| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54254 | φαινύλιο | φαι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {φαινυλίου} (σύμβ. Ph): ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα (C6H5-), παράγωγο του βενζολίου. [< αγγλ. phenyl, γαλλ. phényle] | |
| 54255 | φαινυλκετονουρία | φαι-νυλ-κε-το-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.) & φαινυλοκετονουρία: ΙΑΤΡ. σπάνια κληρονομική μεταβολική διαταραχή, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα στο βρέφος, προκαλεί νοητική καθυστέρηση: διαιτητική αντιμετώπιση της ~ας. Βλ. -ουρία. [< αγγλ. phenylketonuria, 1935, γαλλ. phénylcétonurie, 1969] | |
| 54256 | φαιοκίτρινος | , η, ο φαι-ο-κί-τρι-νος επίθ. (λόγ.): που έχει χρώμα μεταξύ φαιού και κίτρινου. | |
| 54257 | φαιοκόκκινος | , η, ο φαι-ο-κόκ-κι-νος επίθ. (λόγ.): που έχει χρώμα μεταξύ φαιού και κόκκινου. | |
| 54258 | φαιοπράσινος | , η, ο φαι-ο-πρά-σι-νος επίθ. (λόγ.-κυρ. ΣΤΡΑΤ.): σταχτοπράσινος: ~ο: χιτώνιο. ~ες: στολές (οπλιτών). Πβ. χακί. | |
| 54259 | φαιός | , ά, ό φαι-ός επίθ. (λόγ.): γκρίζος, σταχτής: ~ός: λιπώδης ιστός/χυτοσίδηρος. ~ά: αρκούδα. ~ό: μάρμαρο/τσιμέντο. Πβ. τεφρός.|| (μτφ.) ~ά: προπαγάνδα (= μαύρη). ~ό: παρελθόν (= σκοτεινό). ● ΣΥΜΠΛ.: φαιά ουσία: ΑΝΑΤ. γκριζωπό στρώμα νευρώνων, που αποτελεί την εξωτερική στιβάδα των ημισφαιρίων του εγκεφάλου και την εσωτερική του νωτιαίου μυελού. Βλ. λευκή ουσία.|| (μτφ., εξυπνάδα, διανοητική προσπάθεια:) Καταναλώνεις/ξοδεύεις/σπαταλάς/χαλάς ~ ~ για κάτι τόσο ανούσιο. [< γαλλ. matière grise] [< αρχ. φαιός] | |
| 54260 | φαιοφύκη | φαι-ο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. τάξη κυρ. θαλάσσιων φυκών καστανού χρώματος. Πβ. λαμινάρια. Βλ. κυανο-, ροδο-, χλωρο-φύκη. [< αγγλ. phaeophyceae, γαλλ. phéophycées, περ. 1900] | |
| 54261 | φάκα | φά-κα ουσ. (θηλ.): παγίδα με δόλωμα για ποντίκια: ~ με τυρί. ΣΥΝ. ποντικοπαγίδα ● ΦΡ.: πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα (μτφ.): έπεσε στην παγίδα που του είχαν στήσει: Διαρρήκτες/έμποροι ναρκωτικών πιάστηκαν/έπεσαν ~ ~ της Αστυνομίας., το τυρί το είδες, τη φάκα δεν την είδες; βλ. τυρί [< τουρκ. fak] | |
| 54262 | φακαρόλα | φα-κα-ρό-λα ουσ. (θηλ.) 1. (στο ποδήλατο) υφασμάτινη ή πλαστική αυτοκόλλητη μεμβράνη, η οποία καλύπτει το εσωτερικό της στεφάνης των τροχών για την προστασία της σαμπρέλας από τις ακτίνες: ~ ζάντας. 2. ΙΑΤΡ. σκληρό κομμάτι υφάσματος με χρήση επιδέσμου. 3. (παλαιότ.) υφασμάτινη ταινία που χρησιμοποιούσαν οι μοδίστρες. | |
| 54263 | φακελάκι | φα-κε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) ποσό που δίνεται για χρηματισμό συνήθ. σε γιατρό: Παίρνει/συνελήφθη για ~. Βλ. γρηγορόσημο, διαφθορά, λάδωμα, μίζα. 2. μικρός φάκελος· συνεκδ. το περιεχόμενό του: αρωματικά ~ια για ντουλάπες και συρτάρια. Πλαστικά/χάρτινα ~ια για CD. Ένα ~ μαγιά/τσάι.|| Έριξε ένα ~ ζάχαρη στον καφέ (πβ. μονοδόση). | |
| 54264 | φάκελος | φά-κε-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έλου} 1. θήκη, συνήθ. χάρτινη και επίπεδη, για την αποστολή επιστολών ή τη φύλαξη εγγράφων: άδειος/εκλογικός/κίτρινος/λευκός/πλαστικός/σφραγισμένος/ταχυδρομικός ~. Αυτοκόλλητοι/εταιρικοί ~οι. ~οι ασφαλείας/προσκλητηρίων. (Επαγγελματικός) ~ αλληλογραφίας. ~ μεγέθους Α4. ~ με φυσαλίδες (: για την ασφαλή μεταφορά εύθραυστων αντικειμένων). ~οι για σιντί. Βλ. επιστολόχαρτο, κάρτα, φακελάκι.|| Κρεμαστοί ~οι. ~οι αρχειοθέτησης/δικογραφίας. ~οι με αυτιά. Πβ. ντοσιέ. 2. (συνεκδ.) σύνολο εγγράφων που αφορούν συγκεκριμένο θέμα ή πρόσωπο: αναλυτικός/απόρρητος/ατομικός/ενημερωτικός/προσωπικός/συμπληρωματικός/υπηρεσιακός/φορολογικός ~. Κατάθεση του ~έλου. Εκπαιδευτικοί/τεχνικοί ~οι (βλ. μητρώο). Ο ~ του έργου/της προσφοράς/της συμμετοχής/της υποψηφιότητας. Ο ~ (του) ασθενούς (= ιατρικός ~, βλ. απόρρητο)/εργαζομένου/μαθητή (πβ. πορτφόλιο). ~ υποβολής αίτησης/πρότασης. Ο ~ των υποκλοπών ανατέθηκε στον εφέτη ανακριτή. Εξετάζω τον ~ο. Τηρώ ~ο (πβ. αρχείο). 3. ΠΛΗΡΟΦ. υποκατάλογος που περιέχει αρχεία ή/και άλλους υποκαταλόγους: γονικός ~. Κοινόχρηστοι ~οι. Αντιγραφή/δημιουργία/διαγραφή/διαχείριση/εικονίδιο/ενημέρωση/επιλογή/κλείδωμα/μετακίνηση/ονομασία/περιεχόμενα ~έλου. Βλ. καρτέλα, υπο~. ● Υποκ.: φακελίσκος (ο) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: φάκελος ανάρτησης βλ. ανάρτηση ● ΦΡ.: ανοίγω τον φάκελο βλ. ανοίγω, κλείνω τον φάκελο/κλείνει ο φάκελος βλ. κλείνω [< αρχ. φάκελος 'δεμάτι', γαλλ. enveloppe 3: αγγλ. folder] | |
| 54265 | φακέλωμα | φα-κέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φακελώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό φακέλωμα: υποκλοπή και ηλεκτρονική καταγραφή των προσωπικών δεδομένων πολιτών, μέσω παρακολούθησης κάθε μορφής επικοινωνίας και συναλλαγών τους που γίνονται τηλεφωνικά ή διαδικτυακά. Βλ. αρχειοθέτηση. | |
| 54266 | φακελώνω | φα-κε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {φακέλω-σε, φακελώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φακελών-οντας} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): δημιουργώ αρχείο με τα προσωπικά δεδομένα κάποιου: Τον έχουν ~σει (: παρακολουθούν τις κινήσεις και τις συναλλαγές του). Είναι ~μένος. Βλ. αρχειοθετώ. [< μεσν. φακελώ] | |
| 54267 | φακή | [φακῆ] φα-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. μικρό ετήσιο ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών (επιστ. ονομασ. Lens culinaris), του οποίου ο καρπός είναι πλούσιος σε σίδηρο και φυτικές ίνες: ~ του νερού (επιστ. ονομασ. Lemna minor). 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) οι σπόροι του φυτού και το αντίστοιχο φαγητό που παρασκευάζεται από αυτούς και τρώγεται ως όσπριο: κόκκινη/χοντρή/ψιλή ~. Ξερές/ωμές ~ές. Ένα πακέτο/τσουβάλι ~ές. Καθαρίζω/μουσκεύω/πλένω/στραγγίζω τη ~/τις ~ές.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ νερόβραστη. ~ές σαλάτα/σούπα. ~ές με ρύζι. Σιγοβράζουμε τις ~ές. ● ΦΡ.: παλικάρι της φακής (ειρων.): ψευτοπαλικαράς, θρασύδειλος., αντί/έναντι πινακίου φακής βλ. πινάκιο [< αρχ. φακῆ] | |
| 54268 | φακίδες | φα-κί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. φακίδα}: μικρές καστανόχρωμες κηλίδες κυρ. του προσώπου, που οφείλονται στη μελανίνη των δερματικών κυττάρων, συνήθ. σε ανοιχτόχρωμες επιδερμίδες: ~ στα μάγουλα και τη μύτη. Βλ. πανάδες. ΣΥΝ. εφηλίδες (1) ● Υποκ.: φακιδούλες (οι) | |
| 54269 | φακιόλι | φα-κιό-λι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): γυναικείο μαντίλι που δενόταν πίσω στο κεφάλι, κυρ. κατά την εκτέλεση οικιακών εργασιών. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, μπόλια, τσεμπέρι. [< μεσν. φακιόλιν < μτγν. φακιάλιον < λατ. facialia, -ium ‘λινό μαντίλι για τον ιδρώτα του προσώπου’] | |
| 54270 | φακίρης | φα-κί-ρης ουσ. (αρσ.) {φακίρ-ηδες}: Ινδός ασκητής· πλανόδιος Ινδός θαυματοποιός: ~ηδες που ξαπλώνουν πάνω σε καρφιά. Πβ. μάγος. [< τουρκ. fakir] | |
| 54271 | φακιρικός | , ή, ό φα-κι-ρι-κός επίθ. & φακίρικος, η, ο: που σχετίζεται με τον φακίρη· κατ' επέκτ. εντυπωσιακός: ~ά: θαύματα/κόλπα. Πβ. μαγικός.|| (ουσ.) Τα ~ά (ενν. τεχνάσματα). | |
| 54272 | φακλάνα | φα-κλά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): πολύ χοντρή και ανήθικη γυναίκα συνήθ. μεγάλης ηλικίας. Πβ. φάλαινα. [< 14ος αι., φά(ω) + κλάν(ω) + -α] | |
| 54273 | φακοειδής | , ής, ές φα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα φακού: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~είς: γαλαξίες. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ή: σύννεφα. (ΑΝΑΤ.) ~ής: πυρήνας (του εγκεφάλου). Βλ. -ειδής. [< αρχ. φακοειδής, γαλλ. phacoïde, αγγλ. phacoidal, 1901] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ