| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4540 | αντικειμενοποιώ | βλ. αντικειμενικοποιώ | |
| 4541 | αντικειμενοστρεφής | , ής, ές [ἀντικειμενοστρεφής] α-ντι-κει-με-νο-στρε-φής επίθ. & αντικειμενοστραφής: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με αντικείμενα και τις μεταξύ τους συνδέσεις: ~ής: γλώσσα (προγραμματισμού). ~ή: περιβάλλοντα επεξεργασίας. Διαχείριση ~ών βάσεων δεδομένων. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός: που σχετίζεται με την παραγωγή κλάσεων και αντικειμένων σε διακριτά τμήματα κώδικα τα οποία επιτρέπουν την επαναχρησιμοποίησή του. [< αγγλ. object-oriented, 1973] | |
| 4542 | αντίκειται | [ἀντίκειται] α-ντί-κει-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. αντίκειτο, μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): αντιβαίνει σε κάτι: ~ στις προσδοκίες του. Πράξη που ~ στο άρθρο ... του Συντάγματος/στις αρχές (του δικαίου)/στο δημόσιο συμφέρον/στη λογική/στο πνεύμα του νόμου. ΣΥΝ. αντι-στρατεύεται, -τίθεται, προσκρούει. [< αρχ. ἀντίκειμαι] | |
| 4543 | αντικέρ | [ἀντικέρ] α-ντι-κέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: που εμπορεύεται αντίκες και διαθέτει σχετικό κατάστημα: συλλέκτης-~. Πβ. αρχαιο-, παλαιο-πώλης. [< γαλλ. antiquaire] | |
| 4544 | αντικερί | [ἀντικερί] α-ντι-κε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κατάστημα που πουλά αντίκες: παλαιοπωλεία, ~ και γκαλερί τέχνης. Βλ. -ερί. [< γαλλ. antiquerie] | |
| 4545 | αντικίνημα | [ἀντικίνημα] α-ντι-κί-νη-μα ουσ. (ουδ.): κίνημα που στοχεύει στην εξουδετέρωση άλλου. [< αγγλ. counter-movement] | |
| 4546 | αντικίνητρο | [ἀντικίνητρο] α-ντι-κί-νη-τρο ουσ. (ουδ.): ενέργεια, κυρ. σε θεσμικό επίπεδο, που αποσκοπεί στην αποφυγή ή αποτροπή άλλης: φορολογικό ~. Επενδυτικά ~α. (Κάτι) αποτελεί/λειτουργεί ως/συνιστά ισχυρό ~. ~α για τη χρήση ΙΧ στην πόλη. ΑΝΤ. κίνητρο (1) [< αγγλ. disincentive, 1946] | |
| 4547 | αντικλείδι | [ἀντικλείδι] α-ντι-κλεί-δι ουσ. (ουδ.): κλειδί που είναι αντίγραφο του πρωτοτύπου ή ανοίγει παρόμοιες κλειδαριές: γενικό ~ (= πασπαρτού). Κλοπή με ~. Βγάζω/φτιάχνω ~. [< μεσν. αντικλείδι] | |
| 4548 | αντικλεπτικός | , ή, ό [ἀντικλεπτικός] α-ντι-κλε-πτι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην αποτροπή της κλοπής: ~ός: μηχανισμός (π.χ. κατοικίας)/συναγερμός. ~ή: κλειδαριά/συσκευή. ~ό: μπαστούνι. ~ές: αλυσίδες. Αντιπυρική και ~ή προστασία. ● Ουσ.: αντικλεπτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: συστήματα ή αξεσουάρ που αποτρέπουν την κλοπή: ηλεκτρονικά ~. ~ αυτοκινήτων/εμπορευμάτων. [< γαλλ. antivol, 1932] | |
| 4549 | αντικληρικός | , ή, ό [ἀντικληρικός] α-ντι-κλη-ρι-κός επίθ.: που στρέφεται ενάντια στον κλήρο και την εξουσία του. Βλ. αντι-εκκλησιαστικός. [< γαλλ. anticlérical, αγγλ. anticlerical] | |
| 4550 | αντίκλητος | [ἀντίκλητος] α-ντί-κλη-τος ουσ. (αρσ.) {αντικλήτ-ου | -ων, -ους}: ΝΟΜ. πληρεξούσιος ο οποίος παίρνει τα έγγραφα που απευθύνονται στον εντολέα, τον οποίο εκπροσωπεί: ~ αναδόχου. Δήλωση ορισμού ~ου. [< γαλλ. avoué] | |
| 4551 | αντικνήμιο | [ἀντικνήμιο] α-ντι-κνή-μι-ο ουσ. (ουδ.) {αντικνημί-ου}: ΑΝΑΤ. το μπροστινό οστό της κνήμης. Πβ. καλάμι. [< αρχ. ἀντικνήμιον] | |
| 4552 | αντικοινοβουλευτικός | , ή, ό [ἀντικοινοβουλευτικός] α-ντι-κοι-νο-βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό. [< γαλλ. antiparlementaire, αγγλ. antiparliamentary] | |
| 4553 | αντικοινοβουλευτισμός | [ἀντικοινοβουλευτισμός] α-ντι-κοι-νο-βου-λευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. εναντίωση στον κοινοβουλευτισμό. [< γαλλ. antiparlementarisme, περ. 1900] | |
| 4554 | αντικοινοτικός | , ή, ό [ἀντικοινοτικός] α-ντι-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ές: διατάξεις. Πβ. αντιευρωπαϊκός. [< γαλλ. anticommunautaire, αγγλ. anti-community] | |
| 4555 | αντικοινωνικός | , ή, ό [ἀντικοινωνικός] α-ντι-κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που εναντιώνεται στην κοινωνία και τους θεσμούς της: ~ή: πολιτική. ~ό: φαινόμενο (π.χ. η βία). ~ές: εκδηλώσεις/τάσεις. ~ά: μέτρα/πρότυπα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή διαταραχή της προσωπικότητας (πβ. ψυχοπαθητικός). 2. (για πρόσ.) που αποφεύγει τις συναναστροφές με άλλους ανθρώπους: δύσκολος και ~ χαρακτήρας. Πβ. ακοινώνητος, απόμακρος, κλειστός, μονόχνοτος. ΑΝΤ. κοινωνικός (3), κοσμικός (1) ● επίρρ.: αντικοινωνικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικοινωνική συμπεριφορά: που χαρακτηρίζεται από συνειδητή και χωρίς ενοχές συνήθ. περιφρόνηση και παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων ανθρώπων· παρανομία, επιθετικότητα, καταστροφική διάθεση: ακραία ~ ~. ~ές ~ές παιδιών και εφήβων. Βλ. περιθωριοποίηση. [< 1: γαλλ.-αγγλ. antisocial, αγγλ. antisocial personality disorder, 1967 2: γαλλ. insociable] | |
| 4556 | αντικοινωνικότητα | [ἀντικοινωνικότητα] α-ντι-κοι-νω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. απουσία κοινωνικότητας: απομόνωση/αποξένωση και ~. 2. εναντίωση προς την κοινωνία και τους θεσμούς της: ~ των νέων. Βλ. αντιδραστικότητα. [< 1: γαλλ. insociabilité] | |
| 4557 | αντικολλητικός | , ή, ό [ἀντικολλητικός] α-ντι-κολ-λη-τι-κός επίθ.: που έχει την ιδιότητα να μην κολλά: ~ή: επίστρωση/επιφάνεια. ~ές: γάζες (για εγκαύματα)/πλάκες (ψησίματος). ~ά: σκεύη. ΑΝΤ. κολλητικός (1) ● επίρρ.: αντικολλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικολλητικό χαρτί βλ. χαρτί [< γαλλ. antiadhésif, πριν από το 1975] | |
| 4558 | αντικομματικός | , ή, ό [ἀντικομματικός] α-ντι-κομ-μα-τι-κός επίθ. 1. που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα ορισμένου κόμματος: ~ή: δράση/συμπεριφορά. 2. (σπάν.) που αντιτίθεται γενικά στα κόμματα ή και στον αντίστοιχο θεσμό: ~ό και αντιπολιτικό κλίμα. Πβ. αντικοινοβουλευτικός. Βλ. υπερκομματικός. ● επίρρ.: αντικομματικά | |
| 4559 | αντικομμουνισμός | [ἀντικομμουνισμός] α-ντι-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία και πρακτική εχθρική προς τον κομμουνισμό. Βλ. ακροδεξιά, φασισμός. [< γαλλ. anticommunisme, 1936] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ