Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54760-54780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54274φακοθρυψίαφα-κο-θρυ-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος αντιμετώπισης του καταρράκτη, κατά την οποία θρυμματίζεται και αφαιρείται ο φακός του οφθαλμού και στη θέση του τοποθετείται συνθετικός ενδοφακός: κρύα ~. ~ με υπερήχους (βλ. λέιζερ). [< αγγλ. phacoemulsification]
54275φακόμετροφα-κό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΟΠΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης των γυαλιών και των φακών επαφής και ελέγχου του οπτικού τους κέντρου: αυτόματο ηλεκτρονικό ~ υψηλής ακριβείας. Βλ. οπτομετρικός, -μετρο. [< γαλλ. phacomètre, αγγλ. phacometer]
54276φακόςφα-κός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΠΤ. διαφανές σώμα συνήθ. από γυαλί ή άλλο διαθλαστικό υλικό, που αποτελείται από δύο επιφάνειες, από τις οποίες τουλάχιστον η μία είναι σφαιρική για να σχηματίζεται πάνω της οπτικό είδωλο: ανορθωτικός/αντικειμενικός/ασφαιρικός/αχρωματικός/διοπτρικός/ευρυγώνιος/κατοπτρικός/κοίλος/κυρτός/λεπτός/ολογραφικός/προσοφθάλμιος ~. Ο ~ της κάμερας/του μικροσκοπίου/τηλεσκοπίου/της φωτογραφικής μηχανής. ~ ζουμ (= ~ εστίασης)/μετατροπής. Το διάφραγμα/η φωτεινότητα του ~ού (βλ. βάθος πεδίου, κάδρο, κλείστρο, παρασολέιγ). Θάμπωμα/θόλωση του ~ού. Κάλυμμα/σκιάδιο ~ού. Βλ. κάτοπτρο, τηλε~.|| (ειδικότ., αυτοί που υπάρχουν στα γυαλιά οράσεως:) Οπτικός ~. Άθραυστοι/διορθωτικοί/μυωπικοί/οφθαλμικοί/πολυεστιακοί ~οί. ~οί μελανίνης.|| (ΙΑΤΡ.) Ο ~ του οφθαλμού. Ενδοφθάλμιοι ~οί (= ενδοφακοί). 2. (συνεκδ.) κάμερα: ο κινηματογραφικός/τηλεοπτικός/φωτογραφικός ~. Αποκαλύψεις (μπροστά) στον ~ό (= δημόσια). Εικόνες που αιχμαλώτισε/στιγμιότυπα που κατέγραψε ο ~. Ο ~ τους συνέλαβε σε τρυφερό τετ α τετ. Γράφει στον ~ό/τη θέλει ο ~ (: έχει φωτογένεια). Πόζαρε στον ~ό. Βλ. κεντρ-, νετ-, φλουτ-άρω. 3. ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή που εκπέμπει δέσμη φωτός: αδιάβροχος/επαναφορτιζόμενος/ηλιακός/ισχυρός/καταδυτικός/υποβρύχιος ~. ~ κεφαλής/τσέπης/χειρός. ~-μπρελόκ. ~ με μπαταρίες. Πβ. φανός. Βλ. κλεφτοφάναρο. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρυτικός φακός: ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα μεγάλης μάζας που βρίσκεται ανάμεσα σε φωτεινό αντικείμενο και σε παρατηρητή και το οποίο, εξαιτίας του ισχυρού βαρυτικού του πεδίου, κάμπτει τις φωτεινές ακτίνες του αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτό να εμφανίζεται στον παρατηρητή ως διπλό. Βλ. κβάζαρ. [< αγγλ. gravitational lens, 1937] , συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός: ΟΠΤ. αυτός που μετατρέπει μια παράλληλη δέσμη φωτεινών ακτίνων σε συγκλίνουσα και τη συγκεντρώνει σε ένα σημείο. Βλ. αποκλίνων φακός. [< γαλλ. lentille concentrique] , φακοί επαφής: μικροί λεπτοί κυρτοί δίσκοι, σχεδιασμένοι να προσαρμόζονται στο μάτι για τη διόρθωση προβλημάτων της όρασης ή για την αλλαγή του χρώματος της ίριδας: θεραπευτικοί/μαλακοί/σκληροί ~ ~. ~ ~ αστιγματισμού.|| Έγχρωμοι ~ ~. [< αγγλ. contact lenses] , αναμορφωτικός φακός βλ. αναμορφωτικός, κρυσταλλοειδής φακός βλ. κρυσταλλοειδής, μεγεθυντικός φακός βλ. μεγεθυντικός, παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός βλ. παραμορφωτικός [< αρχ. φακός, γαλλ. lentille]
54277φάκτορινγκφά-κτο-ρινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πρακτόρευση.
54278φάλαγγα1φά-λαγ-γα ουσ. (θηλ.) 1. διάταξη οχημάτων που κινούνται το ένα πίσω από το άλλο: ~ ανθρωπιστικής βοήθειας. Η κεφαλή/ουρά της ~ας. Πβ. κονβόι.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ αρμάτων. Βλ. ίλη, ουλαμός. 2. ΣΤΡΑΤ. παράταξη στρατιωτών σε βάθος· συνεκδ. παραταγμένο στράτευμα· (ΙΣΤ.) ειδικά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα ή (συνήθ. με κεφαλ.) παραστρατιωτική φασιστική ομάδα-οργάνωση: διπλή ~ λόχου/τάγματος (: σε δύο παράλληλες σειρές). ~ κατ' άνδρα (: ο ένας πίσω από τον άλλον)/κατά δυάδες (/τριάδες/τετράδες). Βλ. ζυγός. 3. ΑΡΧ. σχηματισμός μάχης αποτελούμενος από οπλίτες σε πυκνή παράταξη· η σχετική στρατιωτική μονάδα: λοξή/όρθια/πλάγια ~. Μακεδονική ~ (βλ. σάρισα). Το (αριστερό/δεξί) κέρας/ο ομφαλός (= το μέσο) της ~ας. Βλ. λεγεώνα. 4. ΑΝΑΤ. καθένα από τα οστά των δαχτύλων: η πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πέμπτη φάλαγγα: ομάδα που δρα υπονομευτικά στο εσωτερικό χώρας, συνήθ. σε περίοδο πολέμου, ή οργάνωσης, κόμματος, υπηρετώντας τα συμφέροντα του αντιπάλου· εσωτερικός εχθρός. Βλ. κατασκοπεία, σαμποτάζ. [< γαλλ. cinquième colonne, αγγλ. fifth column, 1936 < ισπ. quinta columna] [< αρχ. φάλαγξ, γαλλ. phalange, αγγλ. phalanx 1,2: κ. γαλλ. colonne]
54279φάλαγγα2φά-λαγ-γα ουσ. (θηλ.) & φάλαγγας (ο) (κυρ. παλαιότ.): μέθοδος βασανισμού κατά την οποία το θύμα δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα στα πέλματά του· συνεκδ. το όργανο με το οποίο ακινητοποιούνταν τα πόδια του βασανιζόμενου: το μαρτύριο της ~ας. [< αρχ. φάλαγξ ‘κυλινδρικό ξύλο, ραβδί’, τουρκ. falaka]
54280φαλάγγιφα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. καθένα από τα δοκάρια που τοποθετούνται κάτω από μεγάλο βάρος, ιδ. κάτω από την κατασκευή καθέλκυσης και ανέλκυσης σκάφους, για να διευκολύνεται η μετακίνησή του μέσω της ολίσθησης πάνω σε αυτά. 2. ΖΩΟΛ. αραχνοειδές (τάξη Opiliones) με σφαιρικό σώμα, οκτώ πολύ μακριά και λεπτά πόδια, το οποίο δεν υφαίνει ιστό. ΣΥΝ. σφαλάγγι ● ΦΡ.: παίρνω (κάποιον) φαλάγγι (προφ.): τον τρέπω σε φυγή, τον κατατροπώνω. [< 1: μτγν. φαλάγγιον 2: αρχ. ~]
54281φαλαγγίτηςφα-λαγ-γί-της ουσ. (αρσ.): μέλος φάλαγγας, κυρ. παραστρατιωτικής φασιστικής οργάνωσης. Βλ. πεμπτο~. [< μτγν. φαλαγγίτης, γαλλ. phalangiste, περ. 1930, αγγλ. Phalangist, 1936]
54282φάλαιναφά-λαι-να ουσ. (θηλ.) {φαλαιν-ών} 1. ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο θαλάσσιο θηλαστικό (τάξη Cetacea) με πτερύγια, πεπλατυσμένη ουρά και φυσητήρες στο πάνω μέρος του κεφαλιού για την αναπνοή, το οποίο τρέφεται κυρ. με πλαγκτόν: γαλάζια/γκρίζα/καμπούρα ή μεγάπτερη ~. ~ δολοφόνος (= όρκα)/φυσητήρας. Διάσωση/καταφύγιο/κυνήγι/προστασία των ~ών. Παρατήρηση ~ών (: ως τουριστική δραστηριότητα). Βλ. δελφίνι, κήτος, πτερο~. 2. (μτφ.-μειωτ.) εύσωμη, πολύ παχιά γυναίκα. Πβ. φακλάνα. ● Υποκ.: φαλαινάκι (το), φαλαινίτσα (η) [< 1: αρχ. φάλ(λ)αινα, πβ. γαλλ. phalène, αγγλ. phalaena]
54283φαλαινοειδής, ής, ές φα-λαι-νο-ει-δής επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: φαλαινοειδές (το): ΖΩΟΛ. θαλάσσιο θηλαστικό της οικογένειας των φαλαινών ή κήτος που μοιάζει με φάλαινα: δελφίνια και ~ή. Βλ. -ειδής, κητώδη. [< πβ. αγγλ. phalaenoid]
54284φαλαινοθήραςφα-λαι-νο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το κυνήγι της φάλαινας. Βλ. -θήρας. [< γαλλ. baleinier]
54285φαλαινοθηρίαφα-λαι-νο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυνήγι, αλιεία φάλαινας: εμπορική ~. Διεθνής εκστρατεία κατά της ~ας. Βλ. -θηρία. [< γαλλ. pêche à la baleine]
54286φαλαινοθηρικός, ή, ό φα-λαι-νο-θη-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη φαλαινοθηρία: ~ός: στόλος. ~ές: χώρες. ● Ουσ.: φαλαινοθηρικό (το): ενν. σκάφος.
54287φαλαινοκαρχαρίαςφα-λαι-νο-καρ-χα-ρί-ας ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. πολύ μεγάλος καρχαρίας (επιστ. ονομασ. Rhincodon typus) που τρέφεται κυρ. με πλαγκτόν: Ο ~ είναι το μεγαλύτερο (γνωστό) ψάρι.
54288φαλάκραφα-λά-κρα ουσ. (θηλ.): (κυρ. στους άνδρες) μερική ή ολική απώλεια των μαλλιών· συνεκδ. το τμήμα του κεφαλιού που έχει λίγες ή καθόλου τρίχες: θεραπεία/φάρμακο για τη ~. Τάση για ~. Πβ. ανδρογενετική/ανδρογενής αλωπεκία. Βλ. τριχόπτωση.|| Γυαλιστερή/μετωπιαία ~. Έχει κάνει ~ (= έχει φαλακρύνει). ΣΥΝ. καράφλα ● Υποκ.: φαλακρίτσα (η) [< μτγν. φαλάκρα]
54289φαλακραίνωφα-λα-κραί-νω ρ. (αμτβ.) {φαλακρύνει} & (σπάν.) φαλακρώνω: κάνω φαλάκρα. ΣΥΝ. καραφλιάζω (2) [< μτγν. φαλακρῶ]
54290φαλάκραςφα-λά-κρας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): φαλακρός άνδρας. Πβ. γλόμπος.
54291φαλακροκόρακαςφα-λα-κρο-κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ονομασία μεγάλων υδρόβιων πτηνών (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax), με μαύρο γυαλιστερό φτέρωμα και μακρύ, γαμψό στην άκρη ράμφος, τα οποία τρέφονται με ψάρια: ~ ο πυγμαίος (= λαγγόνα). Βλ. θαλασσοκόρακας, κορμοράνος.
54292φαλακρός, ή, ό φα-λα-κρός επίθ. 1. που έχει πολύ λίγα ή καθόλου μαλλιά: Έμεινε ~. Πβ. γλόμπος, γουλί, φαλάκρας. ΣΥΝ. καραφλός.|| (ΟΡΝΙΘ.) ~ αετός (: που έχει λευκό τρίχωμα στο κεφάλι· επιστ. ονομασ. Haliaeetus leucocephalus). 2. (μτφ.) χωρίς βλάστηση: ~ό: βουνό. Πβ. άδενδρος, γυμνός. [< αρχ. φαλακρός]
54293φαλακρότηταφα-λα-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του φαλακρού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. φαλακρότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.