Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54680-54700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54192φαουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η τέταρτη νότα στην ευρωπαϊκή κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: ~ δίεση. Το κλειδί του ~.|| ~ ματζόρε/μινόρε. Σονάτα σε ~ ελάσσονα/μείζονα. [< ιταλ. fa]
54193φάβαφά-βα ουσ. (θηλ.) 1. όσπριο που παράγεται από το λαθούρι· συνεκδ. το σχετικό φαγητό σε μορφή πολτού: κίτρινη/πράσινη ~. ~ Σαντορίνης.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βρασμένη ~. ~ παντρεμένη με χταπόδι. ~ με κρεμμύδια. Κεφτέδες ~ας (βλ. -κεφτές). 2. (μτφ.-προφ.) μεγάλη αποτυχία: ~ η ταινία. Πβ. μάπα, μούφα, πατάτα, τζίφος, φιάσκο, φόλα. ● ΦΡ.: κάποιο λάκκο έχει η φάβα βλ. λάκκος [< μτγν. φάβα (το) < λατ. faba, ιταλ. fava]
54194φαβέλαφα-βέ-λα ουσ. (θηλ.): βραζιλιάνικη παραγκούπολη. Πβ. τενεκεδούπολη. [< αμερικ. favela, 1946, γαλλ. favéla, περ. 1950]
54195φαβορίφα-βο-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (σε αναμέτρηση ή διαγωνισμό) ο επικρατέστερος για τη νίκη: Αποτελεί/θεωρείται το αδιαφιλονίκητο/ακλόνητο/απόλυτο/μεγάλο ~ των εκλογών. Είναι ~ για τη θέση του προέδρου.|| Τα ~ της γιουροβίζιον/των όσκαρ.|| (ΑΘΛ.) Το ~ της κούρσας (: για δρομέα ή άλογο· βλ. γκανιάν). ~ για την πρόκριση/τον τίτλο/το χρυσό (μετάλλιο). Πβ. σιγουράκι. ΑΝΤ. αουτσάιντερ [< γαλλ. favori]
54196φαβορίτεςφα-βο-ρί-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φαβορίτα}: γένια ως προέκταση των μαλλιών στα πλάγια, μπροστά από τα αυτιά: μακριές/μεγάλες ~. Αφήνω ~. Βλ. μούσι. [< ιταλ. favoriti]
54197φαβοριτισμόςφα-βο-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ευνοιοκρατία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. favoritisme]
54198φαγάδικοφα-γά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα που σερβίρει φαγητό, κυρ. ταβέρνα: Ξέρει όλα τα ~α της περιοχής. Πβ. εστιατόριο, μαγειρείο, μεζεδοπωλείο. Βλ. -άδικο.
54199φαγάναφα-γά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εκσκαφέας. Πβ. μπουλντόζα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. βυθοκόρος. 3. & φαγάνας (ο): (μτφ.) φαγάς· κατ' επέκτ. άπληστος. Πβ. αχόρταγος, φαταούλας. 4. (μτφ.) μηχάνημα ή όχημα που καταναλώνει πολλά καύσιμα. Βλ. ενεργοβόρος.
54200φαγανός, ή, ό φα-γα-νός επίθ. (προφ.): που τρώει πολύ και με όρεξη: ~ό: παιδί. Πβ. λαίμαργος. ΑΝΤ. λιγόφαγος.|| (μτφ.) ~ό σε βενζίνη (αμάξι). Πβ. φαγάνα.
54201φαγάςφα-γάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαγού} (προφ.): άτομο που τρώει πολύ· λαίμαργος. Πβ. φαταούλας. Βλ. -άς. ΣΥΝ. πολυφαγάς [< αρχ. φαγᾶς]
54202φαγγρίφαγ-γρί ουσ. (ουδ.) & (συχνότ.) φαγκρί: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Pagrus pagrus) με ασημένια-λευκή κοιλιά, χρυσή-κόκκινη ράχη και πλευρά, τα οποία φέρουν διάσπαρτα γαλανά στίγματα, και εδώδιμη λευκή σάρκα: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στα κάρβουνα. Βλ. λυθρίνι, σαργός, συναγρίδα, τσιπούρα. [< μεσν. φαγγρί < *φαγρίον < αρχ. φάγρος ‘αδηφάγο ψάρι’]
54203φαγεντιανός, ή, ό φα-γε-ντια-νός επίθ.: (για κεραμικό) που έχει επικάλυψη από κασσίτερο, ώστε να είναι αδιάβροχο και να μπορεί να διακοσμηθεί η επιφάνειά του: ~ά: αγγεία. ● Ουσ.: φαγεντιανή (η) & (σπάν.) φαγεντιανή γη/πορσελάνη 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. μείγμα άμμου και άλλων υλικών (χαλαζία, πυριτόλιθου, ανθρακικού νατρίου), από το οποίο κατασκευάζονταν διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα που, όταν ψήνονταν, αποκτούσαν στιλπνή όψη, η οποία θύμιζε ελεφαντόδοντο: αιγυπτιακή/μινωική/μυκηναϊκή ~. Ειδώλια/κοσμήματα από ~. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. φαγιάνς. [< γαλλ. fayence]
54204φαγέσωρεςφα-γέ-σω-ρες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. φαγέσωρας}: ΙΑΤΡ. συγκεντρώσεις κερατίνης και σμήγματος που φράζουν τους πόρους των σμηγματογόνων αδένων: ανοιχτοί (: μαύρα στίγματα)/κλειστοί ή λευκοί ~. ~ ακμής στο μέτωπο/στο πιγούνι και τη μύτη. Πβ. μπιμπίκι, σπυρί. Βλ. βλατίδα, σμηγματόρροια, φλύκταινα. [< μτγν. φαγέσωρος 'λαίμαργος', γαλλ. comédons]
54205φαγεσωρικός, ή, ό φα-γε-σω-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους φαγέσωρες: ~ή: ακμή.
54206φαγεσωρογόνος, ος, ο φα-γε-σω-ρο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί φαγέσωρες: υποαλλεργική, μη ~ κρέμα/λοσιόν. [< γαλλ. comédogène, 1980]
54207φαγητόφα-γη-τό ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. φαΐ 1. τροφή συνήθ. μαγειρεμένη: βραδινό/γευστικό/ελαφρύ/ζεστό/θρεπτικό/καθιερωμένο/καμένο/μεσημεριανό/μπόλικο/νηστίσιμο/νόστιμο/πρόχειρο/σπιτικό/φρέσκο ~. Κοινό ~ (: ευρύτατα διαδεδομένο ή ομαδικό). Κατεψυγμένα/λιπαρά/πικάντικα ~ά. Διεθνή και παραδοσιακά/τοπικά ~ά. Είδη/σετ/τραπέζι ~ού. ~ και ποτό. ~ά διαίτης/κατσαρόλας/φούρνου/της ώρας. Συνταγές ~ών. Ποιο είναι το αγαπημένο σου ~; Ετοιμάζω/σερβίρω το ~. Έμειναν χωρίς ~. Πβ. έδεσμα. Βλ. φαγώσιμα. 2. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρώω: διάλειμμα για ~. Μας κάλεσαν για ~ στο σπίτι τους. Πού θα πάμε για ~; 3. (συνεκδ.) η ώρα του γεύματος ή του δείπνου· η σχετική διαδικασία: προ ~ού. Να βουρτσίζεις τα δόντια σου μετά το/να πλένεις τα χέρια σου πριν από το ~.|| Συγγνώμη που σε διέκοψα από το ~ σου. Βλ. -ητό. ● Υποκ.: φαγητούλι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γρήγορο φαγητό: που παρασκευάζεται εύκολα ή/και καταναλώνεται γρήγορα. Πβ. φαστ φουντ. Βλ. τζανκ φουντ., έτοιμο φαγητό: που δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία ή προσθήκη υλικών, εκτός από ψήσιμο ή ζέσταμα, προκειμένου να φαγωθεί: Τα ~α (~ά) έχουν χαμηλή διατροφική αξία. Βλ. σπιτικός., πλαστικό φαγητό βλ. πλαστικός, φαγητό σε πακέτο βλ. πακέτο ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό βλ. πιάτο, ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ βλ. ξαναζεσταίνω [< μεσν. φαγητόν]
54208φαγητοδοχείοφα-γη-το-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.): δοχείο φαγητού: ανοξείδωτο/γυάλινο/πλαστικό ~. ~ για τοστ. Βλ. τάπερ.
54210φαγιάνςφα-γιάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) φαγιάντσα: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πορώδης πηλός από τον οποίο κατασκευάζονται κεραμικά, τα οποία, στη συνέχεια, επικαλύπτονται με σμάλτο, για να είναι αδιάβροχα· συνεκδ. κάθε αντίστοιχο αντικείμενο: βάζο/σερβίτσιο/σκεύη από ~. (ως επίθ.) Πιάτα/πλακάκια ~.|| Κρύσταλλα και ~. ΣΥΝ. φαγεντιανή (2) [< γαλλ. faience]
54211φαγιούμφα-γιούμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & πορτρέτα Φαγιούμ: ΑΡΧΑΙΟΛ. νεκρικές προσωπογραφίες (1ος-4ος αι. μ.Χ.) φιλοτεχνημένες σε ξύλο (ή πανί) με τη μέθοδο της εγκαυστικής ή σπανιότ. της τέμπερας, τις οποίες έφεραν, στη θέση του προσώπου, σαρκοφάγοι (μούμιες) που ανακαλύφθηκαν στην ομώνυμη επαρχία νοτιοδυτικά του Καΐρου. [< αγγλ. Fayum portrait, 1961 < αιγυπτιακό Al-Fayyum]
54212φαγκότοφα-γκό-το ουσ. (ουδ.) {κ. άκλ.}: ΜΟΥΣ. βαθύφωνο ξύλινο πνευστό όργανο με μεγάλο διπλωμένο σωλήνα, στο μικρό τμήμα του οποίου υπάρχει σπείρα με διπλό γλωσσίδι στην άκρη της, ώστε το όργανο να κρατιέται λοξά, πλάι στο στόμα· έχει οπές με τάπες και έναν πολύπλοκο μηχανισμό μοχλών. Βλ. όμποε, φλάουτο. ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα φαγκότο: πνευστό που αποτελεί παραλλαγή του φαγκότου, είναι μεγαλύτερο από αυτό και παίζει μία οκτάβα χαμηλότερα. [< ιταλ. fagotto]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.