| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54354 | φανοποιός | φα-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που εργάζεται σε φανοποιείο. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. φαναρτζής (1) [< γαλλ. tôlier] | |
| 54355 | φανός | φα-νός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. φακός: ηλεκτρικοί φορητοί ~οί. ~ χειρός. 2. φανάρι, προβολέας: ~οί ναυσιπλοΐας (βλ. φαροδείκτης, φαρόπλοιο)/ομίχλης (: σε όχημα). Πβ. λυχνία. ● ΣΥΜΠΛ.: φανός θυέλλης βλ. θύελλα, φώτα πορείας βλ. φως ● ΦΡ.: μετά φανών και λαμπάδων (μτφ.-λόγ.-ειρων.): θριαμβευτικά, πανηγυρικά: Η συμφωνία ανακοινώθηκε ~ ~. [< αρχ. φανός ‘πυρσός, φανάρι’, αγγλ. torch] | |
| 54356 | φανοστάτης | φα-νο-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): στύλος με φανάρι, για τον φωτισμό εξωτερικών, κυρ. δημόσιων χώρων: ηλεκτρικός ~. ~ες σε δρόμους/πεζοδρόμια/πλατείες. [< γαλλ. lampadaire] | |
| 54357 | φανουρόπιτα | φα-νου-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): πίτα που προσφέρεται στον Άγιο Φανούριο, κυρ. την ημέρα της γιορτής του, και ευλογείται στην εκκλησία σαν πρόσφορο: Έχει τάξει ~ στον Άγιο (: για την ανεύρεση/φανέρωση χαμένου αντικειμένου). Βλ. -πιτα. | |
| 54358 | φαντάζομαι | φα-ντά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {φαντά-στηκα, -στεί, -σμένος, φανταζ-όμενος} 1. σχηματίζω νοερά εικόνες ή συλλαμβάνω ιδέες με τη φαντασία μου: ~εται γεγονότα/καταστάσεις. Κάπως έτσι ~όμουν τις φετινές γιορτές. Αλλιώς ~όμασταν τη ζωή μας. Πβ. ονειρεύομαι, φαντασιώνομαι.|| Μάλλον θα το ~στηκες (: είναι γέννημα της φαντασίας σου).|| Τα κατάφερε πολύ καλύτερα απ' ό,τι είχε ~στεί.|| Ας ~στούμε την εξής περίπτωση ... Φανταστείτε ότι ... Πβ. σκέφτομαι.|| (εμφατ.) Δεν μπορείς να ~στείς πόσο χάρηκα. 2. νομίζω, πιστεύω, υποθέτω: ~ (πως) όλοι συμφωνούμε με την πρόταση. Δεν ~ να παρεξηγήθηκες. Τι ~στηκες δηλαδή, ότι δεν το ήξερα; ● ΦΡ.: (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, για σκέψου/για φαντάσου! βλ. σκέφτομαι, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! βλ. καλά, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω [< αρχ. φαντάζω] | |
| 54359 | φαντάζω | φα-ντά-ζω ρ. (αμτβ.) {φάνταζ-ε, φαντάζ-οντας, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. δημιουργώ την εντύπωση: ~ε σαν το ιδανικό σχέδιο. Η ιδέα ~ε ενδιαφέρουσα. Το μέλλον ~ει (= διαγράφεται) δυσοίωνο/ζοφερό. Πβ. μοιάζω, φαίνομαι. 2. διακρίνομαι, ξεχωρίζω εντυπωσιακά: Μια λάμψη ~ε στο σκοτάδι. [< αρχ. φαντάζω] | |
| 54360 | φανταρία | φα-ντα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-αργκό): πλήθος φαντάρων. [< βεν. fantaria] | |
| 54361 | φανταρικό | φα-ντα-ρι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): φανταριλίκι: Τελείωσε το ~. | |
| 54362 | φανταριλίκι | φα-ντα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): στρατιωτική θητεία: Καλό ~! Κάνει το ~ του. Βλ. -ιλίκι. ΣΥΝ. στρατιωτικό, φανταρικό | |
| 54363 | φανταρίστικος | , η, ο φα-ντα-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τους φαντάρους ή με τη στρατιωτική θητεία: ~η: αργκό. ~ες: ιστορίες. Βλ. -ίστικος. ● Ουσ.: φανταρίστικα (τα): τα στρατιωτικά: Έβγαλε τα ~ (= απολύθηκε). Βλ. χακί. ΑΝΤ. πολιτικά (2) | |
| 54364 | φαντάρος | φα-ντά-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): στρατιώτης: Πάει/φεύγει ~ σε λίγες μέρες (= παρουσιάζεται). Απολύθηκε από/έχει κάνει ~. Τον πήραν ~ο (= κλήθηκε για κατάταξη στον στρατό). ● Υποκ.: φανταράκι (το) ● ΦΡ.: είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός | |
| 54365 | φαντασία | φα-ντα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα του νου να σχηματίζει εικόνες ή να συλλαμβάνει ιδέες, κυρ. για πράγματα για τα οποία δεν είχε προηγούμενη ή άμεση εμπειρία: αστείρευτη/αχαλίνωτη/ερωτική/ζωηρή/καλπάζουσα/μεγάλη/νοσηρή (= αρρωστημένη)/πλούσια/φτωχή ~. Η ανθρώπινη/λαϊκή/παιδική ~. Η δύναμη της ~ας. Απελευθέρωση της ~ας. Δημιούργημα/προϊόν της ~ας (βλ. φαντασίωση). Ταξίδια με τη ~. Αναπτύσσω/εξάπτω/χαλιναγωγώ τη ~ (κάποιου). Άσε τη ~ σου να οργιάσει. Ορισμένες φορές η πραγματικότητα ξεπερνά τη ~. Δεν θέλει/δεν χρειάζεται και μεγάλη/πολλή ~ (= σκέψη) για να καταλάβεις ότι ... Η ~ σου δεν έχει όρια (= φαντάζεσαι πράγματα ανυπόστατα). 2. (ειδικότ.) δημιουργική ικανότητα, έμπνευση: τέχνη και ~. Με στιλ και ~. Σου λείπει η ~. Στερείται ~ας. Βάλτε ~ (στην κουζίνα)! Πβ. ευρηματικ-, εφευρετικ-ότητα. 3. ΜΟΥΣ. σύνθεση ελεύθερης μορφής: μικρή ~ για πιάνο και ορχήστρα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας βλ. αποκύημα, επιστημονική φαντασία βλ. επιστημονικός ● ΦΡ.: (κάτι) ανήκει/κινείται στη σφαίρα της φαντασίας: δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αυτά που λέει ~ουν/~ούνται ~ ~., κατά φαντασία(ν) (ειρων.): που έχει επινοηθεί, που δεν ισχύει πραγματικά: ~ ~ ιστορία. ~ ~ έγκυος., κατά φαντασία(ν) ασθενής (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι είναι άρρωστος. Βλ. υποχόνδριος. [< γαλλ. le malade imaginaire] , πέρα από κάθε φαντασία & (λόγ.) πέραν κάθε φαντασίας: για κάτι ασύλληπτο: τραγωδία ~ ~. Οι απαιτήσεις τους είναι ~ ~ (= εξωφρενικές). [< αρχ. φαντασία, γαλλ. fantaisie, αγγλ. fantasy 3: γερμ. Fantasie, ιταλ.-αγγλ. fantasia] | |
| 54366 | φαντασιακός | , ή, ό φα-ντα-σι-α-κός επίθ.: που δημιουργείται στη φαντασία κάποιου: ~ός: κόσμος. ~ό: δημιούργημα. Πβ. ιδεατός, φανταστικός.|| (ως ουσ., ΨΥΧΑΝ.) Έρευνα του ~ού (ενν. επιπέδου, πεδίου). [< γαλλ. imaginaire] | |
| 54367 | φαντασιοκόπημα | φα-ντα-σι-ο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): απατηλό προϊόν της φαντασίας. | |
| 54368 | φαντασιοκοπία | φα-ντα-σι-ο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδέα, σκέψη ή επιδίωξη που αντιτίθεται στην πραγματικότητα: Αγωνίστηκε για αληθινούς στόχους και όχι για ~ες. Πβ. ουτοπία, φαντασιοπληξία. Βλ. αεροβασία. [< μεσν. φαντασιοκοπία] | |
| 54369 | φαντασιοκόπος | φα-ντα-σι-ο-κό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που φαντασιοκοπεί. Πβ. ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος. Βλ. -κόπος. [< μτγν. φαντασιοκόπος] | |
| 54370 | φαντασιοκοπώ | [φαντασιοκοπῶ] φα-ντα-σι-ο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {φαντασιοκοπ-είς ..., μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): φαντάζομαι ανύπαρκτες καταστάσεις ή πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πβ. ονειρεύομαι, ονειροβατώ, ονειροπολώ. Βλ. -κοπώ. [< μτγν. φαντασιοκοπῶ] | |
| 54371 | φαντασιόπληκτος | , η, ο φα-ντα-σι-ό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που φαντάζεται ανυπόστατα πράγματα, συνήθ. ότι είναι σπουδαίος: Είναι τόσο ~ που ονειρεύεται μεγαλεία. Πβ. αεροβάτης, αιθεροβάμων, ονειροπόλος, φαντασιοκόπος, φαντασμένος. Βλ. μυθομανής, -πληκτος.|| (κατ' επέκτ.) ~α σενάρια και αστήρικτες φήμες. [< πβ. μτγν. επίρρ. φαντασιοπλήκτως] | |
| 54372 | φαντασιοπληξία | φα-ντα-σι-ο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φαντασιόπληκτου· (συνεκδ. στον πληθ.) λόγια ή σκέψεις που αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας: προϊόν/σενάρια ~ας.|| Ανόητες ~ες (= φούμαρα). Πβ. φαντασιοκοπία, φαντασιοκόπημα. | |
| 54373 | φαντασιώδης | , ης, ες φα-ντα-σι-ώ-δης επίθ. {φαντασιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει ανύπαρκτη υπόσταση: ~εις: θεωρίες. ~η: συμπεράσματα (= υποθετικά). Πβ. φαντασιωτικός. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. πραγματικός (1) [< μτγν. φαντασιώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ