκε στην εφηβεία. ΣΥΝ. παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι 2. φτάνω σε επιθυμητή ή μεγάλη απόσταση, συνήθ. από το έδαφος: Το ελικόπτερο πήρε ~ και άλλαξε πορεία. Η μπάλα πήρε ~ και κατέληξε εκτός γηπέδου., πετώ στα ύψη (μτφ.) 1. ανεβαίνω, αυξάνομαι: Οι τιμές πέταξαν ~. 2. είμαι πολύ χαρούμενος: Πέταξε ~, όταν άκουσε τα καλά νέα., στα ύψη (μτφ.): για να δηλωθεί αύξηση σε μεγάλο βαθμό: αδρεναλίνη/ψυχολογία ~ ~. Τα ενοίκια/οι πωλήσεις του βιβλίου/οι τιμές (των ακινήτων/τροφίμων) ανέβηκαν ~ ~. ~ ~ εκτινάχθηκε/εκτοξεύτηκε η μετοχή της ..., χάνω ύψος: παύω να έχω μεγάλη ή την επιθυμητή απόσταση συνήθ. από το έδαφος: Λόγω βλάβης το αεροπλάνο έχασε ~ και συνετρίβη.|| Οι άνθρωποι με οστεοπόρωση τείνουν να ~ουν ~. Πβ. κονταίνω. ΑΝΤ. παίρνω ύψος., σε δυσθεώρητα ύψη βλ. δυσθεώρητος, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< αρχ. ὕψος, γαλλ. hauteur]
54187υψούν[ὑψοῦν] υ-ψούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα υψούν: ΝΟΜ. εμπράγματο δικαίωμα επέκτασης ακινήτου καθ' ύψος σε περίπτωση που υπάρχει υπόλοιπο συντελεστή δόμησης. ΣΥΝ. αέρας (5) [< ουδ. μτχ. εν. του ρ. ὑψῶ]
54188υψοφοβία[ὑψοφοβία] υ-ψο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος τον οποίο νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται σε ψηλό σημείο και ο οποίος συνοδεύεται συχνά από ίλιγγο και αίσθημα πτώσης. Βλ. -φοβία. ΣΥΝ. ακροφοβία [< αγγλ. hypsophobia]
54189ύψωμα[ὕψωμα] ύ-ψω-μα ουσ. (ουδ.) {υψώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. χαμηλού ύψους προεξοχή της επιφάνειας του εδάφους: απόκρημνο/βραχώδες/γυμνό ~. Το ~ του λόφου. Κορυφή/πρόποδες του ~ατος. ~ με πανοραμική θέα. Πβ. έξαρμα, έξαρση. Βλ. γήλοφος. ΣΥΝ. ψήλωμα (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι από πρόσφορο που φέρει τη σφραγίδα με τον Σταυρό και δίνεται ως αντίδωρο στους πιστούς. ● Υποκ.: υψωματάκι (το) [< μτγν. ὕψωμα]
54190υψώνω[ὑψώνω] υ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {ύψω-σα, υψώ-θηκε, -μένος, υψών-οντας} 1. ανεβάζω κάτι πιο ψηλά από το σημείο στο οποίο βρίσκεται, στρέφω προς τα πάνω: Οι διαδηλωτές ~σαν πανό (διαμαρτυρίας). Πβ. σηκώνω. Βλ. υπερ~.|| ~ το κεφάλι/το χέρι. ~σε το βλέμμα/τα μάτια προς τον ουρανό (πβ. αν~. ΑΝΤ. κατεβάζω, χαμηλώνω). 2. προσθέτω ύψος σε κάτι: Πρόσφατα ~θηκε δεύτερος όροφος στο κτίριο. Πβ. ψηλώνω.|| (μτφ.) Μετά τον καβγά, ένα τείχος ~θηκε ανάμεσά τους (: δεν υπάρχει ψυχική επικοινωνία). 3. (μτφ.) προάγω κάποιον ή κάτι σε ανώτερο επίπεδο, εξυψώνω: Με τον θάνατό του ~θηκε σε σύμβολο ανδρείας. Πβ. ανυψώνω. 4. αυξάνω: Οι έμποροι ~ουν τις τιμές των προϊόντων τους. ΑΝΤ. μειώνω (1) 5. ΜΑΘ. πολλαπλασιάζω έναν αριθμό (βάση) με τον εαυτό του όσες φορές υποδεικνύει ο εκθέτης: ~ το τέσσερα στη δευτέρα. ● Παθ.: υψώνεται 1. ανεβαίνει σε μεγάλο ύψος: Το αεροπλάνο ~θηκε στα ... μέτρα. Φλόγες ~ονται από το κτίριο. 2. δεσπόζει, κυριαρχεί στον χώρο λόγω μεγάλου ύψους: Στα ανατολικά ~ το όρος ... Στο λιμάνι ~ το άγαλμα του ... ● ΦΡ.: σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, υψώνω τη σημαία βλ. σημαία, υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< αρχ. ὑψῶ ‘ανυψώνω, εξυψώνω, επαίρομαι’]
58746ύψωση[ὕψωση] ύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σήκωμα, ανύψωση, ανέβασμα: ~ (= έπαρση) της σημαίας. Πβ. άρση. ΑΝΤ. κατέβασμα, υποστολή.|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμού σε δύναμη. Βλ. εκθέτης.|| ~ των τιμών (πβ. άνοδος, αύξηση. ΑΝΤ. πτώση).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Τιμίου Σταυρού. Βλ. υπερ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κατά την προσκομιδή) συμβολική κίνηση του ιερέα, ο οποίος σηκώνει ψηλά το πρόσφορο τρεις φορές, κάνοντας το σχήμα του σταυρού. [< μτγν. ὕψωσις]
54191φ(πρόφ. φι) 1. το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [f]: ~ κεφαλαίο (Φ). ~ μικρό (φ). Πβ. φι. Βλ. σύμφωνο. 2. (Φ' ή φ') πεντακόσια ή πεντακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Φ ή ,φ:) πεντακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Φ, μεσν. φ]
54192φαουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η τέταρτη νότα στην ευρωπαϊκή κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: ~ δίεση. Το κλειδί του ~.|| ~ ματζόρε/μινόρε. Σονάτα σε ~ ελάσσονα/μείζονα. [< ιταλ. fa]
54193φάβαφά-βα ουσ. (θηλ.) 1. όσπριο που παράγεται από το λαθούρι· συνεκδ. το σχετικό φαγητό σε μορφή πολτού: κίτρινη/πράσινη ~. ~ Σαντορίνης.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βρασμένη ~. ~ παντρεμένη με χταπόδι. ~ με κρεμμύδια. Κεφτέδες ~ας (βλ. -κεφτές). 2. (μτφ.-προφ.) μεγάλη αποτυχία: ~ η ταινία. Πβ. μάπα, μούφα, πατάτα, τζίφος, φιάσκο, φόλα. ● ΦΡ.: κάποιο λάκκο έχει η φάβα βλ. λάκκος [< μτγν. φάβα (το) < λατ. faba, ιταλ. fava]
54194φαβέλαφα-βέ-λα ουσ. (θηλ.): βραζιλιάνικη παραγκούπολη. Πβ. τενεκεδούπολη. [< αμερικ. favela, 1946, γαλλ. favéla, περ. 1950]
54195φαβορίφα-βο-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (σε αναμέτρηση ή διαγωνισμό) ο επικρατέστερος για τη νίκη: Αποτελεί/θεωρείται το αδιαφιλονίκητο/ακλόνητο/απόλυτο/μεγάλο ~ των εκλογών. Είναι ~ για τη θέση του προέδρου.|| Τα ~ της γιουροβίζιον/των όσκαρ.|| (ΑΘΛ.) Το ~ της κούρσας (: για δρομέα ή άλογο· βλ. γκανιάν). ~ για την πρόκριση/τον τίτλο/το χρυσό (μετάλλιο). Πβ. σιγουράκι. ΑΝΤ. αουτσάιντερ [< γαλλ. favori]
54196φαβορίτεςφα-βο-ρί-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φαβορίτα}: γένια ως προέκταση των μαλλιών στα πλάγια, μπροστά από τα αυτιά: μακριές/μεγάλες ~. Αφήνω ~. Βλ. μούσι. [< ιταλ. favoriti]
54197φαβοριτισμόςφα-βο-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ευνοιοκρατία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. favoritisme]
54198φαγάδικοφα-γά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα που σερβίρει φαγητό, κυρ. ταβέρνα: Ξέρει όλα τα ~α της περιοχής. Πβ. εστιατόριο, μαγειρείο, μεζεδοπωλείο. Βλ. -άδικο.
54199φαγάναφα-γά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εκσκαφέας. Πβ. μπουλντόζα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. βυθοκόρος. 3. & φαγάνας (ο): (μτφ.) φαγάς· κατ' επέκτ. άπληστος. Πβ. αχόρταγος, φαταούλας. 4. (μτφ.) μηχάνημα ή όχημα που καταναλώνει πολλά καύσιμα. Βλ. ενεργοβόρος.
54200φαγανός, ή, ό φα-γα-νός επίθ. (προφ.): που τρώει πολύ και με όρεξη: ~ό: παιδί. Πβ. λαίμαργος. ΑΝΤ. λιγόφαγος.|| (μτφ.) ~ό σε βενζίνη (αμάξι). Πβ. φαγάνα.
54201φαγάςφα-γάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαγού} (προφ.): άτομο που τρώει πολύ· λαίμαργος. Πβ. φαταούλας. Βλ. -άς. ΣΥΝ. πολυφαγάς [< αρχ. φαγᾶς]
54202φαγγρίφαγ-γρί ουσ. (ουδ.) & (συχνότ.) φαγκρί: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Pagrus pagrus) με ασημένια-λευκή κοιλιά, χρυσή-κόκκινη ράχη και πλευρά, τα οποία φέρουν διάσπαρτα γαλανά στίγματα, και εδώδιμη λευκή σάρκα: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στα κάρβουνα. Βλ. λυθρίνι, σαργός, συναγρίδα, τσιπούρα. [< μεσν. φαγγρί < *φαγρίον < αρχ. φάγρος ‘αδηφάγο ψάρι’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.