| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54304 | φαλλοκρατία | φαλ-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): αντίληψη και στάση σύμφωνα με την οποία το ανδρικό φύλο υπερτερεί έναντι του γυναικείου. Πβ. σεξισμός. Βλ. ανδροκρατία, αντιφεμιν-, μισογυν-ισμός, -κρατία. [< γαλλ. phallocratie, περ. 1965, αγγλ. phallocracy, 1977] | |
| 54305 | φαλλοκρατικός | , ή, ό φαλ-λο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φαλλοκρατία ή τον φαλλοκράτη: ~ή: κοινωνία/συμπεριφορά. ~ά: ανέκδοτα/στερεότυπα. Πβ. σεξιστικός. Βλ. ανδροκρατ-, αντιφεμινιστ-, μισογυν-ικός. ● επίρρ.: φαλλοκρατικά [< γαλλ. phallocrate, 1972, phallocratique, αγγλ. phallocratic, 1975] | |
| 54306 | φαλλός | φαλ-λός ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. ομοίωμα ανδρικού γεννητικού οργάνου σε στύση, ως σύμβολο γονιμότητας· πέος. [< αρχ. φαλλός, γαλλ.-αγγλ. phallus] | |
| 54307 | φαλτσάρισμα | φαλ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του φαλτσάρω. Πβ. φάλτσο. Βλ. -ισμα. | |
| 54308 | φαλτσαριστός | , ή, ό φαλ-τσα-ρι-στός επίθ. (προφ., στο ποδόσφαιρο): που γίνεται με φάλτσο: ~ή: εκτέλεση φάουλ (βλ. φάουλ μπανάνα)/κεφαλιά. ~ό: πλασέ/σουτ. ● επίρρ.: φαλτσαριστά | |
| 54309 | φαλτσάρω | φαλ-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {φάλτσαρ-ε κ. φαλτσάρ-ισε} (προφ.) 1. κάνω παραφωνίες κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού: Η ορχήστρα/ο τραγουδιστής ~ει. Βλ. στονάρω. 2. (σπάν.-μτφ.) κάνω λάθη, σφάλλω. ● φαλτσάρει 1. ηχεί παράφωνα: Η κιθάρα/το πιάνο ~. 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο, για μπάλα που χτυπιέται με τέχνη στο πλάι) ακολουθεί καμπύλη τροχιά. [< ιταλ. falsare] | |
| 54310 | φαλτσέτα | φαλ-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): εργαλείο κοπής δερμάτων· γενικότ. κοπίδι: η ~ του τσαγκάρη.|| Ξύρισμα με ~. Βλ. -έτα, σουγιάς. [< ιταλ. falcetto] | |
| 54311 | φαλτσέτο | φαλ-τσέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. τεχνική που χρησιμοποιείται από άνδρες τραγουδιστές, για να φτάσουν πολύ ψηλές νότες. ΣΥΝ. ψεύτικη φωνή. [< ιταλ. falsetto] | |
| 54312 | φάλτσο | φάλ-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΜΟΥΣ. παραφωνία: Κάνει πολλά ~α (= φαλτσάρει). Πβ. φαλτσάρισμα. 2. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) τεχνικό χτύπημα της μπάλας στο πλάι, για να πάρει καμπύλη τροχιά: ανάποδο ~. Σουτ με ~. Έβαλε ~. Η μπάλα πήρε περίεργα ~α (= φάλτσαρε) και κατέληξε στα δίχτυα.|| ~α στο μπιλιάρδο. 3. (μτφ.) λάθος, σφάλμα: μεγάλο/χοντρό ~. [< ιταλ. falso] | |
| 54313 | φαλτσογωνιά | φαλ-τσο-γω-νιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φαλτσογωνία: γωνία σε έπιπλο ή γενικότ. ξύλινη κατασκευή που έχει κοπεί λοξά κυρ. για αισθητικούς λόγους. Βλ. μπιζουτάρισμα. | |
| 54314 | φαλτσοκόφτης | φαλ-τσο-κό-φτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με μεταλλικό δίσκο, για τη λοξή κοπή υλικών: ~ μετάλλων/ξύλου. Βλ. λοξότμηση. | |
| 54315 | φαλτσοπρίονο | φαλ-τσο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό πριόνι με τροχό που έχει τη δυνατότητα να κόβει υπό γωνία: ~ διπλής κοπής. Βλ. δισκοπρίονο. | |
| 54316 | φάλτσος | , α, ο φάλ-τσος επίθ. (προφ.) 1. που κάνει λάθη, όταν τραγουδά ή όταν εκτελεί κάποιο μουσικό κομμάτι· που παραβιάζει τον μουσικό ρυθμό, παράφωνος: ~ος: τραγουδιστής. ~α: χορωδία.|| ~α: φωνή. ~ες: νότες. Πβ. κακόφωνος, παράτονος. Βλ. μελωδικός. 2. λοξός: ~ες: κοπές. 3. (σπάν.-μτφ.) άστοχος, λανθασμένος. ● επίρρ.: φάλτσα [< ιταλ. falso] | |
| 54317 | φαλτσοσφυρίγματα | φαλ-τσο-σφυ-ρίγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φαλτσοσφύριγμα} (αθλητική αργκό): λανθασμένες διαιτητικές αποφάσεις. | |
| 54318 | φαμ φατάλ | φαμ φα-τάλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μοιραία γυναίκα. | |
| 54319 | φαμελιάρης | φα-με-λιά-ρης ουσ. (αρσ.) & φαμελίτης (λαϊκό): οικογενειάρχης. Βλ. -ιάρης. | |
| 54320 | φαμίλια | φα-μί-λια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) φαμελιά & (σπάν.) φαμιλιά: οικογένεια, συνήθ. πολυμελής. || (μτφ.) Πολιτικές ~ιες. Πβ. τζάκι.|| Μαφιόζικη ~. ~ιες του υποκόσμου. Πβ. μαφία. ● ΦΡ.: πάτερ φαμίλιας: 1. ο πατέρας ως κεφαλή της οικογένειας. 2. αυταρχικός πατέρας, αρχηγός: καταπιεστικός ~ ~.[< 1: λατ. pater familias 2: γαλλ. ~ ~, 1907] || Ο ~ ~ της ομάδας. [< μεσν. φαμελιά, φαμιλιά, ιταλ. famiglia] | |
| 54321 | φάμπρικα | φά-μπρι-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (παρωχ.) εργοστάσιο. 2. (μτφ.) οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης, κόλπο, τέχνασμα: Έχουν βρει/στήσει ολόκληρη ~, για να κερδίζουν χρήματα. Πβ. μηχανή, πλεκτάνη. [< ιταλ. fabbrica] | |
| 54322 | φαμφάρα | βλ. φανφάρα | |
| 54323 | φαμφαρονισμός | βλ. φανφαρονισμός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ