| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54344 | φανερώνω | φα-νε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {φανέρω-σα, φανερώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, φανερών-οντας}: κάνω κάτι φανερό: ~ τα αισθήματά/τις σκέψεις μου (= εξωτερικεύω). Δεν ~ει την ηλικία της/τις πηγές του (: τους πληροφοριοδότες του· πβ. μαρτυρώ, ομολογώ)/τις προθέσεις του. ~σε (= εκδήλωσε, εξέφρασε) την επιθυμία του να … ~θηκε (= ήρθε στο φως, ξεσκεπάστηκε) η αλήθεια/το μυστικό. ΣΥΝ. αποκαλύπτω. ΑΝΤ. αποκρύπτω, κρύβω.|| Το πρόσωπό του ~ει (= δείχνει) συγκίνηση. Όσα γράφει ~ουν άγνοια/έναν άνθρωπο δυναμικό. Πβ. προδίδω.|| Δεν θέλει να ~θεί (= να δουν) το πρόσωπό του. ● Παθ.: φανερώνομαι: εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι: ~θηκε ξαφνικά μπροστά μας.|| Φανερώσου (= βγες απ’ την κρυψώνα σου)! ● ΦΡ.: ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί [< μεσν. φανερώνω < αρχ. φανεροῦμαι] | |
| 54345 | φανέρωση | φα-νέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φανερώνω: ~ της αλήθειας/του μυστικού (πβ. γνωστοποίηση). ~ των σκέψεων (πβ. έκφραση, εξωτερίκευση). ΑΝΤ. απόκρυψη.|| ~ του Θεού (πβ. επιφάνεια). Οι ~ώσεις του Αγίου Πνεύματος. ΣΥΝ. αποκάλυψη.|| ~ νέων μορφών ανάπτυξης (πβ. εμφάνιση, παρουσίαση). ΣΥΝ. φανέρωμα (1) [< μτγν. φανέρωσις] | |
| 54346 | φανζίν | φαν-ζίν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: περιοδικό κυρ. επιστημονικής φαντασίας, μουσικής ή κόμικ, που εκδίδεται ερασιτεχνικά από φίλους του (συγκεκριμένου) είδους. Βλ. αυτοέκδοση. [< αμερικ. fanzine, 1949 < fan + (maga)zine, γαλλ. ~, 1963] | |
| 54347 | φάνηκα | βλ. φαίνομαι | |
| 54349 | φανκ | ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. ρυθμική χορευτική μουσική των Αφροαμερικανών, η οποία προήλθε από τη σόουλ με επιρροές από την αρ εν μπι και την τζαζ και χρησιμοποιεί το μπάσο, την ηλεκτρική κιθάρα, τα ντραμς, το πιάνο και πνευστά (σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι). Βλ. γκόσπελ, ντίσκο. [< αμερικ. funk, 1959, γαλλ. ~, περ. 1980] | |
| 54350 | φάνκι | φάν-κι επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη φανκ: ~ μουσική. ~ ακούσματα. ~-ποπ/τζαζ μελωδίες.|| ~ στιλ. [< αμερικ. funky, 1954, γαλλ. ~, 1970] | |
| 54351 | φανοβαφείο | [φανοβαφεῖο] φα-νο-βα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): φανοποιείο. | |
| 54352 | φανοποιείο | [φανοποιεῖο] φα-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): συνεργείο επισκευής και βαφής του αμαξώματος κυρ. αυτοκινήτων. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. φαναρτζίδικο, φανοβαφείο [< γαλλ. tôlerie] | |
| 54353 | φανοποιία | φα-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τέχνη ή τεχνική επισκευής και βαφής του αμαξώματος κυρ. αυτοκινήτων· συνεκδ. φανοποιείο: ανταλλακτικά/τεχνικός ~ας.|| ~ μοτοσικλετών. Βλ. -ποιία. | |
| 54354 | φανοποιός | φα-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που εργάζεται σε φανοποιείο. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. φαναρτζής (1) [< γαλλ. tôlier] | |
| 54355 | φανός | φα-νός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. φακός: ηλεκτρικοί φορητοί ~οί. ~ χειρός. 2. φανάρι, προβολέας: ~οί ναυσιπλοΐας (βλ. φαροδείκτης, φαρόπλοιο)/ομίχλης (: σε όχημα). Πβ. λυχνία. ● ΣΥΜΠΛ.: φανός θυέλλης βλ. θύελλα, φώτα πορείας βλ. φως ● ΦΡ.: μετά φανών και λαμπάδων (μτφ.-λόγ.-ειρων.): θριαμβευτικά, πανηγυρικά: Η συμφωνία ανακοινώθηκε ~ ~. [< αρχ. φανός ‘πυρσός, φανάρι’, αγγλ. torch] | |
| 54356 | φανοστάτης | φα-νο-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): στύλος με φανάρι, για τον φωτισμό εξωτερικών, κυρ. δημόσιων χώρων: ηλεκτρικός ~. ~ες σε δρόμους/πεζοδρόμια/πλατείες. [< γαλλ. lampadaire] | |
| 54357 | φανουρόπιτα | φα-νου-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): πίτα που προσφέρεται στον Άγιο Φανούριο, κυρ. την ημέρα της γιορτής του, και ευλογείται στην εκκλησία σαν πρόσφορο: Έχει τάξει ~ στον Άγιο (: για την ανεύρεση/φανέρωση χαμένου αντικειμένου). Βλ. -πιτα. | |
| 54358 | φαντάζομαι | φα-ντά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {φαντά-στηκα, -στεί, -σμένος, φανταζ-όμενος} 1. σχηματίζω νοερά εικόνες ή συλλαμβάνω ιδέες με τη φαντασία μου: ~εται γεγονότα/καταστάσεις. Κάπως έτσι ~όμουν τις φετινές γιορτές. Αλλιώς ~όμασταν τη ζωή μας. Πβ. ονειρεύομαι, φαντασιώνομαι.|| Μάλλον θα το ~στηκες (: είναι γέννημα της φαντασίας σου).|| Τα κατάφερε πολύ καλύτερα απ' ό,τι είχε ~στεί.|| Ας ~στούμε την εξής περίπτωση ... Φανταστείτε ότι ... Πβ. σκέφτομαι.|| (εμφατ.) Δεν μπορείς να ~στείς πόσο χάρηκα. 2. νομίζω, πιστεύω, υποθέτω: ~ (πως) όλοι συμφωνούμε με την πρόταση. Δεν ~ να παρεξηγήθηκες. Τι ~στηκες δηλαδή, ότι δεν το ήξερα; ● ΦΡ.: (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, για σκέψου/για φαντάσου! βλ. σκέφτομαι, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! βλ. καλά, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω [< αρχ. φαντάζω] | |
| 54359 | φαντάζω | φα-ντά-ζω ρ. (αμτβ.) {φάνταζ-ε, φαντάζ-οντας, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. δημιουργώ την εντύπωση: ~ε σαν το ιδανικό σχέδιο. Η ιδέα ~ε ενδιαφέρουσα. Το μέλλον ~ει (= διαγράφεται) δυσοίωνο/ζοφερό. Πβ. μοιάζω, φαίνομαι. 2. διακρίνομαι, ξεχωρίζω εντυπωσιακά: Μια λάμψη ~ε στο σκοτάδι. [< αρχ. φαντάζω] | |
| 54360 | φανταρία | φα-ντα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-αργκό): πλήθος φαντάρων. [< βεν. fantaria] | |
| 54361 | φανταρικό | φα-ντα-ρι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): φανταριλίκι: Τελείωσε το ~. | |
| 54362 | φανταριλίκι | φα-ντα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): στρατιωτική θητεία: Καλό ~! Κάνει το ~ του. Βλ. -ιλίκι. ΣΥΝ. στρατιωτικό, φανταρικό | |
| 54363 | φανταρίστικος | , η, ο φα-ντα-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τους φαντάρους ή με τη στρατιωτική θητεία: ~η: αργκό. ~ες: ιστορίες. Βλ. -ίστικος. ● Ουσ.: φανταρίστικα (τα): τα στρατιωτικά: Έβγαλε τα ~ (= απολύθηκε). Βλ. χακί. ΑΝΤ. πολιτικά (2) | |
| 54364 | φαντάρος | φα-ντά-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): στρατιώτης: Πάει/φεύγει ~ σε λίγες μέρες (= παρουσιάζεται). Απολύθηκε από/έχει κάνει ~. Τον πήραν ~ο (= κλήθηκε για κατάταξη στον στρατό). ● Υποκ.: φανταράκι (το) ● ΦΡ.: είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ