Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54700-54720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54213φαγκρίβλ. φαγγρί
54214φαγοκύτταραφα-γο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φαγοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα τα οποία ενεργοποιούνται με την εμφάνιση παθογόνου μικροοργανισμού, φτάνουν με την κυκλοφορία του αίματος στο σημείο της φλεγμονής και τον καταστρέφουν: μονοπύρηνα ~ (= μακροφάγα). Βλ. ανοσο-, λεμφο-κύτταρα. [< γαλλ.-αγγλ. phagocytes]
54215φαγοκυτταρικός, ή, ό φα-γο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα φαγοκύτταρα: ~ή: δραστηριότητα/λειτουργία των λευκοκυττάρων. [< γαλλ. phagocytaire , αγγλ. phagocytal, phagogytic(al)]
54216φαγοκυττάρωσηφα-γο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & φαγοκύτ(τ)ωση & κυτταροφαγία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μηχανισμός άμυνας του οργανισμού, που συνίσταται στην καταστροφή παθογόνων μικροοργανισμών από τα φαγοκύτταρα (μακροφάγα): ~ βακτηρίων/μικροβίων. Βλ. ενδοκύτωση. [< γαλλ. phagocytose, αγγλ. phagocytosis]
54217φαγοπότιφα-γο-πό-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλουσιοπάροχο γεύμα, διασκέδαση με άφθονο φαγητό και ποτό: μουσική, χορός και ~. Πβ. γλέντι, ευωχία, λουκούλλειο γεύμα, τσιμπούσι. ● ΦΡ.: μεγάλο/γερό φαγοπότι (μτφ.): μεγάλη κατάχρηση (δημόσιου) χρήματος. Βλ. σκάνδαλο. [< μεσν. φαγοπότι(ο)ν]
54218φαγόπυροφα-γό-πυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Fagopyrum, ιδ. F. esculentum F. tartaricum) που καλλιεργείται για τους πλούσιους σε θρεπτικά συστατικά σπόρους του, όμοιους με εκείνους των σιτηρών. Βλ. μαυραγάνι, μαυροσίταρο.
54219φάγοςφά-γος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. βακτηριοφάγος. [< αγγλ. phage, 1925, γαλλ. ~, 1955]
54221φαγούραφα-γού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυσάρεστος δερματικός ερεθισμός που προκαλεί την ανάγκη για ξύσιμο: ανυπόφορη/γενικευμένη/ενοχλητική ~. Χεράκι ~ας. ~ στο κεφάλι (βλ. ψείρα)/στη μύτη/στην πλάτη. ~ και εξανθήματα (βλ. αλλεργία, ψώρα). Αλοιφή για εκζέματα και ~ες. Έχω/νιώθω ~. Βλ. τσούξιμο. ΣΥΝ. κνησμός 2. (μτφ.-ειρων.) έντονη επιθυμία, ανυπομονησία: Σ' έπιασε τώρα ~ να πας; Βλ. -ούρα1. ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα (ειρων.): ως έκφραση αδιαφορίας: ~ ~ αν θα 'ρθει! Πβ. ζαμανφού. ΣΥΝ. δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα [< μεσν. φαγούρα]
54222φαγουρίζειφα-γου-ρί-ζει ρ. (μτβ.): στη ● ΦΡ.: με φαγουρίζει (προφ.): νιώθω φαγούρα, με τρώει: ~ ~ το χέρι μου.
54223φαγώθηκαβλ. τρώω
54224φάγωμαφά-γω-μα ουσ. (ουδ.) {φαγώμ-ατα} (προφ.) 1. μάσημα και κατάποση τροφής: το ~ ψωμιού. Πβ. βρώση.|| (κατ' επέκτ.) ~ των νυχιών (= ονυχοφαγία). 2. (μτφ.) κλοπή, οικειοποίηση: το ~ του δημόσιου χρήματος. Πβ. κλέψιμο. 3. (μτφ.) κατασπατάληση, ξόδεμα: το ~ της περιουσίας. Πβ. διασπάθιση. 4. (μτφ.) διάβρωση, φθορά: ~ του μετάλλου. 5. (μτφ.) φαγωμάρα: ~ατα μεταξύ συναδέλφων.
54225φαγωμάραφα-γω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φαγωμός (ο) (προφ.): διαφωνίες, καβγάδες και γκρίνιες: εσωκομματική ~. Επικρατεί/έχει πέσει ~ (μεταξύ των ...). Η ήττα/η φτώχεια φέρνει ~. Πβ. τσακωμός. ΣΥΝ. φάγωμα (5)
54226φαγωμένος, η, ο φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.) ΑΝΤ. αφάγωτος 1. που έχει φάει· χορτάτος: Μην κολυμπάς ~! ΑΝΤ. ατάιστος, νηστικός 2. (μτφ.) φθαρμένος: ~ο: ξύλο (βλ. σκουληκο~). ~α: λάστιχα/τακούνια/φύλλα (πβ. κατεστραμμένος). Βράχια ~α απ' την αλμύρα (πβ. διαβρωμένος). Ρούχα ~α απ' την πολυκαιρία (πβ. λιωμένος, παλιός, βλ. σκορο~). 3. (μτφ.) που έχει κατασπαταληθεί: ~α: κονδύλια/λεφτά. 4. που έχει φαγωθεί. Βλ. μισο~.|| (κατ' επέκτ.) ~α: νύχια.
54227φαγώνομαιφα-γώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.) 1. καβγαδίζω, βρίσκομαι σε αντιπαλότητα με κάποιον: ~ονται (μεταξύ τους) σαν τον σκύλο με τη γάτα. Πβ. γκρινιάζω, μαλώνω, τσακώνομαι, φιλονικώ. ΣΥΝ. τρώγομαι (1) 2. επιθυμώ έντονα κάτι, με αποτέλεσμα να γίνομαι ενοχλητικός: ~θηκε/έχει ~θεί να έρθει μαζί μας. ΣΥΝ. λυσσώ (1) ● φαγώνεται 1. τρώγεται: ~θηκε όλο το φαΐ. 2. (μτφ.) φθείρεται, τρίβεται: Έχουν ~θεί τα λάστιχα (του αυτοκινήτου)/οι σόλες (απ' το περπάτημα). 3. (μτφ.) κατασπαταλάται, ξοδεύεται: ~θηκαν πολλά λεφτά σε περιττά έξοδα. [< μεσν. φαγώνω]
54228φαγώσιμαφα-γώ-σι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τρόφιμα: προμήθειες σε ρούχα και ~.
54229φαγώσιμος, η, ο φα-γώ-σι-μος επίθ. (προφ.): που μπορεί να φαγωθεί: ~ο: κρέας. ~οι: καρποί. ~α: χόρτα. ΣΥΝ. βρώσιμος, εδώδιμος
54230φάδιβλ. υφάδι
54231φάεβλ. τρώω
54232φαεινός, ή, ό φα-ει-νός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εμπνευσμένος, έξοχος στη σύλληψη: ~ό: παράδειγμα.|| (ειρων.) Ποιος ~ εγκέφαλος/νους αποφάσισε κάτι τέτοιο; 2. (παλαιότ.) φωτεινός, ακτινοβόλος. ● ΣΥΜΠΛ.: φαεινή ιδέα: λαμπρή, καταπληκτική, έξυπνη ιδέα: Μου ήρθε/κατέβηκε μια ~ ~. Πβ. το βρήκα!|| (συνήθ. ειρων.) Ποιος είχε αυτή τη ~ ~; [< γαλλ. idée lumineuse] ● ΦΡ.: ηλίου φαεινότερον (λόγ.): ολοφάνερο, αυταπόδεικτο: Καθίσταται ~ ~ ότι ... Πβ. φως φανάρι, πέρα από κάθε αμφιβολία. [< 2: αρχ. φαεινός ‘λαμπερός’]
54233φαΐφα-ΐ ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον πληθ. φαγιά} (προφ.) & (λαϊκό) φαγί: φαγητό: νόστιμο ~. Μια μπουκιά ~. Περίσσεψε ~. Ετοίμασε/έψησε το ~. Δεν άγγιξε το ~ του. Έπεσε με τα μούτρα/στρώθηκε στο ~.|| Έσκασα στο ~ (: έφαγα πάρα πολύ). Το 'χει ρίξει στο ~. Βλ. προσφάι. ● Υποκ.: φαγάκι (το) ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό βλ. πιάτο, έχει ψωμί/φαΐ βλ. ψωμί, το τρώει το φαΐ του/της βλ. τρώω [< μεσν. φαγί < αρχ. απαρέμφατο φαγεῖν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.