| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54245 | φαινομενικός | , ή, ό φαι-νο-με-νι-κός επίθ.: (για κάτι) που φαίνεται ότι ισχύει ή υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται: ~ός: κόσμος/σκοπός. ~ή: αδιαφορία/αδράνεια/αλλαγή/γαλήνη/ευκολία/ευτυχία/ηρεμία/κίνηση (του Ήλιου)/ομοιότητα. ~ές: αντιθέσεις/δυσκολίες. Πβ. απατηλός, εικον-, πλασματ-ικός, επιφανειακός, πλαστός, φαινόμενος. ● επίρρ.: φαινομενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αθώος/υγιής. Πβ. τάχα. [< γαλλ. apparent] | |
| 54246 | φαινομενικότητα | φαι-νο-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φαινομενικού: αντικειμενική/απατηλή ~. Η ~ των πραγμάτων. Πβ. εικονικ-, πλασματικ-ότητα. ΑΝΤ. πραγματικότητα [< γαλλ. apparence] | |
| 54247 | φαινόμενο | φαι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) {φαινομέν-ου | -ων} 1. ό,τι γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων και συνιστά αντικείμενο παρατήρησης ή μελέτης: ανησυχητικό/γλωσσικό/θρησκευτικό/ιστορικό/κοινωνικό/μυστηριώδες/οπτικό/ουράνιο/παγκόσμιο/παθολογικό/πολυπαραγοντικό/πολύπλοκο/σπάνιο/συνηθισμένο/σύνθετο/τοπικό/φυσικό ~. Ανεξήγητα/ατομικά/βιολογικά/γεωλογικά/καταστροφικά/μεταφυσικά/οικονομικά/παραφυσικά/περιοδικά/υπερφυσικά/ψυχικά ~α. Ανάλυση/εξήγηση/καταγραφή/περιγραφή του ~ου.|| Το ~ της βαρύτητας/τήξης. Μοντελοποίηση/προσομοιώσεις/ταξινόμηση ~ων.|| Το ~ της ανεργίας/της μετανάστευσης/του ρατσισμού. ~α βίας. Πάταξη του ~ου της διαφθοράς. Το ~ της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία. ~/~α των καιρών.|| Γραμματικά και συντακτικά ~α. 2. για κάποιον ή κάτι που εντυπωσιάζει, ξεχωρίζει ή εκπλήσσει, συνήθ. θετικά: Από μικρός ήταν ~. Εταιρεία που αποτελεί ~ ανάπτυξης.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος/παιδί (βλ. παιδί-θαύμα)/ποδοσφαιριστής-~. ● ΣΥΜΠΛ.: καιρικά φαινόμενα βλ. καιρικός, τριχοειδή φαινόμενα βλ. τριχοειδής, φαινόμενο (της) σήραγγας βλ. σήραγγα, φαινόμενο της καμινάδας βλ. καμινάδα, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα, φαινόμενο του θερμοκηπίου βλ. θερμοκήπιο, φωτοβολταϊκό φαινόμενο βλ. φωτοβολταϊκός, φωτοηλεκτρικό φαινόμενο βλ. φωτοηλεκτρικός ● ΦΡ.: κατά τα φαινόμενα (επίσ.): όπως δείχνουν τα πράγματα, απ' ό,τι φαίνεται, πιθανότατα: Αναβάλλεται ~ ~ η επιστροφή του., τα φαινόμενα απατούν βλ. απατώ [< αρχ. φαινόμενον, γαλλ. phénomène, γερμ. Phänomen, αγγλ. phenomenon] | |
| 54248 | φαινομενολογία | φαι-νο-με-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. μελέτη των φαινομένων· ειδικότ. θεωρία που επιχειρεί με την ανάλυση των φαινομένων να ξεπεράσει τα αισθητά δεδομένα που υπάρχουν στη συνείδηση των ανθρώπων και να φτάσει στην ιδεατή ουσία των πραγμάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Phänomenologie, γαλλ. phénoménologie, αγγλ. phenomenology] | |
| 54249 | φαινομενολογικός | , ή, ό φαι-νο-με-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην εμπειρική εξέταση των φαινομένων ή τη φαινομενολογία: ~ή: κοινωνιολογία/προσέγγιση/ψυχολογία.|| ~ή: μέθοδος/σκέψη/σχολή. ● επίρρ.: φαινομενολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γερμ. phänomenologisch, γαλλ. phénoménologique, αγγλ. phenomenological] | |
| 54250 | φαινόμενος | , η, ο φαι-νό-με-νος επίθ. (επιστ.): φαινομενικός: (ΝΑΥΤ.) ~ος: άνεμος (: που γίνεται αισθητός σε κάποιον που βρίσκεται σε κινούμενο όχημα· ΑΝΤ. πραγματικός).|| (ΦΥΣ.) ~ος: όγκος. ~η: ισχύς/πυκνότητα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~η: θέση/κίνηση (των πλανητών). Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενη διάμετρος βλ. διάμετρος, φαινόμενο μέγεθος βλ. μέγεθος ● βλ. φαίνομαι | |
| 54251 | φαινοτυπικός | , ή, ό φαι-νο-τυ-πι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον φαινότυπο: ~ή: αναλογία/ανάλυση/έκφραση/ποικιλότητα/πολυπλοκότητα. ~ό: χαρακτηριστικό. ~οί και γενετικοί δείκτες. ~ές: ανωμαλίες/διαφορές/ιδιότητες. Βλ. γονοτυπικός. [< γαλλ. phénotypique, 1923, αγγλ. phenotypic, 1929] | |
| 54252 | φαινότυπος | φαι-νό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. τα αντιληπτά βιοχημικά, φυσιολογικά ή μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός οργανισμού που καθορίζονται από την αλληλεπίδραση της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος στο οποίο ο οργανισμός αναπτύσσεται: ανοσολογικός/κακοήθης/καρκινικός/κλινικός/μεταβολικός/μεταλλαγμένος/νευρολογικός/παθολογικός ~. Ο ~ της παχυσαρκίας. Ανάλυση/προσδιορισμός ~ου. ~οι γονέων/θηλαστικών/φυτών. Λειτουργικοί ~οι κυτταρικών στοιχείων. Συσχετισμός γονότυπου και ~ου. Βλ. επικρατές γονίδιο, ποσοτική γενετική, -τυπος1. [< γερμ. Phänotyp(us), γαλλ. phénotype, 1921, αγγλ. phenotype, 1910] | |
| 54253 | φαινυλαλανίνη | φαι-νυ-λα-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. άχρωμο, κρυσταλλικό αμινοξύ (σύμβ. Phe ή F, C9H11NO2), δομικό συστατικό των πρωτεϊνών. Βλ. -ίνη, φαινυλκετονουρία. [< αγγλ. phenylalanine, γαλλ. phénylalanine] | |
| 54254 | φαινύλιο | φαι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {φαινυλίου} (σύμβ. Ph): ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα (C6H5-), παράγωγο του βενζολίου. [< αγγλ. phenyl, γαλλ. phényle] | |
| 54255 | φαινυλκετονουρία | φαι-νυλ-κε-το-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.) & φαινυλοκετονουρία: ΙΑΤΡ. σπάνια κληρονομική μεταβολική διαταραχή, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα στο βρέφος, προκαλεί νοητική καθυστέρηση: διαιτητική αντιμετώπιση της ~ας. Βλ. -ουρία. [< αγγλ. phenylketonuria, 1935, γαλλ. phénylcétonurie, 1969] | |
| 54256 | φαιοκίτρινος | , η, ο φαι-ο-κί-τρι-νος επίθ. (λόγ.): που έχει χρώμα μεταξύ φαιού και κίτρινου. | |
| 54257 | φαιοκόκκινος | , η, ο φαι-ο-κόκ-κι-νος επίθ. (λόγ.): που έχει χρώμα μεταξύ φαιού και κόκκινου. | |
| 54258 | φαιοπράσινος | , η, ο φαι-ο-πρά-σι-νος επίθ. (λόγ.-κυρ. ΣΤΡΑΤ.): σταχτοπράσινος: ~ο: χιτώνιο. ~ες: στολές (οπλιτών). Πβ. χακί. | |
| 54259 | φαιός | , ά, ό φαι-ός επίθ. (λόγ.): γκρίζος, σταχτής: ~ός: λιπώδης ιστός/χυτοσίδηρος. ~ά: αρκούδα. ~ό: μάρμαρο/τσιμέντο. Πβ. τεφρός.|| (μτφ.) ~ά: προπαγάνδα (= μαύρη). ~ό: παρελθόν (= σκοτεινό). ● ΣΥΜΠΛ.: φαιά ουσία: ΑΝΑΤ. γκριζωπό στρώμα νευρώνων, που αποτελεί την εξωτερική στιβάδα των ημισφαιρίων του εγκεφάλου και την εσωτερική του νωτιαίου μυελού. Βλ. λευκή ουσία.|| (μτφ., εξυπνάδα, διανοητική προσπάθεια:) Καταναλώνεις/ξοδεύεις/σπαταλάς/χαλάς ~ ~ για κάτι τόσο ανούσιο. [< γαλλ. matière grise] [< αρχ. φαιός] | |
| 54260 | φαιοφύκη | φαι-ο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. τάξη κυρ. θαλάσσιων φυκών καστανού χρώματος. Πβ. λαμινάρια. Βλ. κυανο-, ροδο-, χλωρο-φύκη. [< αγγλ. phaeophyceae, γαλλ. phéophycées, περ. 1900] | |
| 54261 | φάκα | φά-κα ουσ. (θηλ.): παγίδα με δόλωμα για ποντίκια: ~ με τυρί. ΣΥΝ. ποντικοπαγίδα ● ΦΡ.: πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα (μτφ.): έπεσε στην παγίδα που του είχαν στήσει: Διαρρήκτες/έμποροι ναρκωτικών πιάστηκαν/έπεσαν ~ ~ της Αστυνομίας., το τυρί το είδες, τη φάκα δεν την είδες; βλ. τυρί [< τουρκ. fak] | |
| 54262 | φακαρόλα | φα-κα-ρό-λα ουσ. (θηλ.) 1. (στο ποδήλατο) υφασμάτινη ή πλαστική αυτοκόλλητη μεμβράνη, η οποία καλύπτει το εσωτερικό της στεφάνης των τροχών για την προστασία της σαμπρέλας από τις ακτίνες: ~ ζάντας. 2. ΙΑΤΡ. σκληρό κομμάτι υφάσματος με χρήση επιδέσμου. 3. (παλαιότ.) υφασμάτινη ταινία που χρησιμοποιούσαν οι μοδίστρες. | |
| 54263 | φακελάκι | φα-κε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) ποσό που δίνεται για χρηματισμό συνήθ. σε γιατρό: Παίρνει/συνελήφθη για ~. Βλ. γρηγορόσημο, διαφθορά, λάδωμα, μίζα. 2. μικρός φάκελος· συνεκδ. το περιεχόμενό του: αρωματικά ~ια για ντουλάπες και συρτάρια. Πλαστικά/χάρτινα ~ια για CD. Ένα ~ μαγιά/τσάι.|| Έριξε ένα ~ ζάχαρη στον καφέ (πβ. μονοδόση). | |
| 54264 | φάκελος | φά-κε-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έλου} 1. θήκη, συνήθ. χάρτινη και επίπεδη, για την αποστολή επιστολών ή τη φύλαξη εγγράφων: άδειος/εκλογικός/κίτρινος/λευκός/πλαστικός/σφραγισμένος/ταχυδρομικός ~. Αυτοκόλλητοι/εταιρικοί ~οι. ~οι ασφαλείας/προσκλητηρίων. (Επαγγελματικός) ~ αλληλογραφίας. ~ μεγέθους Α4. ~ με φυσαλίδες (: για την ασφαλή μεταφορά εύθραυστων αντικειμένων). ~οι για σιντί. Βλ. επιστολόχαρτο, κάρτα, φακελάκι.|| Κρεμαστοί ~οι. ~οι αρχειοθέτησης/δικογραφίας. ~οι με αυτιά. Πβ. ντοσιέ. 2. (συνεκδ.) σύνολο εγγράφων που αφορούν συγκεκριμένο θέμα ή πρόσωπο: αναλυτικός/απόρρητος/ατομικός/ενημερωτικός/προσωπικός/συμπληρωματικός/υπηρεσιακός/φορολογικός ~. Κατάθεση του ~έλου. Εκπαιδευτικοί/τεχνικοί ~οι (βλ. μητρώο). Ο ~ του έργου/της προσφοράς/της συμμετοχής/της υποψηφιότητας. Ο ~ (του) ασθενούς (= ιατρικός ~, βλ. απόρρητο)/εργαζομένου/μαθητή (πβ. πορτφόλιο). ~ υποβολής αίτησης/πρότασης. Ο ~ των υποκλοπών ανατέθηκε στον εφέτη ανακριτή. Εξετάζω τον ~ο. Τηρώ ~ο (πβ. αρχείο). 3. ΠΛΗΡΟΦ. υποκατάλογος που περιέχει αρχεία ή/και άλλους υποκαταλόγους: γονικός ~. Κοινόχρηστοι ~οι. Αντιγραφή/δημιουργία/διαγραφή/διαχείριση/εικονίδιο/ενημέρωση/επιλογή/κλείδωμα/μετακίνηση/ονομασία/περιεχόμενα ~έλου. Βλ. καρτέλα, υπο~. ● Υποκ.: φακελίσκος (ο) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: φάκελος ανάρτησης βλ. ανάρτηση ● ΦΡ.: ανοίγω τον φάκελο βλ. ανοίγω, κλείνω τον φάκελο/κλείνει ο φάκελος βλ. κλείνω [< αρχ. φάκελος 'δεμάτι', γαλλ. enveloppe 3: αγγλ. folder] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ