| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54294 | φάλαρα | φά-λα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. μεταλλικά εξαρτήματα περικεφαλαίας. 2. στολίδια κυρ. στα χαλινάρια αλόγου. [< αρχ. φάλαρα] | |
| 54295 | φαλαρίδα | φα-λα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. χοντρό παρυδάτιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Fulica atra) με μαύρο φτέρωμα, λευκό ράμφος, κόκκινα μάτια και χαρακτηριστικό άσπρο μέτωπο, το οποίο μοιάζει με πάπια και συγγενεύει με τον γερανό. Βλ. νερόκοτα. 2. ΒΟΤ. ποώδες φυτό της οικογένειας των αγρωστωδών, το συνηθέστερο είδος του οποίου μοιάζει με καλαμιά (επιστ. ονομασ. Phalaris arundinacea), ενώ ένα άλλο (επιστ. ονομασ. Phalaris canariensis) καλλιεργείται για τους σπόρους του που αποτελούν πτηνοτροφή. [< 1: αρχ. φαλαρίς 2: μτγν. ~, αγγλ. phalaris, 1911] | |
| 54296 | φαλάφελ | φα-λά-φελ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & (σπάν.) φελάφελ: ΜΑΓΕΙΡ. (στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής) κεφτέδες από όσπρια, κυρ. ρεβίθια, ξερά φασόλια ή φούλια· (συνεκδ.-στον εν.) το αντίστοιχο φαγητό: αραβική πίτα με ~ και χούμους. Πβ. ρεβιθοκεφτές. Βλ. κουσκούς2, ταμπουλέ.|| Λιβανέζικο ~. [< αγγλ. falafel, 1949, γαλλ. ~, 1985 < αραβ. falāfil] | |
| 54297 | φαλιμέντο | φα-λι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) (προφ.): πτώχευση, χρεοκοπία: Η εταιρεία πάει για ~. Έριξε ~ (= φαλίρισε).|| (μτφ.) Πολιτικό ~. Πβ. αποτυχία, ναυάγιο. ΣΥΝ. φαλίρισμα ● ΦΡ.: βαράει διάλυση βλ. διάλυση [< ιταλ. fallimento] | |
| 54298 | φαλιρίζω | φα-λι-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {φαλίρι-σα, φαλιρί-σει, -σμένος} (προφ.): πτωχεύω, χρεοκοπώ: Η επιχείρηση/το μαγαζί ~σε. Πβ. βουλιάζω, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, πέφτω έξω.|| (μτφ.) ~σαν (= απέτυχαν, ναυάγησαν) τα σχέδιά τους. [< ιταλ. fallire] | |
| 54299 | φαλίρισμα | φα-λί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): οικονομική κατάρρευση, πτώχευση: Το κατάστημα πάει για ~. Πβ. βούλιαγμα, χρεοκοπία. ΣΥΝ. φαλιμέντο | |
| 54300 | φαλκίδευση | φαλ-κί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): περιορισμός, υπονόμευση: ~ του εισοδήματος (των εργαζομένων). ~ των δικαιωμάτων/ελευθεριών. ΣΥΝ. ναρκοθέτηση (2), υπόσκαψη | |
| 40746 | φαλκίδευση | πλα-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. πλαστογράφηση 1. ΝΟΜ. παράνομη δημιουργία ή παραποίηση, αλλοίωση εγγράφου με δόλο, για την εξυπηρέτηση συμφερόντων: ~ πιστοποιητικών. ~ μετά χρήσεως. ~ σε βαθμό κακουργήματος/πλημμελήματος. Δίωξη για ~. Ηθική αυτουργία/συνέργεια σε ~. Θύμα/κύκλωμα/προϊόν/υπόθεση ~ας. Βλ. -γραφία. 2. παράνομη απομίμηση γραφής ή υπογραφής. Πβ. νόθευση, παραχάραξη. Βλ. αδίκημα, απάτη. 3. (μτφ.) εσκεμμένη παραποίηση, διαστρέβλωση. [< 1: μτγν. πλαστογραφία] | |
| 54301 | φαλκιδεύω | φαλ-κι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {φαλκίδευ-σε, φαλκιδεύ-σει, -τηκε, -τεί, -οντας, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπονομεύω, υποσκάπτω: Απόφαση που ~ει τα δικαιώματα των εργαζομένων. ~εται ο διάλογος. Πβ. περιορίζω, σαμποτάρω. ΣΥΝ. ναρκοθετώ (2) [< ιταλ. falcidiare < μτγν. φαλκίδιον 'ελάχιστο μερίδιο κληρονομιάς'] | |
| 54302 | φαλλικός | , ή, ό φαλ-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φαλλό και ειδικότ. με την αρχέγονη λατρεία του: ~ά: σύμβολα. ~ές γιορτές προς τιμήν του Διονύσου.|| (ΨΥΧΑΝ., στη φροϋδική θεωρία:) ~ό στάδιο (: φάση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, μεταξύ τεσσάρων και έξι ετών, κατά την οποία το παιδί αναπτύσσει τη σεξουαλική του ταυτότητα). Βλ. πρωκτ-, στοματ-ικός. [< αρχ. φαλλικός, γαλλ. phallique, αγγλ. phallic] | |
| 54303 | φαλλοκράτης | φαλ-λο-κρά-της ουσ. (αρσ.): άνδρας που θεωρεί το ανδρικό φύλο ανώτερο από το γυναικείο και συνήθ. φέρεται απαξιωτικά στις γυναίκες. Πβ. σεξιστής. Βλ. αντιφεμινιστής, μισογύνης.|| (ως επίθ.) ~ σύζυγος. Βλ. -κράτης. [< γαλλ. phallocrate, 1972, αγγλ. phallocrat, 1977] | |
| 54304 | φαλλοκρατία | φαλ-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): αντίληψη και στάση σύμφωνα με την οποία το ανδρικό φύλο υπερτερεί έναντι του γυναικείου. Πβ. σεξισμός. Βλ. ανδροκρατία, αντιφεμιν-, μισογυν-ισμός, -κρατία. [< γαλλ. phallocratie, περ. 1965, αγγλ. phallocracy, 1977] | |
| 54305 | φαλλοκρατικός | , ή, ό φαλ-λο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φαλλοκρατία ή τον φαλλοκράτη: ~ή: κοινωνία/συμπεριφορά. ~ά: ανέκδοτα/στερεότυπα. Πβ. σεξιστικός. Βλ. ανδροκρατ-, αντιφεμινιστ-, μισογυν-ικός. ● επίρρ.: φαλλοκρατικά [< γαλλ. phallocrate, 1972, phallocratique, αγγλ. phallocratic, 1975] | |
| 54306 | φαλλός | φαλ-λός ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. ομοίωμα ανδρικού γεννητικού οργάνου σε στύση, ως σύμβολο γονιμότητας· πέος. [< αρχ. φαλλός, γαλλ.-αγγλ. phallus] | |
| 54307 | φαλτσάρισμα | φαλ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του φαλτσάρω. Πβ. φάλτσο. Βλ. -ισμα. | |
| 54308 | φαλτσαριστός | , ή, ό φαλ-τσα-ρι-στός επίθ. (προφ., στο ποδόσφαιρο): που γίνεται με φάλτσο: ~ή: εκτέλεση φάουλ (βλ. φάουλ μπανάνα)/κεφαλιά. ~ό: πλασέ/σουτ. ● επίρρ.: φαλτσαριστά | |
| 54309 | φαλτσάρω | φαλ-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {φάλτσαρ-ε κ. φαλτσάρ-ισε} (προφ.) 1. κάνω παραφωνίες κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού: Η ορχήστρα/ο τραγουδιστής ~ει. Βλ. στονάρω. 2. (σπάν.-μτφ.) κάνω λάθη, σφάλλω. ● φαλτσάρει 1. ηχεί παράφωνα: Η κιθάρα/το πιάνο ~. 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο, για μπάλα που χτυπιέται με τέχνη στο πλάι) ακολουθεί καμπύλη τροχιά. [< ιταλ. falsare] | |
| 54310 | φαλτσέτα | φαλ-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): εργαλείο κοπής δερμάτων· γενικότ. κοπίδι: η ~ του τσαγκάρη.|| Ξύρισμα με ~. Βλ. -έτα, σουγιάς. [< ιταλ. falcetto] | |
| 54311 | φαλτσέτο | φαλ-τσέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. τεχνική που χρησιμοποιείται από άνδρες τραγουδιστές, για να φτάσουν πολύ ψηλές νότες. ΣΥΝ. ψεύτικη φωνή. [< ιταλ. falsetto] | |
| 54312 | φάλτσο | φάλ-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΜΟΥΣ. παραφωνία: Κάνει πολλά ~α (= φαλτσάρει). Πβ. φαλτσάρισμα. 2. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) τεχνικό χτύπημα της μπάλας στο πλάι, για να πάρει καμπύλη τροχιά: ανάποδο ~. Σουτ με ~. Έβαλε ~. Η μπάλα πήρε περίεργα ~α (= φάλτσαρε) και κατέληξε στα δίχτυα.|| ~α στο μπιλιάρδο. 3. (μτφ.) λάθος, σφάλμα: μεγάλο/χοντρό ~. [< ιταλ. falso] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ