Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54760-54780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54265φακέλωμαφα-κέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φακελώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό φακέλωμα: υποκλοπή και ηλεκτρονική καταγραφή των προσωπικών δεδομένων πολιτών, μέσω παρακολούθησης κάθε μορφής επικοινωνίας και συναλλαγών τους που γίνονται τηλεφωνικά ή διαδικτυακά. Βλ. αρχειοθέτηση.
54266φακελώνωφα-κε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {φακέλω-σε, φακελώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φακελών-οντας} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): δημιουργώ αρχείο με τα προσωπικά δεδομένα κάποιου: Τον έχουν ~σει (: παρακολουθούν τις κινήσεις και τις συναλλαγές του). Είναι ~μένος. Βλ. αρχειοθετώ. [< μεσν. φακελώ]
54267φακή[φακῆ] φα-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. μικρό ετήσιο ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών (επιστ. ονομασ. Lens culinaris), του οποίου ο καρπός είναι πλούσιος σε σίδηρο και φυτικές ίνες: ~ του νερού (επιστ. ονομασ. Lemna minor). 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) οι σπόροι του φυτού και το αντίστοιχο φαγητό που παρασκευάζεται από αυτούς και τρώγεται ως όσπριο: κόκκινη/χοντρή/ψιλή ~. Ξερές/ωμές ~ές. Ένα πακέτο/τσουβάλι ~ές. Καθαρίζω/μουσκεύω/πλένω/στραγγίζω τη ~/τις ~ές.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ νερόβραστη. ~ές σαλάτα/σούπα. ~ές με ρύζι. Σιγοβράζουμε τις ~ές. ● ΦΡ.: παλικάρι της φακής (ειρων.): ψευτοπαλικαράς, θρασύδειλος., αντί/έναντι πινακίου φακής βλ. πινάκιο [< αρχ. φακῆ]
54268φακίδεςφα-κί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. φακίδα}: μικρές καστανόχρωμες κηλίδες κυρ. του προσώπου, που οφείλονται στη μελανίνη των δερματικών κυττάρων, συνήθ. σε ανοιχτόχρωμες επιδερμίδες: ~ στα μάγουλα και τη μύτη. Βλ. πανάδες. ΣΥΝ. εφηλίδες (1) ● Υποκ.: φακιδούλες (οι)
54269φακιόλιφα-κιό-λι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): γυναικείο μαντίλι που δενόταν πίσω στο κεφάλι, κυρ. κατά την εκτέλεση οικιακών εργασιών. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, μπόλια, τσεμπέρι. [< μεσν. φακιόλιν < μτγν. φακιάλιον < λατ. facialia, -ium ‘λινό μαντίλι για τον ιδρώτα του προσώπου’]
54270φακίρηςφα-κί-ρης ουσ. (αρσ.) {φακίρ-ηδες}: Ινδός ασκητής· πλανόδιος Ινδός θαυματοποιός: ~ηδες που ξαπλώνουν πάνω σε καρφιά. Πβ. μάγος. [< τουρκ. fakir]
54271φακιρικός, ή, ό φα-κι-ρι-κός επίθ. & φακίρικος, η, ο: που σχετίζεται με τον φακίρη· κατ' επέκτ. εντυπωσιακός: ~ά: θαύματα/κόλπα. Πβ. μαγικός.|| (ουσ.) Τα ~ά (ενν. τεχνάσματα).
54272φακλάναφα-κλά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): πολύ χοντρή και ανήθικη γυναίκα συνήθ. μεγάλης ηλικίας. Πβ. φάλαινα. [< 14ος αι., φά(ω) + κλάν(ω) + -α]
54273φακοειδής, ής, ές φα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα φακού: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~είς: γαλαξίες. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ή: σύννεφα. (ΑΝΑΤ.) ~ής: πυρήνας (του εγκεφάλου). Βλ. -ειδής. [< αρχ. φακοειδής, γαλλ. phacoïde, αγγλ. phacoidal, 1901]
54274φακοθρυψίαφα-κο-θρυ-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος αντιμετώπισης του καταρράκτη, κατά την οποία θρυμματίζεται και αφαιρείται ο φακός του οφθαλμού και στη θέση του τοποθετείται συνθετικός ενδοφακός: κρύα ~. ~ με υπερήχους (βλ. λέιζερ). [< αγγλ. phacoemulsification]
54275φακόμετροφα-κό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΟΠΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης των γυαλιών και των φακών επαφής και ελέγχου του οπτικού τους κέντρου: αυτόματο ηλεκτρονικό ~ υψηλής ακριβείας. Βλ. οπτομετρικός, -μετρο. [< γαλλ. phacomètre, αγγλ. phacometer]
54276φακόςφα-κός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΠΤ. διαφανές σώμα συνήθ. από γυαλί ή άλλο διαθλαστικό υλικό, που αποτελείται από δύο επιφάνειες, από τις οποίες τουλάχιστον η μία είναι σφαιρική για να σχηματίζεται πάνω της οπτικό είδωλο: ανορθωτικός/αντικειμενικός/ασφαιρικός/αχρωματικός/διοπτρικός/ευρυγώνιος/κατοπτρικός/κοίλος/κυρτός/λεπτός/ολογραφικός/προσοφθάλμιος ~. Ο ~ της κάμερας/του μικροσκοπίου/τηλεσκοπίου/της φωτογραφικής μηχανής. ~ ζουμ (= ~ εστίασης)/μετατροπής. Το διάφραγμα/η φωτεινότητα του ~ού (βλ. βάθος πεδίου, κάδρο, κλείστρο, παρασολέιγ). Θάμπωμα/θόλωση του ~ού. Κάλυμμα/σκιάδιο ~ού. Βλ. κάτοπτρο, τηλε~.|| (ειδικότ., αυτοί που υπάρχουν στα γυαλιά οράσεως:) Οπτικός ~. Άθραυστοι/διορθωτικοί/μυωπικοί/οφθαλμικοί/πολυεστιακοί ~οί. ~οί μελανίνης.|| (ΙΑΤΡ.) Ο ~ του οφθαλμού. Ενδοφθάλμιοι ~οί (= ενδοφακοί). 2. (συνεκδ.) κάμερα: ο κινηματογραφικός/τηλεοπτικός/φωτογραφικός ~. Αποκαλύψεις (μπροστά) στον ~ό (= δημόσια). Εικόνες που αιχμαλώτισε/στιγμιότυπα που κατέγραψε ο ~. Ο ~ τους συνέλαβε σε τρυφερό τετ α τετ. Γράφει στον ~ό/τη θέλει ο ~ (: έχει φωτογένεια). Πόζαρε στον ~ό. Βλ. κεντρ-, νετ-, φλουτ-άρω. 3. ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή που εκπέμπει δέσμη φωτός: αδιάβροχος/επαναφορτιζόμενος/ηλιακός/ισχυρός/καταδυτικός/υποβρύχιος ~. ~ κεφαλής/τσέπης/χειρός. ~-μπρελόκ. ~ με μπαταρίες. Πβ. φανός. Βλ. κλεφτοφάναρο. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρυτικός φακός: ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα μεγάλης μάζας που βρίσκεται ανάμεσα σε φωτεινό αντικείμενο και σε παρατηρητή και το οποίο, εξαιτίας του ισχυρού βαρυτικού του πεδίου, κάμπτει τις φωτεινές ακτίνες του αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτό να εμφανίζεται στον παρατηρητή ως διπλό. Βλ. κβάζαρ. [< αγγλ. gravitational lens, 1937] , συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός: ΟΠΤ. αυτός που μετατρέπει μια παράλληλη δέσμη φωτεινών ακτίνων σε συγκλίνουσα και τη συγκεντρώνει σε ένα σημείο. Βλ. αποκλίνων φακός. [< γαλλ. lentille concentrique] , φακοί επαφής: μικροί λεπτοί κυρτοί δίσκοι, σχεδιασμένοι να προσαρμόζονται στο μάτι για τη διόρθωση προβλημάτων της όρασης ή για την αλλαγή του χρώματος της ίριδας: θεραπευτικοί/μαλακοί/σκληροί ~ ~. ~ ~ αστιγματισμού.|| Έγχρωμοι ~ ~. [< αγγλ. contact lenses] , αναμορφωτικός φακός βλ. αναμορφωτικός, κρυσταλλοειδής φακός βλ. κρυσταλλοειδής, μεγεθυντικός φακός βλ. μεγεθυντικός, παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός βλ. παραμορφωτικός [< αρχ. φακός, γαλλ. lentille]
54277φάκτορινγκφά-κτο-ρινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πρακτόρευση.
54278φάλαγγα1φά-λαγ-γα ουσ. (θηλ.) 1. διάταξη οχημάτων που κινούνται το ένα πίσω από το άλλο: ~ ανθρωπιστικής βοήθειας. Η κεφαλή/ουρά της ~ας. Πβ. κονβόι.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ αρμάτων. Βλ. ίλη, ουλαμός. 2. ΣΤΡΑΤ. παράταξη στρατιωτών σε βάθος· συνεκδ. παραταγμένο στράτευμα· (ΙΣΤ.) ειδικά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα ή (συνήθ. με κεφαλ.) παραστρατιωτική φασιστική ομάδα-οργάνωση: διπλή ~ λόχου/τάγματος (: σε δύο παράλληλες σειρές). ~ κατ' άνδρα (: ο ένας πίσω από τον άλλον)/κατά δυάδες (/τριάδες/τετράδες). Βλ. ζυγός. 3. ΑΡΧ. σχηματισμός μάχης αποτελούμενος από οπλίτες σε πυκνή παράταξη· η σχετική στρατιωτική μονάδα: λοξή/όρθια/πλάγια ~. Μακεδονική ~ (βλ. σάρισα). Το (αριστερό/δεξί) κέρας/ο ομφαλός (= το μέσο) της ~ας. Βλ. λεγεώνα. 4. ΑΝΑΤ. καθένα από τα οστά των δαχτύλων: η πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πέμπτη φάλαγγα: ομάδα που δρα υπονομευτικά στο εσωτερικό χώρας, συνήθ. σε περίοδο πολέμου, ή οργάνωσης, κόμματος, υπηρετώντας τα συμφέροντα του αντιπάλου· εσωτερικός εχθρός. Βλ. κατασκοπεία, σαμποτάζ. [< γαλλ. cinquième colonne, αγγλ. fifth column, 1936 < ισπ. quinta columna] [< αρχ. φάλαγξ, γαλλ. phalange, αγγλ. phalanx 1,2: κ. γαλλ. colonne]
54279φάλαγγα2φά-λαγ-γα ουσ. (θηλ.) & φάλαγγας (ο) (κυρ. παλαιότ.): μέθοδος βασανισμού κατά την οποία το θύμα δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα στα πέλματά του· συνεκδ. το όργανο με το οποίο ακινητοποιούνταν τα πόδια του βασανιζόμενου: το μαρτύριο της ~ας. [< αρχ. φάλαγξ ‘κυλινδρικό ξύλο, ραβδί’, τουρκ. falaka]
54280φαλάγγιφα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. καθένα από τα δοκάρια που τοποθετούνται κάτω από μεγάλο βάρος, ιδ. κάτω από την κατασκευή καθέλκυσης και ανέλκυσης σκάφους, για να διευκολύνεται η μετακίνησή του μέσω της ολίσθησης πάνω σε αυτά. 2. ΖΩΟΛ. αραχνοειδές (τάξη Opiliones) με σφαιρικό σώμα, οκτώ πολύ μακριά και λεπτά πόδια, το οποίο δεν υφαίνει ιστό. ΣΥΝ. σφαλάγγι ● ΦΡ.: παίρνω (κάποιον) φαλάγγι (προφ.): τον τρέπω σε φυγή, τον κατατροπώνω. [< 1: μτγν. φαλάγγιον 2: αρχ. ~]
54281φαλαγγίτηςφα-λαγ-γί-της ουσ. (αρσ.): μέλος φάλαγγας, κυρ. παραστρατιωτικής φασιστικής οργάνωσης. Βλ. πεμπτο~. [< μτγν. φαλαγγίτης, γαλλ. phalangiste, περ. 1930, αγγλ. Phalangist, 1936]
54282φάλαιναφά-λαι-να ουσ. (θηλ.) {φαλαιν-ών} 1. ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο θαλάσσιο θηλαστικό (τάξη Cetacea) με πτερύγια, πεπλατυσμένη ουρά και φυσητήρες στο πάνω μέρος του κεφαλιού για την αναπνοή, το οποίο τρέφεται κυρ. με πλαγκτόν: γαλάζια/γκρίζα/καμπούρα ή μεγάπτερη ~. ~ δολοφόνος (= όρκα)/φυσητήρας. Διάσωση/καταφύγιο/κυνήγι/προστασία των ~ών. Παρατήρηση ~ών (: ως τουριστική δραστηριότητα). Βλ. δελφίνι, κήτος, πτερο~. 2. (μτφ.-μειωτ.) εύσωμη, πολύ παχιά γυναίκα. Πβ. φακλάνα. ● Υποκ.: φαλαινάκι (το), φαλαινίτσα (η) [< 1: αρχ. φάλ(λ)αινα, πβ. γαλλ. phalène, αγγλ. phalaena]
54283φαλαινοειδής, ής, ές φα-λαι-νο-ει-δής επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: φαλαινοειδές (το): ΖΩΟΛ. θαλάσσιο θηλαστικό της οικογένειας των φαλαινών ή κήτος που μοιάζει με φάλαινα: δελφίνια και ~ή. Βλ. -ειδής, κητώδη. [< πβ. αγγλ. phalaenoid]
54284φαλαινοθήραςφα-λαι-νο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το κυνήγι της φάλαινας. Βλ. -θήρας. [< γαλλ. baleinier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.