| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54203 | φαγεντιανός | , ή, ό φα-γε-ντια-νός επίθ.: (για κεραμικό) που έχει επικάλυψη από κασσίτερο, ώστε να είναι αδιάβροχο και να μπορεί να διακοσμηθεί η επιφάνειά του: ~ά: αγγεία. ● Ουσ.: φαγεντιανή (η) & (σπάν.) φαγεντιανή γη/πορσελάνη 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. μείγμα άμμου και άλλων υλικών (χαλαζία, πυριτόλιθου, ανθρακικού νατρίου), από το οποίο κατασκευάζονταν διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα που, όταν ψήνονταν, αποκτούσαν στιλπνή όψη, η οποία θύμιζε ελεφαντόδοντο: αιγυπτιακή/μινωική/μυκηναϊκή ~. Ειδώλια/κοσμήματα από ~. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. φαγιάνς. [< γαλλ. fayence] | |
| 54204 | φαγέσωρες | φα-γέ-σω-ρες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. φαγέσωρας}: ΙΑΤΡ. συγκεντρώσεις κερατίνης και σμήγματος που φράζουν τους πόρους των σμηγματογόνων αδένων: ανοιχτοί (: μαύρα στίγματα)/κλειστοί ή λευκοί ~. ~ ακμής στο μέτωπο/στο πιγούνι και τη μύτη. Πβ. μπιμπίκι, σπυρί. Βλ. βλατίδα, σμηγματόρροια, φλύκταινα. [< μτγν. φαγέσωρος 'λαίμαργος', γαλλ. comédons] | |
| 54205 | φαγεσωρικός | , ή, ό φα-γε-σω-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους φαγέσωρες: ~ή: ακμή. | |
| 54206 | φαγεσωρογόνος | , ος, ο φα-γε-σω-ρο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί φαγέσωρες: υποαλλεργική, μη ~ κρέμα/λοσιόν. [< γαλλ. comédogène, 1980] | |
| 54207 | φαγητό | φα-γη-τό ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. φαΐ 1. τροφή συνήθ. μαγειρεμένη: βραδινό/γευστικό/ελαφρύ/ζεστό/θρεπτικό/καθιερωμένο/καμένο/μεσημεριανό/μπόλικο/νηστίσιμο/νόστιμο/πρόχειρο/σπιτικό/φρέσκο ~. Κοινό ~ (: ευρύτατα διαδεδομένο ή ομαδικό). Κατεψυγμένα/λιπαρά/πικάντικα ~ά. Διεθνή και παραδοσιακά/τοπικά ~ά. Είδη/σετ/τραπέζι ~ού. ~ και ποτό. ~ά διαίτης/κατσαρόλας/φούρνου/της ώρας. Συνταγές ~ών. Ποιο είναι το αγαπημένο σου ~; Ετοιμάζω/σερβίρω το ~. Έμειναν χωρίς ~. Πβ. έδεσμα. Βλ. φαγώσιμα. 2. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρώω: διάλειμμα για ~. Μας κάλεσαν για ~ στο σπίτι τους. Πού θα πάμε για ~; 3. (συνεκδ.) η ώρα του γεύματος ή του δείπνου· η σχετική διαδικασία: προ ~ού. Να βουρτσίζεις τα δόντια σου μετά το/να πλένεις τα χέρια σου πριν από το ~.|| Συγγνώμη που σε διέκοψα από το ~ σου. Βλ. -ητό. ● Υποκ.: φαγητούλι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γρήγορο φαγητό: που παρασκευάζεται εύκολα ή/και καταναλώνεται γρήγορα. Πβ. φαστ φουντ. Βλ. τζανκ φουντ., έτοιμο φαγητό: που δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία ή προσθήκη υλικών, εκτός από ψήσιμο ή ζέσταμα, προκειμένου να φαγωθεί: Τα ~α (~ά) έχουν χαμηλή διατροφική αξία. Βλ. σπιτικός., πλαστικό φαγητό βλ. πλαστικός, φαγητό σε πακέτο βλ. πακέτο ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό βλ. πιάτο, ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ βλ. ξαναζεσταίνω [< μεσν. φαγητόν] | |
| 54208 | φαγητοδοχείο | φα-γη-το-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.): δοχείο φαγητού: ανοξείδωτο/γυάλινο/πλαστικό ~. ~ για τοστ. Βλ. τάπερ. | |
| 54210 | φαγιάνς | φα-γιάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) φαγιάντσα: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πορώδης πηλός από τον οποίο κατασκευάζονται κεραμικά, τα οποία, στη συνέχεια, επικαλύπτονται με σμάλτο, για να είναι αδιάβροχα· συνεκδ. κάθε αντίστοιχο αντικείμενο: βάζο/σερβίτσιο/σκεύη από ~. (ως επίθ.) Πιάτα/πλακάκια ~.|| Κρύσταλλα και ~. ΣΥΝ. φαγεντιανή (2) [< γαλλ. faience] | |
| 54211 | φαγιούμ | φα-γιούμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & πορτρέτα Φαγιούμ: ΑΡΧΑΙΟΛ. νεκρικές προσωπογραφίες (1ος-4ος αι. μ.Χ.) φιλοτεχνημένες σε ξύλο (ή πανί) με τη μέθοδο της εγκαυστικής ή σπανιότ. της τέμπερας, τις οποίες έφεραν, στη θέση του προσώπου, σαρκοφάγοι (μούμιες) που ανακαλύφθηκαν στην ομώνυμη επαρχία νοτιοδυτικά του Καΐρου. [< αγγλ. Fayum portrait, 1961 < αιγυπτιακό Al-Fayyum] | |
| 54212 | φαγκότο | φα-γκό-το ουσ. (ουδ.) {κ. άκλ.}: ΜΟΥΣ. βαθύφωνο ξύλινο πνευστό όργανο με μεγάλο διπλωμένο σωλήνα, στο μικρό τμήμα του οποίου υπάρχει σπείρα με διπλό γλωσσίδι στην άκρη της, ώστε το όργανο να κρατιέται λοξά, πλάι στο στόμα· έχει οπές με τάπες και έναν πολύπλοκο μηχανισμό μοχλών. Βλ. όμποε, φλάουτο. ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα φαγκότο: πνευστό που αποτελεί παραλλαγή του φαγκότου, είναι μεγαλύτερο από αυτό και παίζει μία οκτάβα χαμηλότερα. [< ιταλ. fagotto] | |
| 54213 | φαγκρί | βλ. φαγγρί | |
| 54214 | φαγοκύτταρα | φα-γο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φαγοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα τα οποία ενεργοποιούνται με την εμφάνιση παθογόνου μικροοργανισμού, φτάνουν με την κυκλοφορία του αίματος στο σημείο της φλεγμονής και τον καταστρέφουν: μονοπύρηνα ~ (= μακροφάγα). Βλ. ανοσο-, λεμφο-κύτταρα. [< γαλλ.-αγγλ. phagocytes] | |
| 54215 | φαγοκυτταρικός | , ή, ό φα-γο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα φαγοκύτταρα: ~ή: δραστηριότητα/λειτουργία των λευκοκυττάρων. [< γαλλ. phagocytaire , αγγλ. phagocytal, phagogytic(al)] | |
| 54216 | φαγοκυττάρωση | φα-γο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & φαγοκύτ(τ)ωση & κυτταροφαγία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μηχανισμός άμυνας του οργανισμού, που συνίσταται στην καταστροφή παθογόνων μικροοργανισμών από τα φαγοκύτταρα (μακροφάγα): ~ βακτηρίων/μικροβίων. Βλ. ενδοκύτωση. [< γαλλ. phagocytose, αγγλ. phagocytosis] | |
| 54217 | φαγοπότι | φα-γο-πό-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλουσιοπάροχο γεύμα, διασκέδαση με άφθονο φαγητό και ποτό: μουσική, χορός και ~. Πβ. γλέντι, ευωχία, λουκούλλειο γεύμα, τσιμπούσι. ● ΦΡ.: μεγάλο/γερό φαγοπότι (μτφ.): μεγάλη κατάχρηση (δημόσιου) χρήματος. Βλ. σκάνδαλο. [< μεσν. φαγοπότι(ο)ν] | |
| 54218 | φαγόπυρο | φα-γό-πυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Fagopyrum, ιδ. F. esculentum F. tartaricum) που καλλιεργείται για τους πλούσιους σε θρεπτικά συστατικά σπόρους του, όμοιους με εκείνους των σιτηρών. Βλ. μαυραγάνι, μαυροσίταρο. | |
| 54219 | φάγος | φά-γος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. βακτηριοφάγος. [< αγγλ. phage, 1925, γαλλ. ~, 1955] | |
| 54221 | φαγούρα | φα-γού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυσάρεστος δερματικός ερεθισμός που προκαλεί την ανάγκη για ξύσιμο: ανυπόφορη/γενικευμένη/ενοχλητική ~. Χεράκι ~ας. ~ στο κεφάλι (βλ. ψείρα)/στη μύτη/στην πλάτη. ~ και εξανθήματα (βλ. αλλεργία, ψώρα). Αλοιφή για εκζέματα και ~ες. Έχω/νιώθω ~. Βλ. τσούξιμο. ΣΥΝ. κνησμός 2. (μτφ.-ειρων.) έντονη επιθυμία, ανυπομονησία: Σ' έπιασε τώρα ~ να πας; Βλ. -ούρα1. ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα (ειρων.): ως έκφραση αδιαφορίας: ~ ~ αν θα 'ρθει! Πβ. ζαμανφού. ΣΥΝ. δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα [< μεσν. φαγούρα] | |
| 54222 | φαγουρίζει | φα-γου-ρί-ζει ρ. (μτβ.): στη ● ΦΡ.: με φαγουρίζει (προφ.): νιώθω φαγούρα, με τρώει: ~ ~ το χέρι μου. | |
| 54223 | φαγώθηκα | βλ. τρώω | |
| 54224 | φάγωμα | φά-γω-μα ουσ. (ουδ.) {φαγώμ-ατα} (προφ.) 1. μάσημα και κατάποση τροφής: το ~ ψωμιού. Πβ. βρώση.|| (κατ' επέκτ.) ~ των νυχιών (= ονυχοφαγία). 2. (μτφ.) κλοπή, οικειοποίηση: το ~ του δημόσιου χρήματος. Πβ. κλέψιμο. 3. (μτφ.) κατασπατάληση, ξόδεμα: το ~ της περιουσίας. Πβ. διασπάθιση. 4. (μτφ.) διάβρωση, φθορά: ~ του μετάλλου. 5. (μτφ.) φαγωμάρα: ~ατα μεταξύ συναδέλφων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ