Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54820-54840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54333φανατίζωφα-να-τί-ζω ρ. (μτβ.) {φανάτι-σε, φανατί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, φανατίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: προκαλώ φανατισμό σε κάποιον: Δηλώσεις/λόγια που ~ουν τον λαό/τις μάζες/το πλήθος/τους φιλάθλους/τους ψηφοφόρους. Παθιάζεται και ~εται με την ομάδα του. ~σμένος: όχλος (= αφιονισμένος, ντοπαρισμένος). ~σμένη: ατμόσφαιρα. ~σμένο: κοινό. Πβ. πωρώνω. [< γαλλ. fanatiser]
54334φανατικός, ή, ό φα-να-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που υπερασπίζεται ή αντιμάχεται μια ιδέα αδιάλλακτα, δογματικά και με υπερβολικό ζήλο: ~ός: μουσουλμάνος/χριστιανός (πβ. φονταμενταλιστής). ~ό: κοινό. ~οί: οπαδοί (= βαμμένοι, πωρωμένοι, σκληροπυρηνικοί· βλ. χούλιγκαν). ~ (= ορκισμένος) πολέμιος μιας άποψης. Πβ. φανατισμένος. ΑΝΤ. αφανάτιστος.|| ~ός: εργένης (= αμετανόητος). 2. (για πρόσ.) που τον χαρακτηρίζει μεγάλο πάθος και ενθουσιασμός για κάτι: ~ός: αναγνώστης (βλ. βιβλιοφάγος)/κινηματογραφόφιλος/οικολόγος/χορτοφάγος. ~οί: ακροατές/θαυμαστές (βλ. φαν)/τηλεθεατές. ~ με την καθαριότητα (= μανιακός)/τεχνολογία (= παθιασμένος).|| ~ός: καπνιστής (= αρειμάνιος, μανιώδης).|| (προφ.) Δεν είναι ~ άνδρας (: για ομοφυλόφιλο). 3. που χαρακτηρίζεται από υπερβολή ή/και αδιαλλαξία: ~ή: αφοσίωση/πίστη/προσήλωση/προσκόλληση/υποστήριξη. Πβ. ακραίος. Βλ. μονολιθικός. ● επίρρ.: φανατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. fanatique]
54335φανατίλαφα-να-τί-λα ουσ. (θηλ.) (αργκό, κυρ. ποδοσφαιρική): φανατισμός. Πβ. πώρωση. Βλ. -ίλα.
54336φανατίλαςφα-να-τί-λας ουσ. (αρσ.) (αργκό, κυρ. ποδοσφαιρική): φανατικός οπαδός.
54337φανατισμόςφα-να-τι-σμός ουσ. (αρσ.): άκριτη, αδιάλλακτη εμμονή και υπερβολική προσήλωση σε άποψη, ιδέα, θεωρία ή πρόσωπο, με παράλληλη έλλειψη ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό: άκρατος/εθνικιστικός/θρησκευτικός (πβ. σεχταρ-, φονταμενταλ-ισμός)/ιδεολογικός/κομματικός/πολιτικός/υπέρμετρος ~. ~ στα γήπεδα/στις εξέδρες (= οπαδικός ~, βλ. χουλιγκανισμός). Κλίμα ~ού. ~ και εμπάθεια. Ο ~ θολώνει το μυαλό/τυφλώνει. Καλλιεργείται ~. Πβ. πώρωση. Βλ. απολυτ-, μονολιθικ-ότητα, δογματισμός, μισαλλοδοξία, -ισμός. [< γαλλ. fanatisme]
54338φανέλαφα-νέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. μπλούζα με ή χωρίς μανίκι που φοριέται συνήθ. κατάσαρκα ως εσώρουχο: βαμβακερή/μάλλινη ~. ~ες ζέρσεϊ. 2. (ειδικότ.) μπλούζα αθλητικής ενδυμασίας: αυθεντικές/συλλεκτικές ~ες με τις υπογραφές των παικτών. Αγωνίζεται με/φορά τη ~ (= είναι παίκτης) του .../της ...|| (συνεκδ., ομάδα:) Αγωνίζεται για τη ~. Βαριά η ~ του/της ... (: για σύλλογο με μεγάλη ιστορία και υψηλές απαιτήσεις). 3. μάλλινο ή βαμβακερό χνουδωτό ύφασμα, πολύ ζεστό και μαλακό: παντελόνι/πουκάμισο από ~. ● Υποκ.: φανελάκι (το): στη σημ. 1., φανελίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου: (για αθλητή) αγωνίζομαι με πάθος και φιλοτιμία: Πρέπει να ιδρώσεις ~ σου, για να κερδίσεις. Πβ. παλεύω.|| Τιμά ~ που φοράει (: αποδίδει τα μέγιστα για την ομάδα του). [< βεν. fanela, γαλλ. flanelle, ιταλ. flanella]
54339φανελένιος, ια, ιο φα-νε-λέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από φανέλα: ~ιο: νυχτικό. ~ια: παντελόνια/σεντόνια. Πβ. βαμβακερός, μάλλινος. Βλ. -ένιος.
54340φανερόγαμαφα-νε-ρό-γα-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φανερόγαμο}: ΒΟΤ. συνομοταξία φυτών (επιστ. ονομασ. Phanerogamae) που φέρουν εμφανή αναπαραγωγικά όργανα, που έχουν δηλ. άνθη: θαλάσσια ~ (βλ. θαλάσσια λιβάδια). Πβ. ανθό-, σπερματό-φυτα. Βλ. αγγειό-, γυμνό-σπερμα. ΑΝΤ. κρυπτόγαμα [< γαλλ. phanérogames, αγγλ. phanerogams]
54341φανερός, ή, ό φα-νε-ρός επίθ.: που γίνεται εύκολα αντιληπτός: ~ός: εχθρός/κίνδυνος (= απτός). ~ή: αιτία/διάθεση (αυτοσαρκασμού)/επίδραση/προτίμηση. ~ό: ενδιαφέρον (= έκδηλο). ~ές: προθέσεις. Χωρίς ~ό (= προφανή) λόγο. Γίνεται (ολοένα και πιο) ~ ο σκοπός τους. Είναι ~ό ότι … Πβ. αισθητός, οφθαλμοφανής. ΣΥΝ. ξεκάθαρος, σαφής. ΑΝΤ. άδηλος, αφανέρωτος, λανθάνων.|| ~ά: ίχνη παραβίασης/σημάδια κακοποίησης. Πβ. χτυπητός. ΣΥΝ. ευδιάκριτος, ορατός.|| ~ή: υποστήριξη (= ανοιχτή, δημόσια). Με ~ή αγωνία/αμηχανία/έκπληξη. Πβ. απροκάλυπτος, ολοφάνερος. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. εμφανής ΑΝΤ. κρυφός (1) ● επίρρ.: φανερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ καταβεβλημένος/συγκινημένος. ● ΣΥΜΠΛ.: φανερή ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία ● ΦΡ.: στα φανερά: δημόσια, χωρίς να κρύβεται (κάποιος): Ό,τι κάνει, το κάνει ~ ~ (πβ. απροκάλυπτα· βλ. στα ίσ(ι)α). Συναντήθηκαν ~ ~. ΑΝΤ. στα κρυφά [< αρχ. φανερός]
54342φανέρωμαφα-νέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {φανερώμ-ατα} 1. φανέρωση. 2. {συνήθ. στον πληθ.} εκδήλωση, εμφάνιση κινήματος, τάσης ή φαινομένου: καλλιτεχνικά/ποικίλα ~ατα (= εκφράσεις). Τα πρώτα ~ατα του ρομαντισμού. Η ζωή/τέχνη σε όλα της τα ~ατα. Πβ. δείγμα.
54343ΦανερωμένηΦα-νε-ρω-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου· συνεκδ. ναός ή μοναστήρι που φέρει το όνομά της: Παναγία η ~.|| Ιερά Μονή ~ης. Το πανηγύρι της ~ης. [< μεσν. Φανερωμένη]
54344φανερώνωφα-νε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {φανέρω-σα, φανερώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, φανερών-οντας}: κάνω κάτι φανερό: ~ τα αισθήματά/τις σκέψεις μου (= εξωτερικεύω). Δεν ~ει την ηλικία της/τις πηγές του (: τους πληροφοριοδότες του· πβ. μαρτυρώ, ομολογώ)/τις προθέσεις του. ~σε (= εκδήλωσε, εξέφρασε) την επιθυμία του να … ~θηκε (= ήρθε στο φως, ξεσκεπάστηκε) η αλήθεια/το μυστικό. ΣΥΝ. αποκαλύπτω. ΑΝΤ. αποκρύπτω, κρύβω.|| Το πρόσωπό του ~ει (= δείχνει) συγκίνηση. Όσα γράφει ~ουν άγνοια/έναν άνθρωπο δυναμικό. Πβ. προδίδω.|| Δεν θέλει να ~θεί (= να δουν) το πρόσωπό του. ● Παθ.: φανερώνομαι: εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι: ~θηκε ξαφνικά μπροστά μας.|| Φανερώσου (= βγες απ’ την κρυψώνα σου)! ● ΦΡ.: ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί [< μεσν. φανερώνω < αρχ. φανεροῦμαι]
54345φανέρωσηφα-νέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φανερώνω: ~ της αλήθειας/του μυστικού (πβ. γνωστοποίηση). ~ των σκέψεων (πβ. έκφραση, εξωτερίκευση). ΑΝΤ. απόκρυψη.|| ~ του Θεού (πβ. επιφάνεια). Οι ~ώσεις του Αγίου Πνεύματος. ΣΥΝ. αποκάλυψη.|| ~ νέων μορφών ανάπτυξης (πβ. εμφάνιση, παρουσίαση). ΣΥΝ. φανέρωμα (1) [< μτγν. φανέρωσις]
54346φανζίνφαν-ζίν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: περιοδικό κυρ. επιστημονικής φαντασίας, μουσικής ή κόμικ, που εκδίδεται ερασιτεχνικά από φίλους του (συγκεκριμένου) είδους. Βλ. αυτοέκδοση. [< αμερικ. fanzine, 1949 < fan + (maga)zine, γαλλ. ~, 1963]
54347φάνηκαβλ. φαίνομαι
54349φανκουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. ρυθμική χορευτική μουσική των Αφροαμερικανών, η οποία προήλθε από τη σόουλ με επιρροές από την αρ εν μπι και την τζαζ και χρησιμοποιεί το μπάσο, την ηλεκτρική κιθάρα, τα ντραμς, το πιάνο και πνευστά (σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι). Βλ. γκόσπελ, ντίσκο. [< αμερικ. funk, 1959, γαλλ. ~, περ. 1980]
54350φάνκιφάν-κι επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη φανκ: ~ μουσική. ~ ακούσματα. ~-ποπ/τζαζ μελωδίες.|| ~ στιλ. [< αμερικ. funky, 1954, γαλλ. ~, 1970]
54351φανοβαφείο[φανοβαφεῖο] φα-νο-βα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): φανοποιείο.
54352φανοποιείο[φανοποιεῖο] φα-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): συνεργείο επισκευής και βαφής του αμαξώματος κυρ. αυτοκινήτων. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. φαναρτζίδικο, φανοβαφείο [< γαλλ. tôlerie]
54353φανοποιίαφα-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τέχνη ή τεχνική επισκευής και βαφής του αμαξώματος κυρ. αυτοκινήτων· συνεκδ. φανοποιείο: ανταλλακτικά/τεχνικός ~ας.|| ~ μοτοσικλετών. Βλ. -ποιία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.