| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54225 | φαγωμάρα | φα-γω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φαγωμός (ο) (προφ.): διαφωνίες, καβγάδες και γκρίνιες: εσωκομματική ~. Επικρατεί/έχει πέσει ~ (μεταξύ των ...). Η ήττα/η φτώχεια φέρνει ~. Πβ. τσακωμός. ΣΥΝ. φάγωμα (5) | |
| 54226 | φαγωμένος | , η, ο φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.) ΑΝΤ. αφάγωτος 1. που έχει φάει· χορτάτος: Μην κολυμπάς ~! ΑΝΤ. ατάιστος, νηστικός 2. (μτφ.) φθαρμένος: ~ο: ξύλο (βλ. σκουληκο~). ~α: λάστιχα/τακούνια/φύλλα (πβ. κατεστραμμένος). Βράχια ~α απ' την αλμύρα (πβ. διαβρωμένος). Ρούχα ~α απ' την πολυκαιρία (πβ. λιωμένος, παλιός, βλ. σκορο~). 3. (μτφ.) που έχει κατασπαταληθεί: ~α: κονδύλια/λεφτά. 4. που έχει φαγωθεί. Βλ. μισο~.|| (κατ' επέκτ.) ~α: νύχια. | |
| 54227 | φαγώνομαι | φα-γώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.) 1. καβγαδίζω, βρίσκομαι σε αντιπαλότητα με κάποιον: ~ονται (μεταξύ τους) σαν τον σκύλο με τη γάτα. Πβ. γκρινιάζω, μαλώνω, τσακώνομαι, φιλονικώ. ΣΥΝ. τρώγομαι (1) 2. επιθυμώ έντονα κάτι, με αποτέλεσμα να γίνομαι ενοχλητικός: ~θηκε/έχει ~θεί να έρθει μαζί μας. ΣΥΝ. λυσσώ (1) ● φαγώνεται 1. τρώγεται: ~θηκε όλο το φαΐ. 2. (μτφ.) φθείρεται, τρίβεται: Έχουν ~θεί τα λάστιχα (του αυτοκινήτου)/οι σόλες (απ' το περπάτημα). 3. (μτφ.) κατασπαταλάται, ξοδεύεται: ~θηκαν πολλά λεφτά σε περιττά έξοδα. [< μεσν. φαγώνω] | |
| 54228 | φαγώσιμα | φα-γώ-σι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τρόφιμα: προμήθειες σε ρούχα και ~. | |
| 54229 | φαγώσιμος | , η, ο φα-γώ-σι-μος επίθ. (προφ.): που μπορεί να φαγωθεί: ~ο: κρέας. ~οι: καρποί. ~α: χόρτα. ΣΥΝ. βρώσιμος, εδώδιμος | |
| 54230 | φάδι | βλ. υφάδι | |
| 54231 | φάε | βλ. τρώω | |
| 54232 | φαεινός | , ή, ό φα-ει-νός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εμπνευσμένος, έξοχος στη σύλληψη: ~ό: παράδειγμα.|| (ειρων.) Ποιος ~ εγκέφαλος/νους αποφάσισε κάτι τέτοιο; 2. (παλαιότ.) φωτεινός, ακτινοβόλος. ● ΣΥΜΠΛ.: φαεινή ιδέα: λαμπρή, καταπληκτική, έξυπνη ιδέα: Μου ήρθε/κατέβηκε μια ~ ~. Πβ. το βρήκα!|| (συνήθ. ειρων.) Ποιος είχε αυτή τη ~ ~; [< γαλλ. idée lumineuse] ● ΦΡ.: ηλίου φαεινότερον (λόγ.): ολοφάνερο, αυταπόδεικτο: Καθίσταται ~ ~ ότι ... Πβ. φως φανάρι, πέρα από κάθε αμφιβολία. [< 2: αρχ. φαεινός ‘λαμπερός’] | |
| 54233 | φαΐ | φα-ΐ ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον πληθ. φαγιά} (προφ.) & (λαϊκό) φαγί: φαγητό: νόστιμο ~. Μια μπουκιά ~. Περίσσεψε ~. Ετοίμασε/έψησε το ~. Δεν άγγιξε το ~ του. Έπεσε με τα μούτρα/στρώθηκε στο ~.|| Έσκασα στο ~ (: έφαγα πάρα πολύ). Το 'χει ρίξει στο ~. Βλ. προσφάι. ● Υποκ.: φαγάκι (το) ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό βλ. πιάτο, έχει ψωμί/φαΐ βλ. ψωμί, το τρώει το φαΐ του/της βλ. τρώω [< μεσν. φαγί < αρχ. απαρέμφατο φαγεῖν] | |
| 54234 | φαιδρός | , ή/(λόγ.) ά, ό φαι-δρός επίθ. (λόγ.) 1. γελοίος: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: εικόνα. ~ό: πρόσωπο/υποκείμενο (πβ. σαχλό). ~ά: επιχειρήματα (πβ. αβάσιμα).|| ~ή: ιστορία. Πβ. αστείος, ευτράπελος. ΑΝΤ. σοβαρός (1) 2. εύθυμος, χαρούμενος: ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: κλίμα/ύφος. Πβ. ιλαρός, χαρωπός. ● επίρρ.: φαιδρά & -ώς [-ῶς] [< 2: αρχ. φαιδρός] | |
| 54235 | φαιδρότητα | φαι-δρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) γελοιότητα: η ~ του θέματος. Επικίνδυνες ~ες (πβ. σαχλαμάρες). ΑΝΤ. σοβαρότητα (1) 2. ευθυμία: Αντιμετωπίζουν το θέμα με ~. Πβ. ιλαρότητα, κέφι. Βλ. -ότητα. [< 2: αρχ. φαιδρότης ‘λάμψη, χαρά’] | |
| 54236 | φαιδρύνω | φαι-δρύ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. φαίδρυν-ε} (λόγ.): κάνω κάτι εύθυμο, μετριάζω τη σοβαρότητά του: Για να ~ κάπως την ατμόσφαιρα/το βαρύ κλίμα/την κουβέντα, θα πω ένα ανέκδοτο. Πβ. ελαφραίνω. [< αρχ. φαιδρύνω] | |
| 54237 | φαιλόνιο | φαι-λό-νι-ο ουσ. (ουδ.) & φελόνι: ΕΚΚΛΗΣ. άμφιο των πρεσβυτέρων, με τη μορφή αμάνικου μανδύα. Βλ. πολυσταύριο. [< μτγν. φαιλόνιον ‘κοντός μανδύας για ταξίδι’] | |
| 54238 | φάιμπεργκλας | βλ. φίμπεργκλας | |
| 54239 | φάιναλ-φορ | φά-ι-ναλ φορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. τελική φάση αγώνων η οποία περιλαμβάνει τους δύο ημιτελικούς καθώς και τον μεγάλο και μικρό τελικό μεταξύ των τεσσάρων ομάδων που είναι φιναλίστ: το ~ του κυπέλλου στο βόλεϊ/μπάσκετ/ποδόσφαιρο. Διεξαγωγή/τα ζευγάρια του ~. Πρόκριση/συμμετοχή στο ~. [< αγγλ. final-four] | |
| 54240 | φαινόλη | φαι-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμη, τοξική κρυσταλλική ουσία με οσμή πίσσας (σύμβ. C6H5OH), παράγωγο του βενζολίου, η οποία αποτελεί συστατικό της λιθανθρακόπισσας και χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό καθώς και στην παραγωγή πλαστικών και χρωμάτων. Βλ. -όλη. ● φαινόλες (οι): αρωματικές ενώσεις αντίστοιχες με τη φαινόλη, που έχουν στο μόριό τους τουλάχιστον έναν δακτύλιο βενζολίου: αλκοόλες και ~. Βλ. πικρικό οξύ, πολυ~. [< γαλλ. phénol, αγγλ. phenol] | |
| 54241 | φαινολικός | , ή, ό φαι-νο-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φαινόλη ή τις φαινόλες: ~ή: ρητίνη. ~ά: οξέα. [< γαλλ. phénolique, αγγλ. phenolic] | |
| 54242 | φαινολογία | φαι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά σε ετήσια βάση τα στάδια ανάπτυξης των φυτών και τις δραστηριότητες των ζώων, π.χ. ζευγάρωμα, μετανάστευση, χειμερία νάρκη, σε σχέση με τις καιρικές και κλιματικές αλλαγές· συνεκδ. κάθε σχετική μελέτη. Βλ. βιοκλιματολογία, -λογία. [< γαλλ. phénologie, 1907, αγγλ. phenology] | |
| 54243 | φαίνομαι | φαί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φάν-ηκα, φαν-ώ, φαινόμενος} 1. γίνομαι ορατός, διακρίνομαι: Στο βάθος ~εται το κάστρο της πόλης. Όπως ~εται στο διάγραμμα/στην εικόνα, ... Μικροοργανισμοί που δεν ~ονται με γυμνό μάτι. Το πλοίο δεν ~ηκε ακόμη (: δεν πλησίασε στο λιμάνι). 2. δείχνω, δίνω την εντύπωση: ~εται άρρωστος/κουρασμένος/σοβαρός/ταραγμένος. Τι συμβαίνει; ~εσαι πολύ αναστατωμένος. ~εται καλό παιδί/πολύ καλύτερα/μια χαρά. Δεν είναι τόσο σκληρός όσο ~εται. Είναι σαράντα, αλλά ~εται μικρότερη. ~εται να είναι δύσκολο ... Πβ. μοιάζω, φαντάζω.|| Το θέμα λύθηκε ή τουλάχιστον έτσι ~εται.|| Τα νερά ~ονταν καθαρά. 3. αποδεικνύομαι: ~ηκε άξιος της εμπιστοσύνης μας. Ζητώ συγγνώμη αν ~ηκα αγενής. Για άλλη μια φορά ~ηκε (= στάθηκε) τυχερός. Πώς μπορώ να σας ~ώ χρήσιμος; Θέλω να ~είς γενναία. 4. (για πρόσ.) εμφανίζομαι: Δεν ~ηκε όλη μέρα. Γιατί δεν ~ηκαν (= ήρθαν) ακόμα; ● φαίνεται 1. γίνεται αντιληπτό, φανερό: Τα αποτελέσματα/οι επιπτώσεις του προβλήματος θα ~ούν στο μέλλον. Αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα ~εί (= θα αποκαλυφθεί). ~ηκε (= φανερώθηκε) ο χαρακτήρας του.|| (απρόσ.) ~ηκε ότι δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα. Πβ. κατα~. Βλ. δια~. 2. εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προκύπτει: ~ ότι θα βρέξει/έγινε κάποιο λάθος/κάτι δεν πάει καλά. Απ' όσο/απ' ό,τι ~, έχετε δίκιο. 3. εκλαμβάνεται, θεωρείται: Τελικά δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ~. Πβ. φαντάζω. ● ΦΡ.: είσαι και φαίνεσαι! (προφ.): απάντηση με την οποία ανταποδίδουμε σε κάποιον τον χαρακτηρισμό που μας απέδωσε: Γελοίος/ηλίθιος/χοντρός ~ ~!, μου φαίνεται: έχω την εντύπωση, νομίζω, πιστεύω: (Κάτι) ~ ~ περίεργο. Πώς σου ~ η ιδέα μου; Θα σου ~εί αστείο, αλλά θα στο πω. Πώς σου ~ηκε το ταξίδι; Άκουσα καλά ή μου ~ηκε (= ή έκανα λάθος);, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται βλ. καπετάνιος, ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται βλ. ανάγκη, σαν όνειρο μου φαίνεται βλ. όνειρο, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος ● βλ. φαινόμενος [< αρχ. φαίνω] | |
| 54244 | φαινομεναλισμός | φαι-νο-με-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία τον κόσμο τον γνωρίζουμε μόνο ως φαινόμενο, όπως παριστάνεται δηλαδή από τις αισθήσεις και τη νόηση και όχι όπως είναι πραγματικά. Βλ. επιστημολογία, ιδεαλισμός, -ισμός. [< γερμ. Phänomenalismus, αγγλ. phenomenalism, γαλλ. phénoménalisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ