| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54234 | φαιδρός | , ή/(λόγ.) ά, ό φαι-δρός επίθ. (λόγ.) 1. γελοίος: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: εικόνα. ~ό: πρόσωπο/υποκείμενο (πβ. σαχλό). ~ά: επιχειρήματα (πβ. αβάσιμα).|| ~ή: ιστορία. Πβ. αστείος, ευτράπελος. ΑΝΤ. σοβαρός (1) 2. εύθυμος, χαρούμενος: ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: κλίμα/ύφος. Πβ. ιλαρός, χαρωπός. ● επίρρ.: φαιδρά & -ώς [-ῶς] [< 2: αρχ. φαιδρός] | |
| 54235 | φαιδρότητα | φαι-δρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) γελοιότητα: η ~ του θέματος. Επικίνδυνες ~ες (πβ. σαχλαμάρες). ΑΝΤ. σοβαρότητα (1) 2. ευθυμία: Αντιμετωπίζουν το θέμα με ~. Πβ. ιλαρότητα, κέφι. Βλ. -ότητα. [< 2: αρχ. φαιδρότης ‘λάμψη, χαρά’] | |
| 54236 | φαιδρύνω | φαι-δρύ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. φαίδρυν-ε} (λόγ.): κάνω κάτι εύθυμο, μετριάζω τη σοβαρότητά του: Για να ~ κάπως την ατμόσφαιρα/το βαρύ κλίμα/την κουβέντα, θα πω ένα ανέκδοτο. Πβ. ελαφραίνω. [< αρχ. φαιδρύνω] | |
| 54237 | φαιλόνιο | φαι-λό-νι-ο ουσ. (ουδ.) & φελόνι: ΕΚΚΛΗΣ. άμφιο των πρεσβυτέρων, με τη μορφή αμάνικου μανδύα. Βλ. πολυσταύριο. [< μτγν. φαιλόνιον ‘κοντός μανδύας για ταξίδι’] | |
| 54238 | φάιμπεργκλας | βλ. φίμπεργκλας | |
| 54239 | φάιναλ-φορ | φά-ι-ναλ φορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. τελική φάση αγώνων η οποία περιλαμβάνει τους δύο ημιτελικούς καθώς και τον μεγάλο και μικρό τελικό μεταξύ των τεσσάρων ομάδων που είναι φιναλίστ: το ~ του κυπέλλου στο βόλεϊ/μπάσκετ/ποδόσφαιρο. Διεξαγωγή/τα ζευγάρια του ~. Πρόκριση/συμμετοχή στο ~. [< αγγλ. final-four] | |
| 54240 | φαινόλη | φαι-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμη, τοξική κρυσταλλική ουσία με οσμή πίσσας (σύμβ. C6H5OH), παράγωγο του βενζολίου, η οποία αποτελεί συστατικό της λιθανθρακόπισσας και χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό καθώς και στην παραγωγή πλαστικών και χρωμάτων. Βλ. -όλη. ● φαινόλες (οι): αρωματικές ενώσεις αντίστοιχες με τη φαινόλη, που έχουν στο μόριό τους τουλάχιστον έναν δακτύλιο βενζολίου: αλκοόλες και ~. Βλ. πικρικό οξύ, πολυ~. [< γαλλ. phénol, αγγλ. phenol] | |
| 54241 | φαινολικός | , ή, ό φαι-νο-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φαινόλη ή τις φαινόλες: ~ή: ρητίνη. ~ά: οξέα. [< γαλλ. phénolique, αγγλ. phenolic] | |
| 54242 | φαινολογία | φαι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά σε ετήσια βάση τα στάδια ανάπτυξης των φυτών και τις δραστηριότητες των ζώων, π.χ. ζευγάρωμα, μετανάστευση, χειμερία νάρκη, σε σχέση με τις καιρικές και κλιματικές αλλαγές· συνεκδ. κάθε σχετική μελέτη. Βλ. βιοκλιματολογία, -λογία. [< γαλλ. phénologie, 1907, αγγλ. phenology] | |
| 54243 | φαίνομαι | φαί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φάν-ηκα, φαν-ώ, φαινόμενος} 1. γίνομαι ορατός, διακρίνομαι: Στο βάθος ~εται το κάστρο της πόλης. Όπως ~εται στο διάγραμμα/στην εικόνα, ... Μικροοργανισμοί που δεν ~ονται με γυμνό μάτι. Το πλοίο δεν ~ηκε ακόμη (: δεν πλησίασε στο λιμάνι). 2. δείχνω, δίνω την εντύπωση: ~εται άρρωστος/κουρασμένος/σοβαρός/ταραγμένος. Τι συμβαίνει; ~εσαι πολύ αναστατωμένος. ~εται καλό παιδί/πολύ καλύτερα/μια χαρά. Δεν είναι τόσο σκληρός όσο ~εται. Είναι σαράντα, αλλά ~εται μικρότερη. ~εται να είναι δύσκολο ... Πβ. μοιάζω, φαντάζω.|| Το θέμα λύθηκε ή τουλάχιστον έτσι ~εται.|| Τα νερά ~ονταν καθαρά. 3. αποδεικνύομαι: ~ηκε άξιος της εμπιστοσύνης μας. Ζητώ συγγνώμη αν ~ηκα αγενής. Για άλλη μια φορά ~ηκε (= στάθηκε) τυχερός. Πώς μπορώ να σας ~ώ χρήσιμος; Θέλω να ~είς γενναία. 4. (για πρόσ.) εμφανίζομαι: Δεν ~ηκε όλη μέρα. Γιατί δεν ~ηκαν (= ήρθαν) ακόμα; ● φαίνεται 1. γίνεται αντιληπτό, φανερό: Τα αποτελέσματα/οι επιπτώσεις του προβλήματος θα ~ούν στο μέλλον. Αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα ~εί (= θα αποκαλυφθεί). ~ηκε (= φανερώθηκε) ο χαρακτήρας του.|| (απρόσ.) ~ηκε ότι δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα. Πβ. κατα~. Βλ. δια~. 2. εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προκύπτει: ~ ότι θα βρέξει/έγινε κάποιο λάθος/κάτι δεν πάει καλά. Απ' όσο/απ' ό,τι ~, έχετε δίκιο. 3. εκλαμβάνεται, θεωρείται: Τελικά δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ~. Πβ. φαντάζω. ● ΦΡ.: είσαι και φαίνεσαι! (προφ.): απάντηση με την οποία ανταποδίδουμε σε κάποιον τον χαρακτηρισμό που μας απέδωσε: Γελοίος/ηλίθιος/χοντρός ~ ~!, μου φαίνεται: έχω την εντύπωση, νομίζω, πιστεύω: (Κάτι) ~ ~ περίεργο. Πώς σου ~ η ιδέα μου; Θα σου ~εί αστείο, αλλά θα στο πω. Πώς σου ~ηκε το ταξίδι; Άκουσα καλά ή μου ~ηκε (= ή έκανα λάθος);, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται βλ. καπετάνιος, ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται βλ. ανάγκη, σαν όνειρο μου φαίνεται βλ. όνειρο, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος ● βλ. φαινόμενος [< αρχ. φαίνω] | |
| 54244 | φαινομεναλισμός | φαι-νο-με-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία τον κόσμο τον γνωρίζουμε μόνο ως φαινόμενο, όπως παριστάνεται δηλαδή από τις αισθήσεις και τη νόηση και όχι όπως είναι πραγματικά. Βλ. επιστημολογία, ιδεαλισμός, -ισμός. [< γερμ. Phänomenalismus, αγγλ. phenomenalism, γαλλ. phénoménalisme] | |
| 54245 | φαινομενικός | , ή, ό φαι-νο-με-νι-κός επίθ.: (για κάτι) που φαίνεται ότι ισχύει ή υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται: ~ός: κόσμος/σκοπός. ~ή: αδιαφορία/αδράνεια/αλλαγή/γαλήνη/ευκολία/ευτυχία/ηρεμία/κίνηση (του Ήλιου)/ομοιότητα. ~ές: αντιθέσεις/δυσκολίες. Πβ. απατηλός, εικον-, πλασματ-ικός, επιφανειακός, πλαστός, φαινόμενος. ● επίρρ.: φαινομενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αθώος/υγιής. Πβ. τάχα. [< γαλλ. apparent] | |
| 54246 | φαινομενικότητα | φαι-νο-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φαινομενικού: αντικειμενική/απατηλή ~. Η ~ των πραγμάτων. Πβ. εικονικ-, πλασματικ-ότητα. ΑΝΤ. πραγματικότητα [< γαλλ. apparence] | |
| 54247 | φαινόμενο | φαι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) {φαινομέν-ου | -ων} 1. ό,τι γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων και συνιστά αντικείμενο παρατήρησης ή μελέτης: ανησυχητικό/γλωσσικό/θρησκευτικό/ιστορικό/κοινωνικό/μυστηριώδες/οπτικό/ουράνιο/παγκόσμιο/παθολογικό/πολυπαραγοντικό/πολύπλοκο/σπάνιο/συνηθισμένο/σύνθετο/τοπικό/φυσικό ~. Ανεξήγητα/ατομικά/βιολογικά/γεωλογικά/καταστροφικά/μεταφυσικά/οικονομικά/παραφυσικά/περιοδικά/υπερφυσικά/ψυχικά ~α. Ανάλυση/εξήγηση/καταγραφή/περιγραφή του ~ου.|| Το ~ της βαρύτητας/τήξης. Μοντελοποίηση/προσομοιώσεις/ταξινόμηση ~ων.|| Το ~ της ανεργίας/της μετανάστευσης/του ρατσισμού. ~α βίας. Πάταξη του ~ου της διαφθοράς. Το ~ της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία. ~/~α των καιρών.|| Γραμματικά και συντακτικά ~α. 2. για κάποιον ή κάτι που εντυπωσιάζει, ξεχωρίζει ή εκπλήσσει, συνήθ. θετικά: Από μικρός ήταν ~. Εταιρεία που αποτελεί ~ ανάπτυξης.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος/παιδί (βλ. παιδί-θαύμα)/ποδοσφαιριστής-~. ● ΣΥΜΠΛ.: καιρικά φαινόμενα βλ. καιρικός, τριχοειδή φαινόμενα βλ. τριχοειδής, φαινόμενο (της) σήραγγας βλ. σήραγγα, φαινόμενο της καμινάδας βλ. καμινάδα, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα, φαινόμενο του θερμοκηπίου βλ. θερμοκήπιο, φωτοβολταϊκό φαινόμενο βλ. φωτοβολταϊκός, φωτοηλεκτρικό φαινόμενο βλ. φωτοηλεκτρικός ● ΦΡ.: κατά τα φαινόμενα (επίσ.): όπως δείχνουν τα πράγματα, απ' ό,τι φαίνεται, πιθανότατα: Αναβάλλεται ~ ~ η επιστροφή του., τα φαινόμενα απατούν βλ. απατώ [< αρχ. φαινόμενον, γαλλ. phénomène, γερμ. Phänomen, αγγλ. phenomenon] | |
| 54248 | φαινομενολογία | φαι-νο-με-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. μελέτη των φαινομένων· ειδικότ. θεωρία που επιχειρεί με την ανάλυση των φαινομένων να ξεπεράσει τα αισθητά δεδομένα που υπάρχουν στη συνείδηση των ανθρώπων και να φτάσει στην ιδεατή ουσία των πραγμάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Phänomenologie, γαλλ. phénoménologie, αγγλ. phenomenology] | |
| 54249 | φαινομενολογικός | , ή, ό φαι-νο-με-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην εμπειρική εξέταση των φαινομένων ή τη φαινομενολογία: ~ή: κοινωνιολογία/προσέγγιση/ψυχολογία.|| ~ή: μέθοδος/σκέψη/σχολή. ● επίρρ.: φαινομενολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γερμ. phänomenologisch, γαλλ. phénoménologique, αγγλ. phenomenological] | |
| 54250 | φαινόμενος | , η, ο φαι-νό-με-νος επίθ. (επιστ.): φαινομενικός: (ΝΑΥΤ.) ~ος: άνεμος (: που γίνεται αισθητός σε κάποιον που βρίσκεται σε κινούμενο όχημα· ΑΝΤ. πραγματικός).|| (ΦΥΣ.) ~ος: όγκος. ~η: ισχύς/πυκνότητα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~η: θέση/κίνηση (των πλανητών). Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενη διάμετρος βλ. διάμετρος, φαινόμενο μέγεθος βλ. μέγεθος ● βλ. φαίνομαι | |
| 54251 | φαινοτυπικός | , ή, ό φαι-νο-τυ-πι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον φαινότυπο: ~ή: αναλογία/ανάλυση/έκφραση/ποικιλότητα/πολυπλοκότητα. ~ό: χαρακτηριστικό. ~οί και γενετικοί δείκτες. ~ές: ανωμαλίες/διαφορές/ιδιότητες. Βλ. γονοτυπικός. [< γαλλ. phénotypique, 1923, αγγλ. phenotypic, 1929] | |
| 54252 | φαινότυπος | φαι-νό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. τα αντιληπτά βιοχημικά, φυσιολογικά ή μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός οργανισμού που καθορίζονται από την αλληλεπίδραση της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος στο οποίο ο οργανισμός αναπτύσσεται: ανοσολογικός/κακοήθης/καρκινικός/κλινικός/μεταβολικός/μεταλλαγμένος/νευρολογικός/παθολογικός ~. Ο ~ της παχυσαρκίας. Ανάλυση/προσδιορισμός ~ου. ~οι γονέων/θηλαστικών/φυτών. Λειτουργικοί ~οι κυτταρικών στοιχείων. Συσχετισμός γονότυπου και ~ου. Βλ. επικρατές γονίδιο, ποσοτική γενετική, -τυπος1. [< γερμ. Phänotyp(us), γαλλ. phénotype, 1921, αγγλ. phenotype, 1910] | |
| 54253 | φαινυλαλανίνη | φαι-νυ-λα-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. άχρωμο, κρυσταλλικό αμινοξύ (σύμβ. Phe ή F, C9H11NO2), δομικό συστατικό των πρωτεϊνών. Βλ. -ίνη, φαινυλκετονουρία. [< αγγλ. phenylalanine, γαλλ. phénylalanine] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ