| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54313 | φαλτσογωνιά | φαλ-τσο-γω-νιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φαλτσογωνία: γωνία σε έπιπλο ή γενικότ. ξύλινη κατασκευή που έχει κοπεί λοξά κυρ. για αισθητικούς λόγους. Βλ. μπιζουτάρισμα. | |
| 54314 | φαλτσοκόφτης | φαλ-τσο-κό-φτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με μεταλλικό δίσκο, για τη λοξή κοπή υλικών: ~ μετάλλων/ξύλου. Βλ. λοξότμηση. | |
| 54315 | φαλτσοπρίονο | φαλ-τσο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό πριόνι με τροχό που έχει τη δυνατότητα να κόβει υπό γωνία: ~ διπλής κοπής. Βλ. δισκοπρίονο. | |
| 54316 | φάλτσος | , α, ο φάλ-τσος επίθ. (προφ.) 1. που κάνει λάθη, όταν τραγουδά ή όταν εκτελεί κάποιο μουσικό κομμάτι· που παραβιάζει τον μουσικό ρυθμό, παράφωνος: ~ος: τραγουδιστής. ~α: χορωδία.|| ~α: φωνή. ~ες: νότες. Πβ. κακόφωνος, παράτονος. Βλ. μελωδικός. 2. λοξός: ~ες: κοπές. 3. (σπάν.-μτφ.) άστοχος, λανθασμένος. ● επίρρ.: φάλτσα [< ιταλ. falso] | |
| 54317 | φαλτσοσφυρίγματα | φαλ-τσο-σφυ-ρίγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φαλτσοσφύριγμα} (αθλητική αργκό): λανθασμένες διαιτητικές αποφάσεις. | |
| 54318 | φαμ φατάλ | φαμ φα-τάλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μοιραία γυναίκα. | |
| 54319 | φαμελιάρης | φα-με-λιά-ρης ουσ. (αρσ.) & φαμελίτης (λαϊκό): οικογενειάρχης. Βλ. -ιάρης. | |
| 54320 | φαμίλια | φα-μί-λια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) φαμελιά & (σπάν.) φαμιλιά: οικογένεια, συνήθ. πολυμελής. || (μτφ.) Πολιτικές ~ιες. Πβ. τζάκι.|| Μαφιόζικη ~. ~ιες του υποκόσμου. Πβ. μαφία. ● ΦΡ.: πάτερ φαμίλιας: 1. ο πατέρας ως κεφαλή της οικογένειας. 2. αυταρχικός πατέρας, αρχηγός: καταπιεστικός ~ ~.[< 1: λατ. pater familias 2: γαλλ. ~ ~, 1907] || Ο ~ ~ της ομάδας. [< μεσν. φαμελιά, φαμιλιά, ιταλ. famiglia] | |
| 54321 | φάμπρικα | φά-μπρι-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (παρωχ.) εργοστάσιο. 2. (μτφ.) οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης, κόλπο, τέχνασμα: Έχουν βρει/στήσει ολόκληρη ~, για να κερδίζουν χρήματα. Πβ. μηχανή, πλεκτάνη. [< ιταλ. fabbrica] | |
| 54322 | φαμφάρα | βλ. φανφάρα | |
| 54323 | φαμφαρονισμός | βλ. φανφαρονισμός | |
| 54324 | φαμφαρόνος | βλ. φανφαρόνος | |
| 54325 | φαν | ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): φανατικός θαυμαστής, ενθουσιώδης οπαδός: οι (πιστοί) ~ του ηθοποιού/συγκροτήματος/τραγουδιστή.|| Οι ~ μιας ομάδας.|| Οι ~ ενός περιοδικού/του ροκ. Δεν είμαι (και πολύ) ~ του είδους (π.χ. των ταινιών τρόμου). Πβ. λάτρης, φίλος. Βλ. γιουροφάν. [< αγγλ. fan, γαλλ. ~, 1923, διαδόθηκε μετά το 1950] | |
| 54326 | φαν κλαμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): οργανωμένη ομάδα θαυμαστών καλλιτέχνη, συγκροτήματος, αθλητή, η οποία συνήθ. το(ν) ακολουθεί στις παραστάσεις ή τους αγώνες του και διοργανώνει εκδηλώσεις προς τιμήν του: το (επίσημο) ~ του ηθοποιού. Ανήκω σε/είμαι μέλος ~. Έχει μεγάλο ~ (: είναι δημοφιλής). [< αγγλ. fan club, 1941, γαλλ. fan-club, 1976] | |
| 54327 | Φανάρι | Φα-νά-ρι ουσ. (ουδ.): η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως· συνεκδ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο θεσμός του: σύναξη των Ορθόδοξων Εκκλησιών στο ~. [< μεσν. Φανάριον, αγγλ. Phanar] | |
| 54328 | φανάρι | φα-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {φαναρ-ιού} 1. φωτεινός σηματοδότης: προειδοποιητικά (: πορτοκαλί ~ια που αναβοσβήνουν)/χαλασμένα ~ια. Ηχητικά ~ια (: για τυφλούς). Τα ~ια της Τροχαίας. Μ' έπιασε το ~ (: έγινε κόκκινο). Περιμένω το ~ (: ενν. να γίνει πράσινο). Περνάτε το πρώτο ~ και στρίβετε δεξιά. Στα επόμενα ~ια/στα ~ια της διασταύρωσης/λεωφόρου ... 2. (ημι)διαφανής κατασκευή με λαμπτήρα ή φλόγα στο εσωτερικό της· συνεκδ. το αντίστοιχο φωτιστικό εξωτερικού χώρου· ειδικότ. φανοστάτης: μεταλλικά ~ια. Το τζάμι του ~ιού.|| Ηλεκτρικά/ηλιακά ~ια. Κρεμαστά ~ια. ~ια δαπέδου/οροφής/τοίχου.|| Κάτω από το φως του ~ιού. 3. καθένας από τους προβολείς στο μπροστινό και πίσω μέρος ενός οχήματος: σπασμένο ~. Φιμέ ~ια. Βλ. φλας. ΣΥΝ. φανός (2) ● Υποκ.: φαναράκι (το): στη σημ. 2: χάρτινα ~ια (με κεράκι). ● ΣΥΜΠΛ.: παιδιά των φαναριών βλ. παιδί ● ΦΡ.: (είναι) φως φανάρι! (προφ.): είναι πασιφανές: Μα ~ ~ τι συμβαίνει/ότι δεν συμφωνεί. Πβ. ηλίου φαεινότερον., κρατώ (το) φανάρι (μτφ.-ειρων.): βοηθώ κάποιον στις ερωτικές του δραστηριότητες, συνήθ. συνοδεύοντάς τον: Καλά, εσύ τι πήγες να κάνεις μαζί τους; Να ~άς ~;, ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι βλ. κερί [< 2: μεσν. φανάρι(ον) < αρχ. φανός] | |
| 54329 | Φαναριώτης | Φα-να-ριώ-της ουσ. (αρσ.) {Φαναριωτ-ών}: ΙΣΤ. μέλος της διοικητικής και κοινωνικής αριστοκρατίας κυρ. του 17ου και 18ου αι. που καταγόταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, ήταν γνώστης της δυτικοευρωπαϊκής παιδείας και κάτοχος υψηλών θέσεων στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό: λόγιοι ~ες. Ο κύκλος των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ης: διπλωμάτης/ηγεμόνας. ~ες: ποιητές. Βλ. δραγουμάνος. | |
| 54330 | φαναριώτικος | , η, ο φα-να-ριώ-τι-κος επίθ.: κυρ. ΙΣΤ. που σχετίζεται με το Φανάρι ή/και τους Φαναριώτες: ~η: αριστοκρατία/παιδεία/ποίηση. ~ες: οικογένειες. | |
| 54331 | φαναρτζής | φα-ναρ-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. φανοποιός. 2. (παλαιότ.) τεχνίτης που κατασκεύαζε φανάρια ή/και αντικείμενα από λαμαρίνα. Πβ. λαμαρινάς, λευκοσιδηρουργός. Βλ. -τζής. | |
| 54332 | φαναρτζίδικο | φα-ναρ-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): φανοποιείο. Βλ. -τζίδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ