Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5460-5480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4534αντικέ[ἀντικέ] α-ντι-κέ επίθ. {άκλ.}: που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να φαίνεται παλιό: ~ έπιπλα. Βλ. αντίκα, πατίνα. [< γαλλ. antique]
53424Αντικειμενικοποιηση

[ὑπερσεξουαλικοποίηση] υ-περ-σε-ξου-α-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική σεξουαλικοποίηση. Πβ. σεξουαλική αντικειμενικοποίηση. [< γαλλ. hypersexualisation, 1980, αγγλ. hypersexualization]

4535αντικειμενικοποίηση[ἀντικειμενικοποίηση] α-ντι-κει-με-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αντικειμενοποίηση 1. μετατροπή άυλου στοιχείου σε υλικό, παίρνοντας συχνά τη μορφή αντικειμένου· κατ' επέκτ. έκφραση, εξωτερίκευση: ~ της εμπειρίας/των εννοιών/των συναισθημάτων. Πβ. αισθητοποίηση. Βλ. συμβολισμός. || Σεξουαλική ~. Πβ. υπερσεξουαλικοποίηση. 2. διαδικασία κατά την οποία κάτι αποκτά αντικειμενικό, αμερόληπτο, δίκαιο χαρακτήρα και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των κριτηρίων/του συστήματος αξιολόγησης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. objectivation]
4536αντικειμενικοποιώ[ἀντικειμενικοποιῶ] α-ντι-κει-με-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αντικειμενικοποι-είς ... | (σπάν.) αντικειμενικοποί-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & αντικειμενοποιώ 1. καθιστώ κάτι αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, το μετατρέπω σε κάτι απτό: Αφηρημένες έννοιες ~ούνται με σύμβολα. Πβ. αισθητοποιώ, εκφράζω, εξωτερικεύω. 2. προσδίδω σε κάτι αντικειμενικό, αμερόληπτο χαρακτήρα: ~ούνται τα κριτήρια αδειοδότησης. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. objectiver]
4537αντικειμενικός, ή, ό [ἀντικειμενικός] α-ντι-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην ή συμφωνεί με την πραγματικότητα και κατ' επέκτ. αμερόληπτος: ~ός: σκοπός/στόχος (= βασικός, κύριος). Αδύνατον για ~ούς λόγους να ... Βάσει ~ών στοιχείων. Πβ. πραγματικός.|| ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/κρίση/κριτική. Κρατώ/τηρώ ~ή στάση. (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/παρατηρητής. Πβ. ανεπηρέαστος, απροκατάληπτος. ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: αλήθεια (= αδιάσειστη, αναμφισβήτητη, απόλυτη). ΑΝΤ. υποκειμενικός (1) 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ός: φακός (: που εστιάζει στο αντικείμενο).|| (ΓΡΑΜΜ.) Γενική/δοτική ~ή (: για δήλωση του αντικειμένου της ενέργειας). ● επίρρ.: αντικειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενικά κριτήρια 1. που βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα: Πλήρωση θέσεων με ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. με βάση τα οποία προσδιορίζεται το εισόδημα προσώπων, ανεξάρτητα από τη φορολογική τους δήλωση: ~ ~ για ελεύθερους επαγγελματίες/μικρομεσαίους/επιτηδευματίες.|| ~ ~ ελαχίστου εισοδήματος., αντικειμενική αξία & αντικειμενική τιμή: ΟΙΚΟΝ. καθορισμός της αξίας ενός ακινήτου (από το Υπουργείο Οικονομικών) με βάση αυστηρώς προσδιορισμένα κριτήρια (περιοχή, παλαιότητα): ~ ~ αυτοκινήτου/γης/τετραγωνικού μέτρου. [< γαλλ. objectif]
4538αντικειμενικότητα[ἀντικειμενικότητα] α-ντι-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αντιμετώπιση κατάστασης ή προσώπου χωρίς ιδεολογικές, συναισθηματικές και μη ορθολογικές κρίσεις: δημοσιογραφική/επιστημονική ~. Ακεραιότητα και ~ των δικαστών. Διαφάνεια και ~ στις εξετάσεις. Έλλειψη/εχέγγυα ~ας. Αξιολογώ/κρίνω με ~ και δικαιοσύνη. Πβ. αμεροληψία. ΑΝΤ. μεροληψία, υποκειμενικότητα 2. ΦΙΛΟΣ. πραγματικότητα. [< γαλλ. objectivité]
4539αντικείμενο[ἀντικείμενο] α-ντι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {αντικειμέν-ου} 1. πράγμα με συγκεκριμένη μορφή, που συνήθ. γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, δεν αποτελεί ζωντανό οργανισμό και προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση: αιχμηρό/μεταλλικό/πολύτιμο ~. Άψυχα/μεταχειρισμένα/υλικά ~α. ~α εξοπλισμού γραφείου/καθημερινής χρήσης. Άγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενα ~α (ακρ. ΑΤΙΑ, UFO, πβ. ούφο). Δεν σου επιτρέπω να ψάχνεις τα προσωπικά μου ~α! Βλ. μικρο~. 2. οτιδήποτε αποτελεί το θέμα, τον σκοπό ή την αιτία (ενέργειας, δραστηριότητας, συναισθήματος): γνωστικό/επιστημονικό/ερευνητικό ~. ~ αγάπης/εκμετάλλευσης/εργασίας/έρευνας/θαυμασμού/κριτικής (= στόχος)/πολιτικής αντιπαράθεσης/σπουδών/σχολίων/χλευασμού. Μόνιμο ~ συζήτησης.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαιοπραξίας/δικαιώματος/πώλησης/σύμβασης. 3. ΓΡΑΜΜ. συντακτικός όρος πρότασης ή φράσης που δηλώνει τον αποδέκτη της ενέργειας του ρήματος: πτώση του ~ένου (: αιτιατική, γενική). ● ΣΥΜΠΛ.: άμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο, πράγμα ή αφηρημένη έννοια στην οποία μεταβαίνει απευθείας η ενέργεια του υποκειμένου: π.χ. Πλένω τα πιάτα. Πβ. συμπλήρωμα., έμμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο ή πράγμα που συμπληρώνει την έννοια του ρήματος ή σχετίζεται με το άμεσο αντικείμενο: λ.χ. Του χάρισε ένα βιβλίο (: η λ. "του" είναι ~ ~)., εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. που παράγεται ετυμολογικά από το ρήμα με το οποίο συντάσσεται ή φανερώνει το αποτέλεσμα που προκύπτει από την ενέργεια του ρήματος: π.χ. Τραγουδώ ένα τραγούδι., οικονομικό αντικείμενο: το κόστος για την υλοποίηση ενός έργου., φυσικό αντικείμενο: σύνολο εργασιών που πρέπει να ολοκληρωθούν για την υλοποίηση ενός έργου., αντικείμενο αναφοράς βλ. αναφορά, μεταβατικό αντικείμενο βλ. μεταβατικός ● ΦΡ.: εξ αντικειμένου (λόγ.): αντικειμενικά, εκ των πραγμάτων, από ή με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες: ~ ~ δυσκολίες. ΑΝΤ. εξ υποκειμένου [< αρχ. ἀντικείμενον, γαλλ. objet, αγγλ. object]
4540αντικειμενοποιώβλ. αντικειμενικοποιώ
4541αντικειμενοστρεφής, ής, ές [ἀντικειμενοστρεφής] α-ντι-κει-με-νο-στρε-φής επίθ. & αντικειμενοστραφής: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με αντικείμενα και τις μεταξύ τους συνδέσεις: ~ής: γλώσσα (προγραμματισμού). ~ή: περιβάλλοντα επεξεργασίας. Διαχείριση ~ών βάσεων δεδομένων. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός: που σχετίζεται με την παραγωγή κλάσεων και αντικειμένων σε διακριτά τμήματα κώδικα τα οποία επιτρέπουν την επαναχρησιμοποίησή του. [< αγγλ. object-oriented, 1973]
4542αντίκειται[ἀντίκειται] α-ντί-κει-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. αντίκειτο, μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): αντιβαίνει σε κάτι: ~ στις προσδοκίες του. Πράξη που ~ στο άρθρο ... του Συντάγματος/στις αρχές (του δικαίου)/στο δημόσιο συμφέρον/στη λογική/στο πνεύμα του νόμου. ΣΥΝ. αντι-στρατεύεται, -τίθεται, προσκρούει. [< αρχ. ἀντίκειμαι]
4543αντικέρ[ἀντικέρ] α-ντι-κέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: που εμπορεύεται αντίκες και διαθέτει σχετικό κατάστημα: συλλέκτης-~. Πβ. αρχαιο-, παλαιο-πώλης. [< γαλλ. antiquaire]
4544αντικερί[ἀντικερί] α-ντι-κε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κατάστημα που πουλά αντίκες: παλαιοπωλεία, ~ και γκαλερί τέχνης. Βλ. -ερί. [< γαλλ. antiquerie]
4545αντικίνημα[ἀντικίνημα] α-ντι-κί-νη-μα ουσ. (ουδ.): κίνημα που στοχεύει στην εξουδετέρωση άλλου. [< αγγλ. counter-movement]
4546αντικίνητρο[ἀντικίνητρο] α-ντι-κί-νη-τρο ουσ. (ουδ.): ενέργεια, κυρ. σε θεσμικό επίπεδο, που αποσκοπεί στην αποφυγή ή αποτροπή άλλης: φορολογικό ~. Επενδυτικά ~α. (Κάτι) αποτελεί/λειτουργεί ως/συνιστά ισχυρό ~. ~α για τη χρήση ΙΧ στην πόλη. ΑΝΤ. κίνητρο (1) [< αγγλ. disincentive, 1946]
4547αντικλείδι[ἀντικλείδι] α-ντι-κλεί-δι ουσ. (ουδ.): κλειδί που είναι αντίγραφο του πρωτοτύπου ή ανοίγει παρόμοιες κλειδαριές: γενικό ~ (= πασπαρτού). Κλοπή με ~. Βγάζω/φτιάχνω ~. [< μεσν. αντικλείδι]
4548αντικλεπτικός, ή, ό [ἀντικλεπτικός] α-ντι-κλε-πτι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην αποτροπή της κλοπής: ~ός: μηχανισμός (π.χ. κατοικίας)/συναγερμός. ~ή: κλειδαριά/συσκευή. ~ό: μπαστούνι. ~ές: αλυσίδες. Αντιπυρική και ~ή προστασία. ● Ουσ.: αντικλεπτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: συστήματα ή αξεσουάρ που αποτρέπουν την κλοπή: ηλεκτρονικά ~. ~ αυτοκινήτων/εμπορευμάτων. [< γαλλ. antivol, 1932]
4549αντικληρικός, ή, ό [ἀντικληρικός] α-ντι-κλη-ρι-κός επίθ.: που στρέφεται ενάντια στον κλήρο και την εξουσία του. Βλ. αντι-εκκλησιαστικός. [< γαλλ. anticlérical, αγγλ. anticlerical]
4550αντίκλητος[ἀντίκλητος] α-ντί-κλη-τος ουσ. (αρσ.) {αντικλήτ-ου | -ων, -ους}: ΝΟΜ. πληρεξούσιος ο οποίος παίρνει τα έγγραφα που απευθύνονται στον εντολέα, τον οποίο εκπροσωπεί: ~ αναδόχου. Δήλωση ορισμού ~ου. [< γαλλ. avoué]
4551αντικνήμιο[ἀντικνήμιο] α-ντι-κνή-μι-ο ουσ. (ουδ.) {αντικνημί-ου}: ΑΝΑΤ. το μπροστινό οστό της κνήμης. Πβ. καλάμι. [< αρχ. ἀντικνήμιον]
4552αντικοινοβουλευτικός, ή, ό [ἀντικοινοβουλευτικός] α-ντι-κοι-νο-βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό. [< γαλλ. antiparlementaire, αγγλ. antiparliamentary]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.